προγραφές

Εξώφυλλο: Γιώργος Αραμπατζής, Αισθητικός Βυζαντινισμός: Η Νεωτερική Αισθητική Θέσμιση του Βυζαντινού Κόσμου

'Κάθε σχέση, κάθε τομή, δεν είναι ένα γεγονός αλλά μια ερμηνεία. Πέρα από τις σχέσεις ισορροπίας και ανισορροπίας μιας επιστημικής καταστατικότητας, δεν υπάρχει κανένα προνομιακό σημείο καταλογισμού του παντός. Ο αισθητισμός δεν είναι το παράγωγο μιας πραγματικότητας αλλά συστατικό στοιχείο πολλών πραγματικοτήτων που εκκινούν από μια επιστημική πηγή. Η επιστημική πηγή του αισθητισμού δεν μπορεί παρά να είναι το τμήμα της ιστορικής τυχαιότητας.
Με τον φουκωικό όρο “επιστήμη” οφείλουμε να εννοούμε μια στρατηγική μάλλον, ενώ με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται ο επιστημονισμός και τα άλλα αδιέξοδα της θεωρίας της ιδεολογικής προσαγωγής (interpellation κατά τον Αλτουσσέρ). Τα αισθητικά υποκείμενα δεν χρειάζονται πλέον τον επιστήμονα/θεωρητικό που προϋποτίθεται από τη θεωρία της ιδεολογικής προσαγωγής για να αντλήσουν γνώση. Η γνώση τους προσφέρεται από μια ιδιαίτερη επιστημική καταστατικότητα ή στρατηγική. Δεν υπάρχει πραγματικότητα που να χαλκιδεύεται αλλά πραγματικότητα που παράγεται. Η ισχύς διακινείται από μηχανισμούς εξουσίας / μηχανισμούς γνώσης.
Είναι βέβαιο ότι η αισθητική εμπειρία αποτελεί το διακύβευμα μιας σειράς από γλωσσικά παίγνια. Αφορά, κατά τυχαία σειρά στην οικονομία, την κυβερνητική πολιτική, την τέχνη, την τεχνολογία, το θέατρο, τους διανοούμενους, τα κοινωνικά μορφώματα, την επιστημολογία, και άλλα πολλά, περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένα ή περιορισμένα, γλωσσικά παίγνια. Η φιλοσοφία του Φουκώ επιτρέπει τη δυναμική σύνοψη όλων αυτών των βλεμμάτων μέσα στο γενικό πίνακα που συνιστά ο όρος «επιστήμη». Η φουκωική «επιστήμη» θυμίζει εν πολλοίς το «παράδειγμα» στην επιστημολογία του Kuhn, με ένα όμως ευρωπαϊκό σθένος που υπερβαίνει το επιστημολογικό περιεχόμενο προς περισσότερο φιλοσοφικά διευρυμένες ανησυχίες. Η φουκωική φιλοσοφία δείχνεται ευαίσθητη στο ιστορικό a priori και στη θετικότητα των επιστημικών πεδίων της γλώσσας, του βίου, της οικονομίας. Η φουκωική «επιστήμη» είναι κατά κάποιο τρόπο η ιστορική υποστατικότητα της σκέψης όσον αφορά στη νεωτερικότητά μας. Αν κατά την προ-κλασική περίοδο η επιστήμη βασίζεται στην ομοιότητα, στην νεωτερικότητά μας η ομοιότητα είναι πηγή λάθους ενώ η γλώσσα από ερμηνευτική σημείων αποβαίνει λογοτεχνία όπως καταδεικνύει το παράδειγμα του Δον Κιχώτη. Η νέα ανάληψη της περατότητας διέπει πλήρως την αναπαράσταση.
Η πιο σημαντική δυσκολία είναι η αυτονόητη για τους περισσότερους διάκριση μεταξύ παράστασης και αναπαράστασης. Η ψευδής αναπαράσταση υποτίθεται ότι θεραπεύεται από μια καθαρολογική, ορθή παράσταση. Στο πλαίσιο, ωστόσο, μιας συστασιοκρατικής ερμηνείας (constructivism) που υπερβαίνει ακόμη και την πολιτισμική αναλυτική, η διάκριση παράστασης-αναπαράστασης δεν ενέχει κανένα νόημα. Ήδη, με προδρομικό τρόπο, οι ψυχαναλυτικές έννοιες του ασυνείδητου και των απωθήσεων οδηγούσαν προς αυτή την κατέυθυνση. Ο Φουκώ, αν και αρνούμενος την ψυχαναλυτική ερμηνευτική, προσέφερε νέα και καίρια κριτικά εργαλεία στην εν λόγω προσπάθεια. Μια κινηματογραφική ταινία, π.χ., ως τμήμα του πολιτισμικού, είναι μια ολοφάνερη δήλωση, όχι μια κρυπτότητα σημασίας. Η παρουσία της δήλωσης υποκαθιστά εδώ τη φιλοσοφία της υποψίας (και την αληθοποιητική προσπέλαση του κεκρυμμένου). Αντί να διανοίγει κανείς τα πέπλα της λογοκρισιίας, καλύτερο είναι να στοχάζεται το δηλωθέν. Η φουκωική σκέψη, επιπλέον, δεν είναι τμήμα μιας ιστορίας των ιδεών. Οι όποιες (και αισθητικές) δηλώσεις δεν εντοπίζονται σε μια διαλεκτική ιστορικότητα ιδεατών ολοκληρώσεων αλλά είναι τμήματα μιας «επιστήμης», αρχαιολογικά ρηξικέλευθης και γενεαλογικά συνεχούς. Η συστασιοκρατία, έτσι, αντιβαίνει κάθε ειδους ρεαλισμό.'

