προγραφές

‘Γυναίκα σωριασμένη, γδυμένη, με τις κόρες ανεστραμμένες. Όνειρο απουσίας, και όχι ηδονής. Έτσι απούσα, η γυναίκα αυτή είναι μάλλον το ίδιο το κακό παρά ανυπόμονη να χύσει – το κακό, η ανάγκη να απαρνηθούμε την τάξη χωρίς την οποία η ζωή μας θα ήταν ανέφικτη.’

‘Οι δύο πιο κοινές εικόνες: ο σταυρός, ο πούτσος.’

‘Αγαλλιάζω με τις περασμένες ακολασίες μου. Τις αναπολώ για ώρα με πρόστυχες λεπτομέρειες. Με κάνουν ευτυχισμένο τις πιο πολλές φορές. Η γεύση ενός κώλου, ενός στόματος, ενός στήθους, και κυρίως η αίσθηση της γυμνότητας: μια κοπέλα απείρως πιο γυμνή από οποιαδήποτε άλλη, παραδόξως γυμνή, άλλοτε με τις κάλτσες, τη ζώνη, το παλτό της, άλλοτε θεόγυμνη, ξυπόλυτη. Αλλά πάντοτε η πίσω σχισμή δεκτική στο βλέμμα μου, στο χέρι μου – ενίοτε δε και σε βλέμματα άλλων… Πόσο βαθύ είναι το στόμα μιας κοπέλας –πιο βαθύ κι απ’ τη νύχτα, κι απ’ τον ουρανό– λόγω του έκθετου πισινού της! Ένα οικείο χάδι στη σχισμή, και το στόμα γεμίζει τρόμο, γίνεται φλογερό, θεϊκό… Άλλες κοπέλες είναι άνοστες, με μύτρα και κώλο μεν, αλλά τόσο γυμνές όσο ένα μήλο… Ναι, αλλά η πραγματική γυμνότητα, δριμεία, μητρική, σιωπηρά λευκή και περιττωματική σαν στάβλος, τούτη η βακχική αλήθεια, με πούτσες στα σκέλια και στα χείλη, είναι η ύψιστη αλήθεια της γης, αυθυποβλητικά ιαματική και με την επιθυμία να παραμένει στη σκιά, αποδεχόμενη ατάραχα τη μοίρα της ως καταδικασμένης, για να μην ανοίγει ποτέ παρά μόνο νεκρώσιμα μάτια.’

Ζορζ Μπατάιγ, Ο μικρός, μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης, εκδ. Affect Editions

