προγραφές

Εξώφυλλο: Ζαν Ζενέ, Αιχμάλωτος του Έρωτα

'Ο προδότης δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα στον καθένα. Το Παλάτι έπαιρνε τους στρατιώτες του, προδότες, πόρνες, μέσα από ένα επιθυμητό κατάλοιπο ενός πληθυσμού παρακμάζοντος κι η φτωχογειτονιά απαντούσε με κάθε είδους χλευασμούς. Η φτωχογειτονιά, ιδωμένη από το Παλάτι, αποτελούσε ένα συνονθύλευμα τεράτων και δυστυχιών, κι εκείνος που την έβλεπε με τις δυστυχίες της γνώριζε πρωτόφαντες χαρές. Κάτι που μετατοπιζόταν πάνω σε δυο πόδια κι έναν κορμό γύρω από το σούρουπο –και το σούρουπο προχωρεί από το πρωί ως το βράδυ πάνω σε δυο πόδια– έναν κορμό που πάνω του στήνεται ένας καρπός μ’ ένα τεντωμένο χέρι στην άκρη του, μεγάλο σαν κολυμπήθρα, ή ένα τάσι από αληθινό ωμό κρέας, με τρία διάφανα δάχτυλα, που απαιτεί τον οβολό. Ο καρπός βγαίνει μέσ’ από κουρέλια αμερικάνικων ρεταλιών, φθαρμένων, τσαλακωμένων, βρομερών, που συνταιριάζονται όλο και καλύτερα με τη λάσπη και το σκατό, πριν πουληθούν για κουρέλια, λάσπη και κοπριά. Πιο πέρα, στημένο πάντοτε σε γάμπες, ένα αιδοίο προχωρεί, γυμνό, ξυρισμένο, αλλά δονούμενο και υγρό, θέλοντας πάντα να κολλήσει πάνω μου. Αλλού, ένα και μόνο μάτι, χωρίς βλέφαρο, σταθερό, δίχως βλέμμα, κάποτε διαπεραστικό και κρεμασμένο σ’ ένα γαλάζιο μάλλινο, αλλού ένας πισινός και, εμφανές, ένα χαμηλό πέος που κρέμεται ανάμεσα σε δυο μαλακά μεριά. Η προδοσία βρίσκεται παντού. Κάθε παιδί που με επιτηρούσε γύρευε να πουλήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του, κι ο πατέρας την πεντάμορφη κόρη του. Ο καιρός ήταν καλός. Ο κόσμος χαλάρωνε. Αν και ο ουρανός ήταν αλλού, εδώ βασίλευε μια ανεξήγητη ηρεμία, όπου παρέμεναν μόνο οι φυσιολογικές λειτουργίες. Κάτω από τις τσίγκινες στέγες, η μέρα και η νύχτα έμεναν γκρίζες. Πέρασε ένας νταβατζής, ντυμένος σύμφωνα με την αμερικάνικη κινηματογραφική μόδα του 1930. Το πρόσωπό του ήταν σε ένταση και για να καταλαγιάσει σφύριζε λες και βρισκόταν νύχτα μέσα σε δάσος. Εδώ ήταν το κέντρο του μπορντέλου, ανοιχτό στους αποχαυνωμένους Αραβες. Κόλαση ή κέντρο κόλασης, τόπος απόλυτης απελπισίας ή τόπος ανάπαυσης –όπως λέμε τόπος αφόδευσης– σ’ ένα χώρο απωλείας, αυτή η συνοικία των μπορντέλων, για έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, εμπόδιζε τη φτωχογειτονιά να βουλιάξει περισσότερο και να γίνει ένα με το χώμα πάνω στο οποίο την είχαν τοποθετήσει με κάποια προσοχή. Ένωνε ήρεμα τη φτωχογειτονιά με τον υπόλοιπο κόσμο, επομένως και με το Παλάτι. Εκεί έκανες συχνά έρωτα, και υποχρεωτικά παρίσταντο νταβατζήδες, τσατσές, πελάτες στον