Γεώργιος Αραμπατζής, Αισθητικός Βυζαντινισμός: Η Νεωτερική Αισθητική Θέσμιση του Βυζαντινού Κόσμου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου - Καρδαμίτσα

Εξώφυλλο: Ζαν Ζενέ, Αιχμάλωτος του Έρωτα

'Ο προδότης δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα στον καθένα. Το Παλάτι έπαιρνε τους στρατιώτες του, προδότες, πόρνες, μέσα από ένα επιθυμητό κατάλοιπο ενός πληθυσμού παρακμάζοντος κι η φτωχογειτονιά απαντούσε με κάθε είδους χλευασμούς. Η φτωχογειτονιά, ιδωμένη από το Παλάτι, αποτελούσε ένα συνονθύλευμα τεράτων και δυστυχιών, κι εκείνος που την έβλεπε με τις δυστυχίες της γνώριζε πρωτόφαντες χαρές. Κάτι που μετατοπιζόταν πάνω σε δυο πόδια κι έναν κορμό γύρω από το σούρουπο –και το σούρουπο προχωρεί από το πρωί ως το βράδυ πάνω σε δυο πόδια– έναν κορμό που πάνω του στήνεται ένας καρπός μ’ ένα τεντωμένο χέρι στην άκρη του, μεγάλο σαν κολυμπήθρα, ή ένα τάσι από αληθινό ωμό κρέας, με τρία διάφανα δάχτυλα, που απαιτεί τον οβολό. Ο καρπός βγαίνει μέσ’ από κουρέλια αμερικάνικων ρεταλιών, φθαρμένων, τσαλακωμένων, βρομερών, που συνταιριάζονται όλο και καλύτερα με τη λάσπη και το σκατό, πριν πουληθούν για κουρέλια, λάσπη και κοπριά. Πιο πέρα, στημένο πάντοτε σε γάμπες, ένα αιδοίο προχωρεί, γυμνό, ξυρισμένο, αλλά δονούμενο και υγρό, θέλοντας πάντα να κολλήσει πάνω μου. Αλλού, ένα και μόνο μάτι, χωρίς βλέφαρο, σταθερό, δίχως βλέμμα, κάποτε διαπεραστικό και κρεμασμένο σ’ ένα γαλάζιο μάλλινο, αλλού ένας πισινός και, εμφανές, ένα χαμηλό πέος που κρέμεται ανάμεσα σε δυο μαλακά μεριά. Η προδοσία βρίσκεται παντού. Κάθε παιδί που με επιτηρούσε γύρευε να πουλήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του, κι ο πατέρας την πεντάμορφη κόρη του. Ο καιρός ήταν καλός. Ο κόσμος χαλάρωνε. Αν και ο ουρανός ήταν αλλού, εδώ βασίλευε μια ανεξήγητη ηρεμία, όπου παρέμεναν μόνο οι φυσιολογικές λειτουργίες. Κάτω από τις τσίγκινες στέγες, η μέρα και η νύχτα έμεναν γκρίζες. Πέρασε ένας νταβατζής, ντυμένος σύμφωνα με την αμερικάνικη κινηματογραφική μόδα του 1930. Το πρόσωπό του ήταν σε ένταση και για να καταλαγιάσει σφύριζε λες και βρισκόταν νύχτα μέσα σε δάσος. Εδώ ήταν το κέντρο του μπορντέλου, ανοιχτό στους αποχαυνωμένους Αραβες. Κόλαση ή κέντρο κόλασης, τόπος απόλυτης απελπισίας ή τόπος ανάπαυσης –όπως λέμε τόπος αφόδευσης– σ’ ένα χώρο απωλείας, αυτή η συνοικία των μπορντέλων, για έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, εμπόδιζε τη φτωχογειτονιά να βουλιάξει περισσότερο και να γίνει ένα με το χώμα πάνω στο οποίο την είχαν τοποθετήσει με κάποια προσοχή. Ένωνε ήρεμα τη φτωχογειτονιά με τον υπόλοιπο κόσμο, επομένως και με το Παλάτι. Εκεί έκανες συχνά έρωτα, και υποχρεωτικά παρίσταντο νταβατζήδες, τσατσές, πελάτες στον λεγόμενο φυσιολογικό και συνεπώς ατελή έρωτα. Εδώ δεν υπάρχουν σοδομισμοί και πίπες, αλλά γαμήσια παράλληλα, σε πλαγιαστή ή όρθια στάση, γρήγορα, χωρίς φιλιά και γλειψίματα του μουνιού, του πούτσου και του κώλου: ο ελβετικός μητριαρχικός, εθνικός και βουνήσιος έρωτας. Οι ερωτικές ιδιομορφίες ήταν πιο δουλεμένες –και περίτεχνες– στα δωμάτια και στους διαδρόμους του βασιλικού Παλατιού, όπου υπήρχαν καθρέφτες, ολόκληροι τοίχοι από καθρέφτες, με το παραμικρό χάδι να απεικονίζεται επ’ άπειρον. Ως αυτό το άπειρο όπου το μάτι ξεχωρίζει τη λεπτομέρεια μιας ύστατης σχεδόν εικόνας που σμικρύνθηκε, κάτω από γωνίες που δεν περιμένεις αλλά ελπίζεις, για να πλαισιώσει τελικά την ποθητή άποψη: τη φτωχογειτονιά. Ή αλλού. Θα έπρεπε τάχα να πούμε ότι οι παλατιανοί ήταν πιο εκλεπτυσμένοι από τους ανθρώπους της φτωχογειτονιάς; Και ότι οι άνθρωποι της φτωχογειτονιάς ήξεραν ότι ζούσαν μέσα στο μυαλό του Παλατιού, συδαυλίζοντας την ηδονή του;