Αν ο Θεός πράττει για ένα σκοπό, είτε χάριν του ίδιου είτε χάριν κάποιου άλλου, σημαίνει ότι επιθυμεί κάτι που δεν έχει, και θα έπρεπε να συμφωνήσουμε ότι υπήρξε ένας καιρός που ο Θεός, μη έχοντας το περί ου ο λόγος αντικείμενο, επιθύμησε να το αποκτήσει· τούτο σημαίνει ότι φτιάχνουμε έναν Θεό ενδεή. Αλλά, για να μην παραλείψουμε τίποτε που θα μπορούσε να στηρίξει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη, ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι μια πέτρα που αποσπάται από ένα κτίριο πέφτει πάνω σε έναν άνθρωπο και τον σκοτώνει· θα πρέπει, λένε οι αδαείς, αυτή η πέτρα να έχει πέσει με σκοπό να σκοτώσει αυτό το άτομο· δηλαδή, τούτο συνέβη μόνον και μόνον επειδή το θέλησε ο Θεός. Αν τους απαντήσετε ότι ο άνεμος προκάλεσε αυτή την πτώση τη στιγμή που περνούσε εκείνος ο δυστυχής, θα σας ρωτήσουν, πρώτον, γιατί να περνάει ακριβώς τη στιγμή που ο άνεμος μετακίνησε την πέτρα. Αν τους απαντήσετε ότι πήγαινε να δειπνήσει σε κάποιο φίλο που τον είχε προσκαλέσει, θα θελήσουν να μάθουν γιατί αυτός ο φίλος να τον έχει προσκαλέσει εκείνη τη ώρα και όχι κάποια άλλη· θα σας κάνουν έτσι αναρίθμητες παράξενες ερωτήσεις για να ανατρέξουν από αίτιο σε αίτιο και να σας κάνουν να ομολογήσετε ότι μόνον η βούληση του Θεού, που είναι το καταφύγιο των αμαθών, είναι το πρώτο αίτιο της πτώσης αυτής της πέτρας. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν βλέπουν το ανθρώπινο σώμα, γεμίζουν θαυμασμό για την κατασκευή του· και επειδή αγνοούν τα αίτια του δημιουργήματος που τους φαίνεται τόσο θαυμαστό, συμπεραίνουν πως πρόκειται για ένα υπερφυσικό δημιούργημα, όπου τα αίτια που γνωρίζουμε δεν μπορεί να παίξουν κανένα ρόλο. Ως εκ τούτου, εκείνος που θέλει να εξετάσει σε βάθος τα έργα της δημιουργίας και να διεισδύσει ως αληθινός σοφός στα φυσικά αίτια, χωρίς να είναι υποδουλωμένος στις προκαταλήψεις που δημιουργεί η άγνοια, θεωρείται ασεβής ή καταδικάζεται πάραυτα από τη μοχθηρία εκείνων που ο αδαής αναγνωρίζει ως ερμηνευτές της φύσης και των θεών. Αυτές οι ιδιοτελείς ψυχές γνωρίζουν πολύ καλά ότι η άγνοια, που κρατά θαμπωμένο το λαό, είναι αυτή που τους δίνει υπόσταση και συντηρεί την αξιοπιστία τους.

Βαρόνος του Χόλμπαχ, Περί τριών απατεώνων: Μωυσής - Χριστός - Μωάμεθ, μτφρ. Λία Βουτσοπούλου, εκδ. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Η ρωγμή ανάμεσα σε σημασία και γνώση, ανάμεσα σε σημειωτική και σημασιολογία δεν είναι εξωγενής του ανθρώπου, αλλά είναι ρωγμή του ίδιου του υποκειμένου της γνώσης, του ανθρώπου ως Homo sapiens. Αφού, ως ομιλούν και γνωρίζον ον, πλάσμα της γνώσης και της ομιλίας, ο άνθρωπος στέκει τόσο στη σημασία όσο και στη γνώση, το ειδέναι του λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι διχασμένο και το πρόβλημα του ποιος γνωρίζει κατά τη γνώση (το πρόβλημα του υποκειμένου του ειδέναι) παραμένει το θεμελιώδες ζήτημα κάθε θεωρίας της γνώσης. Ενώ στη βαθύτερη πρόθεση της αρχαίας φιλοσοφίας (όπως άλλωστε και της σπινοζικής Ηθικής) βρίσκεται η παραδοχή που τοποθετεί στην Ιδέα (ή στον Θεό) την αρχή της γνώσης, η φιλοσοφία και οι μοντέρνες επιστήμες, ξεκινώντας από τον Descartes, προσπάθησαν αντίθετα να εγγυηθούν την ενότητα, το ενιαίο, της γνώσης διά της μυθοπλαστικής επινόησης ενός ego cogito, ενός Εγώ που, ως αμιγής αυτοσυνείδηση, εμφανίζεται ως μοναδικό υποκείμενο του ειδέναι. Όμως είναι ακριβώς αυτό το υποκείμενο του ειδέναι που η πιο πρόσφατη εξέλιξη των επιστημών του ανθρώπου αμφισβητεί. Τόσο η ψυχανάλυση –θέτοντας ένα Αυτό ως υποκείμενο της ανεπίγνωστης γνώσης– όσο και ο στρουκτουραλισμός –τοποθετώντας ένα ασυνείδητο κατηγοριακό ειδέναι στη δομή δίχως αναφορά σε ένα σκεπτόμενο υποκείμενο– και η γλωσσολογία –αναγνωρίζοντας στα φωνήματα ένα είδεναι ανεξάρτητο από το ομιλούν υποκείμενο– γνέφουν αποφασιστικά προς ένα Άλλο, Έτερο, ως υποκείμενο της γνώσης. Σε αυτό το σημείο το πρόβλημα γίνεται του περάσματος από το ειδέναι που μπορούμε να γνωρίσουμε στην ανεπίγνωστη γνώση, ανάμεσα στη γνώση του ‘Ετέρου, Έτερη γνώση, και στη γνώση του υποκειμένου. Αλλά, όπως έδειξε ο Benveniste ότι, στη γλώσσα, το σημειωτικό και το σημασιολογικό αντιπροσωπεύουν δύο κλειστούς κόσμους, που μεταξύ τους δεν υπάρχει πέρασμα, έτσι και ανάμεσα στη γνώση του Άλλου/Έτερου και στη γ ν ώ σ η του υποκειμένου υπάρχει ένα χάσμα που δε βλέπουμε πώς μπορεί να γεφυρωθεί. Το φροϋδικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο «εκεί που ήταν το Αυτό, θα έλθει το εγώ», δεν είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν είναι αλήθεια ότι το Εγώ και το Έτερο είναι στην πραγματικότητα κατ’ ανάγκην συμπληρωματικά.

Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Γούστο, μτφρ. Αντα Κλαμπατσέα, εκδ. Πατάκη-Patakis

Θέλουμε να σταθούμε στα δικά μας πόδια και να κοιτάξουμε δίκαια και ορθολογικά τον κόσμο – τα καλά του, τα κακά του, την ομορφιά και την ασχήμια του· να δούμε τον κόσμο όπως είναι και να μην τον φοβόμαστε. Να κατακτήσουμε τον κόσμο με τη λογική και όχι απλά υποτασσόμενοι δουλοπρεπώς στον τρόμο που προέρχεται απ’ αυτόν. Ολόκληρη η αντίληψη περί Θεού προκύπτει από τις αρχαίες ανατολικές δεσποτείες. Είναι μια νοοτροπία που δεν αξίζει στον ελεύθερο άνθρωπο. Όταν ακούτε ανθρώπους στην εκκλησία να εξευτελίζουν τους εαυτούς τους και να δηλώνουν άθλιοι αμαρτωλοί και τα σχετικά, αυτό είναι αξιοκαταφρόνητο και δεν αξίζει σε ανθρώπους με αυτοσεβασμό. Οφείλουμε να υψώσουμε το ανάστημά μας και να κοιτάξουμε τον κόσμο κατάματα με ειλικρίνεια. Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για τον κόσμο, και εάν δεν είναι τόσο καλό όσο θα θέλαμε, σε τελική ανάλυση και πάλι ο κόσμος θα είναι καλύτερος απ’ ό,τι τον έχουν καταντήσει αυτοί όλους αυτούς τους αιώνες. Ένας καλός κόσμος προϋποθέτει γνώση, ευγένεια και θάρρος· δεν χρειάζεται πάθος μετανοίας για το παρελθόν ή πνευματικά δεσμά που θα προκύπτουν από λόγια αδαών, τα οποία εκστομίστηκαν πριν από πάρα πολύ καιρό. Χρειάζεται ατρόμητη προοπτική και ελεύθερο πνεύμα. Χρειάζεται ελπίδα για το μέλλον, χωρίς να κοιτάζει κάποιος διαρκώς πίσω του, ένα παρελθόν που είναι νεκρό και που πιστεύουμε πως θα το υπερκεράσει το μέλλον που μπορεί να δημιουργήσει η νοημοσύνη μας.