λεγόμενο φυσιολογικό και συνεπώς ατελή έρωτα. Εδώ δεν υπάρχουν σοδομισμοί και πίπες, αλλά γαμήσια παράλληλα, σε πλαγιαστή ή όρθια στάση, γρήγορα, χωρίς φιλιά και γλειψίματα του μουνιού, του πούτσου και του κώλου: ο ελβετικός μητριαρχικός, εθνικός και βουνήσιος έρωτας. Οι ερωτικές ιδιομορφίες ήταν πιο δουλεμένες –και περίτεχνες– στα δωμάτια και στους διαδρόμους του βασιλικού Παλατιού, όπου υπήρχαν καθρέφτες, ολόκληροι τοίχοι από καθρέφτες, με το παραμικρό χάδι να απεικονίζεται επ’ άπειρον. Ως αυτό το άπειρο όπου το μάτι ξεχωρίζει τη λεπτομέρεια μιας ύστατης σχεδόν εικόνας που σμικρύνθηκε, κάτω από γωνίες που δεν περιμένεις αλλά ελπίζεις, για να πλαισιώσει τελικά την ποθητή άποψη: τη φτωχογειτονιά. Ή αλλού. Θα έπρεπε τάχα να πούμε ότι οι παλατιανοί ήταν πιο εκλεπτυσμένοι από τους ανθρώπους της φτωχογειτονιάς; Και ότι οι άνθρωποι της φτωχογειτονιάς ήξεραν ότι ζούσαν μέσα στο μυαλό του Παλατιού, συδαυλίζοντας την ηδονή του;
Ενώ σάπιζαν –και καθένας ένιωθε ανακουφισμένος, άρα και γαληνεμένος που ξέφευγε από την ηθική και αισθητική προσπάθεια– τα μπορντέλα δεν έβλεπαν να κατευθύνονται κοντά τους παρά μόνο συρόμενοι πόθοι που έπρεπε να ξεθυμάνουν γρήγορα. Αυτός που πηγαίνει στο μπορντέλο, σέρνεται σαν μυριάποδο, με την κοιλιά μέσα στον βόρβορο, ζητώντας και βρίσκοντας την τρύπα που υγραίνεται και χύνει, όπου μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα και με πέντε οργασμούς εξαφανίζεται ο εκνευρισμός μιας εβδομάδας. Αν μπορούσε ο ξένος –Άραβας ή όχι– να φθάσει ως εδώ, θα έβλεπε στο μπορντέλο την επιβίωση ενός καλοδιατηρημένου πολιτισμού, εκείνου της γνώριμης, σχεδόν ευλαβικής επαφής με τα απορρίμματα, που η Ευρώπη αποκαλεί βρωμιές. Υπήρχε πάντοτε ένα κουρδισμένο ξυπνητήρι. Μέσα σε πέντε λεπτά, ο πελάτης λυτρωνόταν από τα όνειρά του. Το δεκαοχτάχρονο παλικάρι, που θέλει να μπει στη Βασιλική Φρουρά, ή στην ομάδα των σπιούνων της αστυνομίας, φοβάται σίγουρα, παρ’ όλα αυτά, μήπως τσακώσει τον πατέρα του την ώρα που χέζει: ο μαθητευόμενος μούτσος συνθλίβει με μια κλοτσιά τη μούρη του καθισμένου ανακούρκουδα πατέρα ή διατείνεται ότι αυτός ο άνδρας κρατάει από τη Νορβηγία. Η έλλειψη ηθικής τρομάζει αλλά δεν αποτροπιάζει κανένα. Οι αφοδεύσεις παρηγορούν· έχουν ανταπόκριση στην ψυχή μας, που αισθάνεται άνετα· μας συγκρατούν από τον θάνατο. Ένας κώλος περιφέρεται, γυρεύοντας τρόπο για να φέρει εις πέρας τη λειτουργία του. Όλα όσα χρειάστηκαν για να φθάσει εκεί, για να καταλύσει την περηφάνια τού να είναι ο ευατός του, για να έχει επώνυμο, όνομα, γενιά, πατρίδα, ιδεολογία, κόμμα, τάφο, για