Ενώ σάπιζαν –και καθένας ένιωθε ανακουφισμένος, άρα και γαληνεμένος που ξέφευγε από την ηθική και αισθητική προσπάθεια– τα μπορντέλα δεν έβλεπαν να κατευθύνονται κοντά τους παρά μόνο συρόμενοι πόθοι που έπρεπε να ξεθυμάνουν γρήγορα. Αυτός που πηγαίνει στο μπορντέλο, σέρνεται σαν μυριάποδο, με την κοιλιά μέσα στον βόρβορο, ζητώντας και βρίσκοντας την τρύπα που υγραίνεται και χύνει, όπου μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα και με πέντε οργασμούς εξαφανίζεται ο εκνευρισμός μιας εβδομάδας. Αν μπορούσε ο ξένος –Άραβας ή όχι– να φθάσει ως εδώ, θα έβλεπε στο μπορντέλο την επιβίωση ενός καλοδιατηρημένου πολιτισμού, εκείνου της γνώριμης, σχεδόν ευλαβικής επαφής με τα απορρίμματα, που η Ευρώπη αποκαλεί βρωμιές. Υπήρχε πάντοτε ένα κουρδισμένο ξυπνητήρι. Μέσα σε πέντε λεπτά, ο πελάτης λυτρωνόταν από τα όνειρά του. Το δεκαοχτάχρονο παλικάρι, που θέλει να μπει στη Βασιλική Φρουρά, ή στην ομάδα των σπιούνων της αστυνομίας, φοβάται σίγουρα, παρ’ όλα αυτά, μήπως τσακώσει τον πατέρα του την ώρα που χέζει: ο μαθητευόμενος μούτσος συνθλίβει με μια κλοτσιά τη μούρη του καθισμένου ανακούρκουδα πατέρα ή διατείνεται ότι αυτός ο άνδρας κρατάει από τη Νορβηγία. Η έλλειψη ηθικής τρομάζει αλλά δεν αποτροπιάζει κανένα. Οι αφοδεύσεις παρηγορούν· έχουν ανταπόκριση στην ψυχή μας, που αισθάνεται άνετα· μας συγκρατούν από τον θάνατο. Ένας κώλος περιφέρεται, γυρεύοντας τρόπο για να φέρει εις πέρας τη λειτουργία του. Όλα όσα χρειάστηκαν για να φθάσει εκεί, για να καταλύσει την περηφάνια τού να είναι ο ευατός του, για να έχει επώνυμο, όνομα, γενιά, πατρίδα, ιδεολογία, κόμμα, τάφο, για να επωφεληθεί από ένα φέρετρο με δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου συμπτωματικά– ενώ δύσκολα θα αποκαλούσε κανείς «τύχη» αυτή την Απόλυτη Υπερβατικότητα, που εξουσιάζει στο Ισλάμ τη Γη και τον Ουρανό. Ανάμεσα στο Παλάτι, στον Βασιλιά, στην Αυλή, στους Στάβλους, στα Άλογα, στους Αξιωματικούς, στους Βαλέδες, στα Τεθωρακισμένα, στη Φτωχογειτονιά, το σύστημα ανταλλαγών είναι περίπλοκο, ελάχιστα εμφανές, αλλά σίγουρο. Επιτρέπει να παραμείνει σταθερό το επίπεδο και των δύο χώρων. Όλα εξελίσσονται ομαλά, με τον εξής τρόπο: το Παλάτι έχει την αίγλη του, που συνίσταται στη μιζέρια. Οι διαταγές του Βασιλιά-Ήλιου και των αυλικών του είναι μυθολογικές. Η βιαιότητα της αστυνομίας ξεκινάει από τη γρηγοράδα της να υπάκουει σβέλτα και σωστά. Η φτωχογειτονιά αναχαιτίζει, μετριάζει, διαπερνά αυτή την απλοϊκή γρηγοράδα. Πανέμορφες ανομολόγητες συνουσίες, με τα παιδιά να διασχίζουν τα μπορντέλα, όπου αυτό που έγινε, φωτίζει τα κορμιά και τα πρόσωπα. Στην ομορφιά τους, προστίθεται η ξεδιάντροπη περιφρόνηση. Όντας γεροδεμένος, ο άνδρας παραμένει αγέρωχος, αν όχι βασιλιάς. Για να διατηρήσει την ισχύ του, το Παλάτι θέλει τη δύναμη που βγαίνει το βράδυ από τη φτωχογειτονιά.
«Είμαι η δύναμη. Το τεθωρακισμένο.»
Σ’ ετούτο το σημείο της φαντασίας μου, διερωτώμαι ποιος υπήρξε ο αυτουργός: ένας Θεός, όχι οποιοσδήποτε θεός αλλά αυτός που υπάρχει και που δεν πρόκειται να ξαναγεννηθεί, αλλά να γεννηθεί για πρώτη φορά πάνω σε κοπριά γαϊδάρου και βοδιού, να διασχίσει –κανείς δεν ξέρει πώς– το σύμπαν του μπορντέλου, να ψευτοζήσει, να πεθάνει σταυρωμένος και να γίνει δύναμη.
– Θα μπορούσες να πουλήσεις τη μητέρα σου;
– Το έχω ήδη κάνει. Βγαλμένος από έναν κώλο με τα τέσσερα, είναι εύκολο να πουλήσεις έναν κώλο.
– Και ο ήλιος;
– Για την ώρα είμαστε αδέρφια.
Η αθλιότητα των χωριών οδηγεί στην πρωτεύουσα –επομένως στον ουρανό από σκουριασμένη λαμαρίνα– τα απορρίμματα, που επιτελούν μια μονάχα λειτουργία: να γεννούν μερικά ωραία παλικάρια. Το Παλάτι κάνει υπερκατανάλωση της νιότης.
«Για να διατηρήσεις μια τάξη, γίνου λάσπη ή άφησε τον Ήλιο να σε κατακομματιάσει.»
Άραγε ποιο είδος ομορφιάς διαθέτουν αυτοί οι έφηβοι που βγήκαν από τη φτωχογειτονιά; Στα πρώτα τους χρόνια, μια μάνα ή μια πουτάνα που τους δίνει μια ηλιαχτίδα ή τη διαχέουν μεσ’ από ένα παράθυρο του Παλατιού. Και μπροστά σ’ αυτό το ανοιχτό παράθυρο, ανακαλύπτουν τμηματικά μέσα στον καθρέφτη όλα τα μέρη του προσώπου και του σώματος.'