Μπέρτραντ Ράσελ, Γιαιτί δεν είμαι χριστιανός, μτφρ. Labriana Economu, εκδ. ΟΞΥ

* * *

Όσοι αμφισβητούν τον λόγο των χρονικογράφων του Χριστού, το κάνουν κυρίως για να νομιμοποιήσουν μια αντίστροφη: ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται στο εξής στο βάθρο του τραγικού, όχι να αποτελεί το εργαλείο που ταλάνισε και εξόργισε τον Κύριο. Αυτή είναι ουσιαστικά η βάση της επιχειρηματολογίας τους· έτσι, παρουσιάζουν τον χριστιανισμό ως την παρωδία μιας τραγωδίας που μιμήθηκε τη ζωή στη ριζική της αλήθεια. Όμως τόσο τα ιερά κείμενα όσο και οι επικριτές του χριστιανισμού δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μονάχα ερμηνείες, που μοιράζονται την ίδια μοίρα με το αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους: να αποκαλύπτουν μονάχα μία πλευρά της αλήθειας. Ασφαλώς, οι μαθητές του Χριστού ξόδεψαν τη μέγιστη πνευματική δύναμη στον αγώνα τους να δικαιωθεί ο δάσκαλός τους ως ο μοναδικός κατέχων την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια, όπως προαναφέρθηκε, είναι γεγονός ότι χωράει πολλές οπτικές. Κι αυτό που δίνει υπόσταση στην αλήθεια υπό μορφή μύθου ή υπό μορφή της κοινής λογικής είναι η ατομική ταυτότητα.
Συμβαίνει κάτι παράδοξο με τη λογική της ατομικής ταυτότητας, η οποία βρίσκεται ραμμένη στον εαυτό ως φλέβα· είναι το μοναδικό εργαλείο για να ανασκάψουμε το μεγαλείο της ζωής από την ίδια τη ζωή. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι εάν κάποιος διατείνεται πιστός ή όχι. Αρκεί ο εαυτός να σκέφτεται στη βάση της εσωτερικότητας και της ατομικής ανάγκης, αγνοώντας τις σωφρονιστικές δομές του χριστιανικού Κανόνα που καλλιεργούν τον φόβο και αρνούμενος τον δογματισμό που κρύβει η βεβαιότητα του αποτελέσματος στην επιστήμη.

Λαμπριάνα Οικονόμου, 'Κριτική της καθαρής πίστης', από το ‘Επίμετρο’ της έκδοσης

Την επομένη το πρωί οι γυναίκες του Βενουά πήγαν να βάλουν λουλούδια στους τάφους. Το ίδιο έγινε και το βραδάκι και τις επόμενες ημέρες· έρχονταν όλο και περισσότερες. Πολύ γρήγορα οι τάφοι κρύφτηκαν κάτω από τα λουλούδια. Οι Γερμανοί δεν έλεγαν τίποτα. Καθώς, όμως, οι εκδηλώσεις αυτές έπαιρναν εχθρικό χαρακτήρα και δεν έμοιαζε να τις υπαγορεύει η διαιώνιση της μνήμης, αλλά η επιθυμία για πρόκληση, έφταση από τη Γενική Διεύθυνση της αστυνομίας διαταγή απαγόρευσης. Δύο χωροφύλακες στήθηκαν στην είσοδο του κοιμητηρίου. Οι γυναίκες, όμως, έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να μπουν μέσα. Τις απομάκρυναν με ηρεμία, ξορκίζοντάς τις, με ύφος καλοσυνάτο, που δεν άρμοζε και πολύ με τις περιστάσεις, να παραμείνουν ήρεμες: «Άντε, καλές μου κυράδες, μη συγχίζεστε, προχωρήστε. Μην επιμένετε, πηγαίνετε στο σπίτι σας να κάνετε τη δουλειά σας». Και όπως στέκονταν ακίνητες, λίγα βήματα πίσω, ένας από τους χωροφύλακες γύρισε προς το κοιμητήριο και κοίταξε τους τάφους με το βλέμμα εκείνο του ανθρώπου που στέκει ανίκανος μπροστά στο πεπρωμένο. Κι ύστερα, λέει: «Το βλέπετε κι εσείς, όλα τελείωσαν. Ό,τι και να κάνετε δεν πρόκειται να αλλάξει η μοίρα τους. Άντε, λοιπόν, κυράδες μου, τραβάτε στα σπίτια σας» και ένας άλλος συμπλήρωσε: «Έχουν περάσει έξι μέρες», κάνοντας μια κίνηση σαν να ήθελε να πει πως η ζωή συνεχίζεται.
Τότε, πετάχτηκε πάνω μια γυναίκα. Είχε λεπτό πρόσωπο και όμορφα γαλάζια μάτια. Ήταν ψηλή και λίγο καμπουριασμένη. Είχε ένα μαύρο πλεκτό σάλι στους ώμους. Πλησίασε τους χωροφύλακες. Αίφνης, λες και έσπασαν τα νεύρα της, άρχισε να φέρνει πέρα δώθε τις γροθιές της και να χτυπά τους χωοροφύλακες σαν να χτυπούσε σε τοίχο, χοροπηδώντας συγχρόνως. Προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά εκείνη, έχοντας χάσει παντελώς τον αυτοέλεγχό της, αρπαζόταν από τις λουρίδες τους, από τις τιράντες που κρέμονταν τα κοντόκανα, από τα υποσιάγονα του κράνους τους. Συγχρόνως ούρλιαζε: «Δολοφόνοι, δολοφόνοι».