να επωφεληθεί από ένα φέρετρο με δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου συμπτωματικά– ενώ δύσκολα θα αποκαλούσε κανείς «τύχη» αυτή την Απόλυτη Υπερβατικότητα, που εξουσιάζει στο Ισλάμ τη Γη και τον Ουρανό. Ανάμεσα στο Παλάτι, στον Βασιλιά, στην Αυλή, στους Στάβλους, στα Άλογα, στους Αξιωματικούς, στους Βαλέδες, στα Τεθωρακισμένα, στη Φτωχογειτονιά, το σύστημα ανταλλαγών είναι περίπλοκο, ελάχιστα εμφανές, αλλά σίγουρο. Επιτρέπει να παραμείνει σταθερό το επίπεδο και των δύο χώρων. Όλα εξελίσσονται ομαλά, με τον εξής τρόπο: το Παλάτι έχει την αίγλη του, που συνίσταται στη μιζέρια. Οι διαταγές του Βασιλιά-Ήλιου και των αυλικών του είναι μυθολογικές. Η βιαιότητα της αστυνομίας ξεκινάει από τη γρηγοράδα της να υπάκουει σβέλτα και σωστά. Η φτωχογειτονιά αναχαιτίζει, μετριάζει, διαπερνά αυτή την απλοϊκή γρηγοράδα. Πανέμορφες ανομολόγητες συνουσίες, με τα παιδιά να διασχίζουν τα μπορντέλα, όπου αυτό που έγινε, φωτίζει τα κορμιά και τα πρόσωπα. Στην ομορφιά τους, προστίθεται η ξεδιάντροπη περιφρόνηση. Όντας γεροδεμένος, ο άνδρας παραμένει αγέρωχος, αν όχι βασιλιάς. Για να διατηρήσει την ισχύ του, το Παλάτι θέλει τη δύναμη που βγαίνει το βράδυ από τη φτωχογειτονιά.
«Είμαι η δύναμη. Το τεθωρακισμένο.»
Σ’ ετούτο το σημείο της φαντασίας μου, διερωτώμαι ποιος υπήρξε ο αυτουργός: ένας Θεός, όχι οποιοσδήποτε θεός αλλά αυτός που υπάρχει και που δεν πρόκειται να ξαναγεννηθεί, αλλά να γεννηθεί για πρώτη φορά πάνω σε κοπριά γαϊδάρου και βοδιού, να διασχίσει –κανείς δεν ξέρει πώς– το σύμπαν του μπορντέλου, να ψευτοζήσει, να πεθάνει σταυρωμένος και να γίνει δύναμη.
– Θα μπορούσες να πουλήσεις τη μητέρα σου;
– Το έχω ήδη κάνει. Βγαλμένος από έναν κώλο με τα τέσσερα, είναι εύκολο να πουλήσεις έναν κώλο.
– Και ο ήλιος;
– Για την ώρα είμαστε αδέρφια.
Η αθλιότητα των χωριών οδηγεί στην πρωτεύουσα –επομένως στον ουρανό από σκουριασμένη λαμαρίνα– τα απορρίμματα, που επιτελούν μια μονάχα λειτουργία: να γεννούν μερικά ωραία παλικάρια. Το Παλάτι κάνει υπερκατανάλωση της νιότης.
«Για να διατηρήσεις μια τάξη, γίνου λάσπη ή άφησε τον Ήλιο να σε κατακομματιάσει.»
Άραγε ποιο είδος ομορφιάς διαθέτουν αυτοί οι έφηβοι που βγήκαν από τη φτωχογειτονιά; Στα πρώτα τους χρόνια, μια μάνα ή μια πουτάνα που τους δίνει μια ηλιαχτίδα ή τη διαχέουν μεσ’ από ένα παράθυρο του Παλατιού. Και μπροστά σ’ αυτό το ανοιχτό παράθυρο, ανακαλύπτουν τμηματικά μέσα στον καθρέφτη όλα τα μέρη του προσώπου και του σώματος.'

Ζαν Ζενέ, Αιχμάλωτος του Έρωτα, μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. Εξάντας

·

↑