Ζαν Ζενέ, Αιχμάλωτος του Έρωτα, μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Τόμας Λακέρ, Οι κατά Μόνας Ηδονές: Πολιτισμική Ιστορία του Αυνανισμού

'Η φροϋδική περιγραφή για το πώς συγκροτείται η ενήλικη γυναικεία σεξουαλικότητα αναδεικνύει εναργέστερα από κάθε άλλο σημείο την ένταση ανάμεσα στον φροϋδικό ριζοσπαστισμό –στο ότι δηλαδή ο Φρόυντ ανακάλυψε μια ελεύθερα ρέουσα λιβιδινική ενέργεια η οποία προσδίδει queer (κουήρ) χαρακτηριστικά στα καθαρά περιγράμματα που ορίζουν τη διαφορά– και στις κανονιστικές πολιτισμικές επιταγές οι οποίες στηρίζονται αξιωματικά πάνω σε μια τέτοια διαφορά. Οι γυναίκες καταβάλλουν το μεγαλύτερο σωματικό τίμημα για τον εκπολιτισμό· αυτές πρέπει να εγκαταλείψουν τα περισσότερα.
Ξεκινούμε τη ζωή μας με απολαύσεις που δεν έχουν διαφοροποιηθεί ανάλογα με το φύλο. Ο πρωκτικός αυνανισμός αποτελεί συνήθη πρακτική, καθώς επισήμανε ο Φρόυντ, και πράγματι στο σημείο αυτό το νήπιο ανακαλύπτει για πρώτη φορά ένα εχθρικό στην ενστικτώδη απόλαυση εξωτερικό περιβάλλον. Το σώμα πολύ χαλαρά μόνον είναι προγραμματισμένο για τη γεννητική σεξουαλικότητα·πρέπει και γι’ αυτήν να πειστεί με καλοπιάσματα. Δεν είναι αυτόματη, μολονότι από την αρχή υπάρχουν νύξεις για την παρουσία της. Το παιχνίδι με τη βάλανο του πέους και με την κλειτορίδα αναγγέλλει ότι αυτά «προορίζονται για σπουδαία πράγματα στο μέλλον», όπως λέει ο Φρόυντ, ότι είναι «οι απαρχές αυτού που πρόκειται αργότερα να μετεξελιχθεί σε ομαλή σεξουαλική ζωή». Το πώς συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν αποσαφηνίζεται. Νομίζω πως σύμφωνα με την άποψη του Φρόυντ η απαγόρευση του αυνανισμού με τα γεννητικά όργανα τα φορτίζει με το νόημα που μέλλει να αποκτήσουν τελικά. Αποκτούν αυταξία διότι αποτελούν τον τόπο της απαγόρευσης. Εν πάσει περιπτώσει, ο Φρόυντ διατυπώνει δίχως αμφισημίες την άποψή του ότι «η μελλοντική πρωτοκαθεδρία της συγκεκριμένης ερωτογόνου ζώνης στη σεξουαλική δραστηριότητα εγκαθιδρύθηκε με τον πρώιμο νηπιακό αυνανισμό», ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για πρωτοκαθεδρία που την υπαγορεύει το πεπρωμένο ή όχι.
Αν ο νηπιακός αυνανισμός συνεχιζόταν στα αγόρια και στα κορίτσια, «θα συνιστούσε την πρώτη σημαντική παρέκκλιση από την αναπτυξιακή πορεία που έχει χαράξει ο πολιτισμένος άνθρωπος». Η κομβική στιγμή για τη σεξουαλική διαφοροποίηση έρχεται κατά την ήβη, όταν τα κορίτσια πρέπει να απωθήσουν την ανδρική μορφή της σεξουαλικότητάς τους –δηλαδή να εγκαταλείψουν τον κλειτοριδικό αυνανισμό και την κλειτοριδική σεξουαλικότητητα– και να «παραδώσουν την ευαισθησία της και τη σπουδαιότητά της συγχρόνως στον κόλπο», όπως λέει ο Φρόυντ στη Νέα σειρά μαθημάτων εισαγωγής στην ψυχανάλυση. Ο αυνανισμός στην περίπτωση των μικρών έχει ως αποτέλεσμα μια «εξ ολοκλήρου αρσενική» σεξουαλικότητα της γεννητικής χώρας· «με την εγκατάλειψη του κλειτοριδικού αυνανισμού αποκηρύσσεται κάποιο ποσό ενεργητικότητας. Τώρα πια η παθητικότητα παίρνει το πάνω χέρι». Ο αυνανισμός λοιπόν δεν διαδραματίζει κομβικό ρόλο μόνο στον καθορισμό του γενετήσιου αναπτυξιακού σταδίου, αλλά, όσον αφορά τα κορίτσια, στην αναδιαμόρφωσή του επίσης ούτως ώστε προτιμώμενη έκφρασή του να γίνει η σεξουαλική συνεύρεση κατά την οποία το πέος διεισδύει στον κόλπο. Στην αρένα αυτή το κορίτσι γίνεται γυναίκα, και αν αποτύχει να υποστεί τη συγκεκριμένη μετάβαση σε οποιοδήποτε από τα στάδιά της, θα έχει επίφοβες συνέπειες. Το να εγκαταλείψουν τον κλειτοριδικό αυνανισμό συνιστά την ύψιστη μετουσίωση, όπου η σεξουαλική ενέργεια ανακατευθύνεται προς όφελος των θεωρούμενων συμφερόντων του πολιτισμού και της κοινωνικής τάξης. Επομένως, η ενοχή που νιώθουν αγόρια και κορίτσια, άνδρες και γυναίκες για τον αυνανισμό δεν είναι απλώς συμβατική· πρόκειται για την ενοχή που γεννιέται όταν το άτομο διαπράττει κάτι που «συγκρούεται με την κοινωνική αρχή». Τούτη η αρχή όμως απαιτεί ασύγκριτα περισσότερα από τις γυναίκες παρά από τους άνδρες.
«Το κέντρο της εντονότερης ανταπόκρισης κανονικά θα πρέπει με την ωριμότητα να περάσει από την κλειτορίδα στην κολπική περιοχή», γράφει στη δεκαετία του 1930 η συγγραφέας ενός βιβλίου για τα συναισθηματικά προβλήματα των γυναικών, ακολουθώντας εν πολλοίς τη φροϋδική παράδοση. Ο αυνανισμός κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή δεν επιτρέπει να συμβεί κάτι τέτοιο, όπως θα έπρεπε, παρ’ όλο που δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, όπως θα έπρεπε, παρ’ όλο που δεν πρόκειται για κάτι τελεσίδικο: «Είναι δυνατό να εκπαιδευτεί μια μη αναπτυγμένη έως τούδε περιοχή» –υπάρχουν ακόμη ελπίδες να σωθεί ο κόλπος– ενώ, όπως και να ‘χει, η κλειτορίδα διαδραματίζει όντως κάποιο ρόλο στην απόλαυση του κολπικού οργασμού. Τα γεννητικά όργανα, με άλλα λόγια, μπορούν να εκπαιδευτούν εκ νέου, αν ο αυνανισμός έχει χαλάσει την αρμόζουσα ανάπτυξή τους. Ωστόσο, είναι ολοφάνερα μέγα λάθος να αυνανίζεται κανείς· για τις γυναίκες δηλώνει διπλή παλινδρόμηση, η οποία εκπροσωπεί την επιστροφή σε ένα πρωιμότερο αυτοερωτικό στάδιο και συνάμα στις ερωτογόνες περιοχές της παιδικής ηλικίας. Στην περίπτωση των ανδρών το πέος παραμένει απαράλλακτα πηγή γενετήσιας απόλαυσης. Αν μια γυναίκα χωρίς σύντροφο πρέπει να αυνανιστεί προκειμένου να εκφορτίσει την ένταση, συμβουλεύει η ίδια γιατρός, θα πρέπει να το κάνει ανταποκρινόμενη αποκλειστικά «σε μια σαφώς ορισμένη αίσθηση σωματικής ανάγκης». Όχι φαντασιώσεις, πάση θυσία· «ξεπεράστε το και ξεχάστε το».
Η επιχειρηματολογία του Φρόυντ για τον καθολικό χαρακτήρα του νηπιακού αυνανισμού –ότι είναι αναπόφευκτος, ηθικά αθώος και κατέχει ειδικό ρόλο στην αναπτυξιακή εξέλιξη– είχε τεράστιο αντίκτυπο στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση μετά το 1920. Αντί να είναι κάτι κακοήθες και επικίνδυνο tout court μετατράπηκε σε μέρος μιας οντογενετικής διαδικασίας: καθώς ενηλικιωνόμαστε σεξουαλικά, διαβαίνουμε από τον αυνανισμό και οικοδομούμε πάνω σ’ αυτόν. Μόνο αν επιβιώσει σε μεταγενέστερο αναπτυξιακό στάδιο, σαν εκπρόσωπος πρωτόγονης φυλής που με κάποιον τρόπο εμφανίζεται γυμνός και άγριος ανάμεσα στους ευρωπαίους αστούς, υποδηλώνει ότι κάτι δεν πάει καλά, κι όχι με το σώμα αλλά με το νου. Η ενοχή, η νεύρωση ή η υστερία αντικαθιστούν τη σωματική σήψη, αλλά αυτά δεν απορρέουν τόσο από την πράξη καθαυτή όσο από τη σύγκρουσή της με την ηθική και τον πολιτισμό. (Στην αντίληψη κάποιων θεωρητικών της ψυχανάλυσης, πράγματι, ο αυνανισμός μετατράπηκε σε οδό μέσα από την οποία διακρίνεται η ναρκισσιστική τάξη της ντροπής από την αντικειμενική τάξη της ενοχής: «Η ενοχή σε σχέση με τον αυνανισμό είναι δεμένη με το φόβο του ευνουχισμού· η ντροπή έχει άλογο, πρωτογενή, απόλυτο χαρακτήρα».)'

 

Τόμας Λακέρ, Οι κατά Μόνας Ηδονές: Πολιτισμική Ιστορία του Αυνανισμού, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Νεφέλη

Εξώφυλλο: Τόμας Λακέρ, Κατασκευάζοντας το Φύλο: Σώμα και Κοινωνικό Φύλο από τους Αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόιντ

'Τι άλλο, όμως, αν όχι το σώμα; Αυτό απειλείται με ολοκληρωτική εξαφάνιση, κάτω από την επιρροή του Φουκώ, των διάφορων εκδοχών του αποδομισμού, της λακανιανής ψυχανάλυσης και ευρύτερα του μεταδομισμού. (Η αποδόμηση των σταθερών σημασιών στα κείμενα μπορεί να θεωρηθεί γενικότερη περίπτωση της αποδόμησης της γενετήσιας διαφοράς των φύλων: «τι μπορεί να σημαίνει “ταυτότητα”, ή έστω “γενετήσια ταυτότητα”, σε ένα καινούριο θεωρητικό και επιστημονικό σύμπαν, όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η έννοια της ταυτότητας;» γράφει η Τζούλια Κρίστεβα.) Οι στρατηγικές αυτές άρχισαν να ασκούν υπολογίσιμη επιρροή ανάμεσα στους ιστορικούς. Σύμφωνα με την Τζόαν Σκοτ, για παράδειγμα, το κοινωνικό φύλο δεν είναι κατηγορία που διαμεσολαβεί ανάμεσα στη σταθερή βιολογική διαφορά, αφενός, και, αφετέρου, στις ιστορικά συγκυριακές κοινωνικές σχέσεις. Μάλλον εμπεριέχει και τη βιολογία και την κοινωνία: «αποτελεί συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων, το οποίο στηρίζεται στις αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στα φύλα, [...] πρωταρχικός τρόπος νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας».
Ωστόσο, οι φεμινίστριες δε χρειάζονται τη γαλλική φιλοσοφία για ν’ αποκηρύξουν τη διάκριση ανάμεσα στο γενετήσιο και το κοινωνικό φύλο. Η Κάθρν Μακίνον, για διαφορετικούς λόγους, υποστηρίζει απερίφραστα ότι κοινωνικό φύλο είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, τον οποίο προκάλεσαν «οι κοινωνικές απαιτήσεις της ετεροφυλοφιλίας, που θεσμοποιούν την ανδρική σεξουαλική κυριαρχία και τη γυναικεία σεξουαλική υποταγή»· το γενετήσιο φύλο –πράγμα που οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα– ισοδυναμεί με κοινωνικές σχέσεις οργανωμένες έτσι ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα της ανδρικής κυριαρχίας και η επιταγή της γυναικείας υποταγής». Όπως υποστηρίζει η Ρουθ Μπλέιερ, η «επιστήμη» λανθασμένα θεωρεί τα «κατηγορήματα του κοινωνικού φύλου ως φυσικές κατηγορίες, των οποίων οι ενδεδειγμένες και επιπλέον αναγκαστικές ερμηνείες είναι οι βιολογικές». Συνεπώς, ορισμένες από τις λεγόμενες διαφορές των γενετήσιων φύλων, στο πλαίσιο των βιολογικών και των κοινωνικών ερευνών αποδεικνύονται τελικά έμφυλες κοινωνικές διαφορές, και η διάκριση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό καταρρέει, καθώς η πρώτη αναδιπλώνεται μέσα στον δεύτερο.
Τέλος, ο Φουκώ, υιοθετώντας διαφορετική φιλοσοφική σκοπιά, κατέστησε ακόμη πιο προβληματική τη φύση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας ως προς το σώμα. Η σεξουαλικότητα, υποστηρίζει, δεν είναι έμφυτη ποιότητα της σάρκας, την οποία διάφορες κοινωνίες εκθειάζουν ή καταπιέζουν – δεν είναι, όπως φαίνεται ότι θα ήθελε ο Φρόιντ, μία βιολογική ενόρμηση την οποία διοχετεύει ο πολιτισμός στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν τρόπο διάπλασης του εαυτού «στην εμπειρία της σάρκας», που η ίδια «διαμορφώνεται από ορισμένες μορφές συμπεριφοράς και με επίκεντρο αυτές». Οι μορφές αυτές, με τη σειρά τους, υπάρχουν σε σχέση με ιστορικά προσδιορίσιμα συστήματα γνώσης, σε σχέση με κανόνες του τι είναι και τι δεν είναι φυσικό και σε σχέση με εκείνο που ο Φουκώ αποκαλεί «τρόπο ή σχέση ανάμεσα στο άτομο και τον εαυτό του, τέτοιο που του επιτρέπει ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του ως σεξουαλικό υποκείμενο εν μέσω άλλων». (Γενικότερα, αυτά τα συστήματα γνώσης προκαθορίζουν τι είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς στο πλαίσιό τους.) Η σεξουαλικότητα ως μοναδικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό ύψιστης σημασίας, το οποίο διαθέτει ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δηλαδή –το αντίθετο φύλο– αποτελεί προϊόν του ύστερου δέκατου όγδοου αιώνα. Δεν υπάρχει τίποτε φυσικό σ’ αυτό. Μάλλον, η σεξουαλικότητα είναι «ένα είδος τεχνουργήματος», όπως άλλωστε όλος ο κόσμος, σύμφωνα με τον Νίτσε, ο οποίος άσκησε τεράστια φιλοσοφική επιρροή στον Φουκώ.
Έτσι, λοιπόν, πλήθος διαφορετικές οπτικές κλονίζουν τη βολική αντίληψη ότι ο άνδρας είναι άνδρας και η γυναίκα γυναίκα και ότι καθήκον του ιστορικού είναι ν’ ανακαλύψει τις πράξεις τους, τις σκέψεις τους και τις σκέψεις άλλων γι’ αυτούς. Το «πράγμα αυτό», το γενετήσιο φύλο, για το οποίο ο κόσμος είχε διάφορες απόψεις, μοιάζει να θρυμματίζεται. Η σάρκα, όμως, όπως οι καταπιεσμένοι, δε θα επιτρέψει για πολύ καιρό να την αποσιωπούν. Το γεγονός ότι γινόμαστε άνθρωποι στο πλαίσιο του πολιτισμού, όπως υποστηρίζει ο Τζέφρι Γουίκς, δε μας επιτρέπει ν’ αγνοήσουμε το σώμα: «Προφανώς το γενετήσιο φύλο είναι κάτι περισσότερο από όσα καθορίζει η κοινωνία ή ακόμη και από εκείνα που το καθιστά η ονοματοδοσία». Το σώμα επανεμφανίζεται ακόμη και στα γραπτά εκείνων που θα στρέψουν την προσοχή στη γλώσσα, στην εξουσία και στην κουλτούρα. Ο Φουκώ, παραδείγματος χάρη, επιθυμεί βαθιά ν’ ανακαλύψει έναν ουτοπικό μη κατασκευασμένο χώρο στη σάρκα, από τον οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τις «βιο-εξουσίες»: «ορμητήριο για την αντεπίθεση ενάντια στην προέλαση της σεξουαλικότητας δε θα έπρεπε να είναι η ερωτική πράξη-επιθυμία, αλλά τα σώματα και οι απολαύσεις».'

'Το γενετήσιο φύλο, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη, είναι συγκειμενικό. Οι απόπειρες να το απομονώσει κανείς από το κοινωνικά προσδιορισμένο περιβάλλον των λόγων, μέσα στους οποίους αρθρώνεται, είναι εξίσου καταδικασμένες σε αποτυχία όσο και η αναζήτηση του φιλοσόφου για ένα αληθινά άγριο παιδί ή οι απόπειρες του σύγχρονου ανθρωπολόγου να διυλίσει το πολιτισμικό, έτσι ώστε να μείνει ένα κατάλοιπο ουσιώδους ανθρώπινης ιδιότητας. Και θα προχωρούσα ακόμη περισσότερο το συλλογισμό μου, για να προσθέσω ότι το ιδιωτικό, περίκλειστο, σταθερό σώμα, που φαίνεται να θεμελιώνει τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη γενετήσια διαφορά των φύλων, αποτελεί επίσης προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών στιγμών. Το σώμα αυτό, επίσης, παρόμοια όπως συμβαίνει με τα αντίθετα γενετήσια φύλα, εισέρχεται αλλά και απομακρύνεται από το οπτικό πεδίο.'

Τόμας Λακέρ, Κατασκευάζοντας το Φύλο: Σώμα και Κοινωνικό Φύλο από τους Αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόιντ, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πολύτροπον

Εξώφυλλο: Ζιλ Ντελέζ & Φελίξ Γκουαταρί, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 1. Ο Αντι-Οιδίπους

'Αυτό λειτουργεί παντού, αλλά ακατάπαυστα, άλλοτε με διακοπές. Αυτό ανασαίνει, αυτό ζεσταίνει, αυτό τρώει. Αυτό χέζει, αυτό γαμάει... Λάθος να λέμε το αυτό. Παντού έχουμε μηχανές, και όχι, βέβαια, υπό μεταφορική έννοια: μηχανές μηχανών, με τις συζεύξεις τους, με τις συνδέσεις τους . Μια μηχανή-όργανο συνδέεται με μια μηχανή-πηγή: η μία εκπέμπει μια ροή, η άλλη την κόβει. Ο μαστός είναι μια μηχανή που παράγει γάλα, και το στόμα μια μηχανή συναρμοσμένη με αυτήν. Το στόμα του ανορεκτικού διστάζει ανάμεσα σε μια μηχανή για να τρως, σε μια πρωκτική μηχανή, σε μια μηχανή για να μιλάς και σε μια μηχανή για να ανασαίνεις (κρίση άσθματος). Έτσι, όλοι μαστορεύουμε· ο καθείς και τα μηχανάκια του. Μια μηχανή-όργανο για μια μηχανή- ενέργεια, πάντα ροές και διακοπές. Ο πρόεδρος Σρέμπερ έχει αχτίδες του ουρανού στον κώλο. Ηλιακός πρωκτός. Και να ’στε βέβαιοι, όλο αυτό δουλεύει μια χαρά. Ο πρόεδρος Σρέμπερ νιώθει κάτι, παράγει κάτι, και μπορεί με αυτό να φτιάξει μια θεωρία. Κάτι παράγεται: αποτελέσματα μηχανής και όχι μεταφορές.
Ο περίπατος του σχιζοφρενικού: είναι καλύτερο πρότυπο από τον ξαπλωμένο στο ντιβάνι νευρωτικό. Λίγος καθαρός αέρας, μια σχέση με τον έξω κόσμο: για παράδειγμα, ο περίπατος του Λεντς, όπως τον παριστάνει ο Μπύχνερ. Διαφέρει από τις στιγμές του Λεντς στο σπίτι του καλού πάστορα, ο οποίος τον πιέζει να τοποθετηθεί κοινωνικά , σε σχέση με τον Θεό της θρησκείας, σε σχέση με τον πατέρα, με τη μητέρα. Αντίθετα, εδώ βρίσκεται στα βουνά, μέσα στα χιόνια, με άλλους θεούς ή χωρίς καθόλου θεό, χωρίς οικογένεια, χωρίς πατέρα ούτε μητέρα, μαζί με τη φύση. «Τι θέλει ο πατέρας μου; Μπορεί να μου δώσει κάτι καλύτερο; Αδύνατον. Αφήστε με ήσυχο». Τα πάντα είναι μηχανές: μηχανές ουράνιες, τα άστρα ή το ουράνιο τόξο, μηχανές αλπικές, που συναρμόζονται με εκείνες του σώματός του. Αδιάλειπτος θόρυβος μηχανών. «Σκεφτόταν πως νιώθεις μιαν άπειρη μακαριότητα, καθώς σε αγγίζει η βαθύτερη ζωή κάθε μορφής, καθώς νιώθεις τις πέτρες, τα μέταλλα, το νερό και τα φυτά, καθώς δέχεσαι μέσα σου όλα τα αντικείμενα της φύσης, σαν μέσα σε όνειρο, όπως τα λουλούδια απορροφούν τον αέρα στη χάση ή στη φέξη του φεγγαριού». Να είσαι μια χλωροφυλλική μηχανή ή μια μηχανή φωτοσύνθεσης, να αφήσεις τουλάχιστον το κορμί σου να γλιστρήσει, σαν να ήταν ένα κομμάτι τους, μέσα σε τέτοιες μηχανές. Ο Λεντς τοποθετήθηκε πριν από τη διάκριση άνθρωπος-φύση, πριν απ’ όλα τα σημάδια για τα οποία έχει φροντίσει τούτη η διάκριση. Δεν ζει τη φύση ως φύση, αλλά ως διαδικασία παραγωγής. Δεν υπάρχει πλέον ούτε άνθρωπος ούτε φύση, μόνο μια διαδικασία που παράγει τον ένα μέσα στην άλλη και ζευγαρώνει τις μηχανές. Παντού παραγωγικές ή επιθυμητικές μηχανές, σχιζοφρενικές μηχανές, ολόκληρη η ζωή του είδους: εγώ και μη-εγώ, εσωτερικό και εξωτερικό δεν έχουν πλέον νόημα.
Ο περίπατος του σχιζό συνεχίζεται όταν τα πρόσωπα του Μπέκετ αποφασίζουν να βγουν έξω . Παρατηρεί κανείς αρχικά πόσο το ποικιλότροπο βάδισμά τους είναι καθαυτό μια μηχανή υψηλής ακριβείας. Κι όσο για το ποδήλατο: πώς σχετίζεται η μηχανή ποδήλατο-κόρνα με τη μηχανή μητέρα-πρωκτός; «Να μιλάς για ποδήλατα και κόρνες, πόσο άνετα! Δυστυχώς, όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτό, μα για εκείνην που μου έδωσε το φως μέσα από την κωλοτοτρυπίδα της, αν θυμάμαι καλά». Πιστεύουμε συνήθως ότι ο Οιδίπους είναι κάτι εύκολο, κάτι δεδομένο. Δεν είναι όμως έτσι: ο Οιδίπους προϋποθέτει μια εκπληκτική καταστολή των επιθυμητικών μηχανών. Και γιατί; Προς τι; Υπάρχει όντως ανάγκη ή επιθυμία να υποκύψει κανείς σ’ αυτόν; Και με ποιον τρόπο; Τι να βάλει κανείς μέσα στο οιδιπόδειο τρίγωνο, με τι να το σχηματίσει; Αρκούν άραγε γι’ αυτήν τη δουλειά η κόρνα του ποδηλάτου κι ο κώλος της μάνας μου; Δεν υπάρχουν σοβαρότερα ζητήματα; Με δεδομένο το αποτέλεσμα, ποια μηχανή μπορεί να το παραγάγει; Με δεδομένη τη μηχανή, ποια η χρησιμότητά της; Μαντέψτε, για παράδειγμα, από μια γεωμετρική περιγραφή ενός στηρίγματος για μαχαιροπήρουνα, ποια μπορεί να είναι η χρήση του.
Είτε πάλι, μπροστά σε μιαν άρτια μηχανή φτιαγμένη από έξι πέτρες στη δεξιά τσέπη του πανωφοριού μου (τσέπη προμήθειας), πέντε στη δεξιά τσε του παντελονιού μου, πέντε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού μου (τσέπες μεταβίβασης), ενώ η τελευταία τσέπη του πανωφοριού μου δέχεται της πέτρες που χρησιμοποιούνται καθώς οι άλλες κυλούν –ποιο είναι το αποτέλεσμα τούτου του κυκλώματος διανομής, όπου το ίδιο το στόμα παρεμβάλλεται σαν μηχανή που θηλάζει πέτρες; Ποια είναι εδώ η παραγωγή ηδονής; Στο τέλος του Ο Μαλόν πεθαίνει, η κυρία Πεντάλ βγάζει τους σχιζοφρενικούς περίπατο με ένα καρότσι, με ένα καράβι, για πικνίκ στο ύπαιθρο: μια δαιμόνια μηχανή καταστρώνεται.

Κάτω απ’ το δέρμα το σώμα είν’ ένα υπερθερμασμένο
εργοστάσιο
κι απ’ έξω
ο άρρωστος λαμποκοπά, γυαλίζει,
με όλους τους σκασμένους πόρους του.

Δεν έχουμε την αξίωση να ορίσουμε έναν νατουραλιστικό πόλο της σχιζοφρένειας. Εκείνο που ως άτομο, ως γένος ζει ο σχιζοφρενικός δεν είναι καθόλου ένας ειδικός πόλος της φύσης αλλά η φύση ως διαδικασία παραγωγής. Τι θα πει εδώ «διαδικασία»; Είναι πιθανό, σ’ ένα ορισμένο επίπεδο, η φύση να ξεχωρίζει από τη βιομηχανία: από μια πλευρά, η βιομηχανία αντιτίθεται στη φύση, από μιαν άλλη, αντλεί υλικά απ’ αυτήν, από μια τρίτη, της επιστρέφει τα απορρίμματά της κτλ. Αυτή η σχέση διάκρισης: άνθρωπος-φύση, βιομηχανία-φύση, κοινωνία-φύση, καθορίζει ακόμη και μέσα στην κοινωνία τη διάκριση μεταξυ αυτόνομων σχετικά σφαιρών, που θα τις ονομάσουμε «παραγωγή», «διανομή», «κατανάλωση». Όμως, γενικά, αυτό το επίπεδο διακρίσεων, υπό την αναπτυγμένη τυπική δομή του, προϋποθέτει (όπως το έδειξε ο Μαρξ) όχι μόνο το κεφάλαιο και τον καταμερισμό της εργασίας, αλλά και την ψευδή συνείδηση που το κεφαλαιοκρατικό ον αποκτά αναγκαστικά για τον εαυτό του και για τα πάγια στοιχεία μιας συνολικής διαδικασίας . Διότι είναι αλήθεια –μαύρη και εκρηκτική αλήθεια, που έγκειται στο παραλήρημα– ότι δεν υπάρχουν σφαίρες ούτε σχετικώς ανεξάρτητα κυκλώματα: η παραγωγή είναι άμεσα κατανάλωση και καταγραφή, η καταγραφή και η κατανάλωση καθορίζουν άμεσα την παραγωγή, την καθορίζουν όμως στους κόλπους της ίδιας της παραγωγής. Έτσι, όλα είναι παραγωγή: παραγωγές παραγωγών, ενεργειών και παθών· παραγωγές καταγραφών, διανομών και αναγνωριστικών σημείων· παραγωγές καταναλώσεων, ηδονών, άγχους και πόνων. Τα πάντα είναι τόσο πολύ παραγωγή, ώστε οι καταγραφές καταναλώνονται άμεσα, αναλώνονται, και οι καταναλώσεις αναπαράγονται άμεσα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα της διαδικασίας: να μεταφέρει την καταγραφή και την κατανάλωση μέσα στην ίδια την παραγωγή, να τις κάνει παραγωγές της μιας και της αυτής διαδικασίας.
Δεύτερον, δεν υπάρχει ούτε η διάκριση άνθρωπος-φύση: η ανθρώπινη ουσία της φύσης και η φυσική ουσία του ανθρώπου ταυτίζονται μέσα στη ως παραγωγή ή βιομηχανία, ταυτίζονται δηλαδή ακόμη και μέσα στη ζωή του ανθρώπου ως μέλους του ανθρώπινου γένους. Η βιομηχανία δεν μπορεί να νοηθεί πλέον ως μία εξωτερική σχέση χρησιμότητας αλλά στη ριζική της ταυτότηα με τη φύση ως παραγωγή του ανθρώπου και από τον άνθρωπο. Όχι πλέον από τον άνθρωπο ως βασιλιά της Πλάσης, αλλά μάλλον ως κάποιον που συγκινείται από τη βαθύτερη ζωή σε όλες τις μορφές και σε όλα τα είδη της, που είναι φορτωμένος με τ’ αστέρια, ακόμη και με τα ζώα, που συνδέει ακατάπαυστα μια μηχανή-όργανο με μια μηχανή-ενέργεια, ένα δέντρο με το σώμα του, έναν μαστό με το στόμα, τον ήλιο με τον κώλο: αιώνια επιφορτισμένος με τις μηχανές του Σύμπαντος. Κι αυτό είναι το δεύτερο νόημα της διαδικασίας: άνθρωπος και φύση δεν είναι σαν δύο όροι που στέκουν ο ένας αντίκρυ στον άλλον, ακόμη κι αν τους εκλάβουμε υπό μία σχέση αιτίας, κατανόησης ή έκφρασης (αιτία-αποτέλεσμα, υποκείμενο-αντικείμενο κτλ.), αλλά μόνο μία και μόνη ουσιαστική πραγματικότητα του παραγωγού και του προϊόντος. Ως διαδικασία, η παραγωγή υπερβαίνει όλες τις ιδεατές κατηγορίες και σχηματίζει ένα κύκλο που ανάγεται στην επιθυμία ως εμμενή αρχή . Γι’ αυτό και η επιθυμητική παραγωγή είναι η ουσιαστική κατηγορία μιας υλιστικής ψυχιατρικής τον καθορίζει και μεταχειρίζεται τον σχιζό ως Homo natura. Υπό έναν όμως όρο, που αποτελεί και το τρίτο νόημα της διαδικασίας: δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε τη διαδικασία ως σκοπό, ως τέλος, ούτε να τη συγχέουμε με την ίδια την επ’ άπειρον συνέχισή της. Το τέλος της διαδικασίας, ή η επ’ άπειρον συνέχισή της –που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με την απότομη και πρόωρη παύση της– συνιστά την αιτιότητα του τεχνητού σχιζοφρενικού, όπως τον βλέπουμε στο νοσοκομείο, αυτιστικό ράκος που προέκυψε ως ξεχωριστή οντότητα. Ο Λώρενς λέει για τον έρωτα: «Κάναμε τη διαδικασία σκοπό· σκοπός της κάθε διαδικασίας δεν είναι η επ’ άπειρον συνέχισή της, αλλά η εκπλήρωσή της... Η διαδικασία πρέπει να τείνει στην εκπλήρωσή της και όχι σε κάποια φοβερή εντατικοποίηση, σε κάποια φοβερή ακρότητα, όπου η ψυχή και το σώμα τελικά αφανίζονται». Η σχιζοφρένεια είναι όπως ο έρωτας: δεν υπάρχει καμιά διακριτή σχιζοφρενική ιδιότητα ή οντότητα· η σχιζοφρένεια είναι το σύμπαν των επιθυμητικών, παραγωγικών και αναπαραγωγικών μηχανών, η οικουμενική πρωτογενής παραγωγή ως «ουσιαστική πραγματικότητα του ανθρώπου και της φύσης».'

 

Ζιλ Ντελέζ & Φελίξ Γκουαταρί, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 1. Ο Αντι-Οιδίπους, μτφρ. Βασίλειος Πατσογιάννης, εκδ. Πλέθρον

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