Εμανουέλ Μποβ, Η παγίδα, μτφρ. Maria Gyparaki, εκδ. Stilvi

Άνοιξε τα μάτια, είδε τον κόσμο και παραδόξως χαμογέλασε.
Να λοιπόν γιατί είχε ανακαλύψει το χαμόγελο στους ανθρώπους. Ήταν απλώς ένα τέχνασμα της βιολογίας απέναντι στην ύπαρξη του κόσμου. «Δεν πειράζει», λέει το χαμόγελο, «συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, βρίσκομαι στον κόσμο, ναι, εδώ είναι ο κόσμος, δεν πειράζει όμως». Και το χαμόγελο γίνεται έτσι ένα άνοιγμα απ’ όπου ο κόσμος εισέρχεται σιωπηλά στον οργανισμό σου. Με το χαμόγελο ο άνθρωπος τρώει σιωπά τον κόσμο. Ίσα ίσα, μια μπουκιά κόσμου σε κάθε χαμόγελο. Που τη μασάς σιωπά. Την καταπίνεις σιωπά. Τη χωνεύεις σιωπά. Γεμίζοντας κόσμο. Αρνούμενος μια ύπαρξη χωρίς κόσμο. Γιατί, ναι, και πώς αλλιώς; Και τι άλλο; Και ποια άλλη ζωή;
Αλλά όχι, σκέφτηκε, υπάρχει πάντα μια ενδιάμεση ζωή, υπάρχει και η ζωή που στέκεται ακριβώς στο όριο. Όταν δέχεσαι τη μπουκιά του κόσμου χωρίς να τη μασάς. Όταν βάζεις στο στόμα σου τον κόσμο χωρίς να τον καταπίνεις. Όταν ζεις στον κόσμο χωρίς να τον αφήνεις να μπει στον οργανισμό σου. Όμως —όμως!— και πόσο μπορεί να ζει κανείς σε μια τέτοια μισοζωή; Διότι ο κόσμος έχει χτιστεί με άλλα μέτρα. Θέλει να ζεις ολόκληρος μέσα του ο κόσμος. Δεν ανέχεται τη μισοζωή και βρίσκει πάντα έναν τρόπο να την τιμωρεί. «Προτιμάς να ζεις στη μισοζωή;» λέει ο κόσμος. «Θα δεχτείς τότε την τιμωρία μου». «Και ποια είναι η τιμωρία που θα επιβάλλεις σ’ έναν άνθρωπο της μισοζωής;» «Είναι», λέει ο κόσμος, «η καθόλου ζωή».

Dimitris Tanoudis, Το μούδιασμα, εκδ. Στερέωμα

Ο όγκος των πληροφοριών αυξάνει μαζικά την εντροπία του κόσμου, και μάλιστα το επίπεδο θορύβου. Η σκέψη έχει ανάγκη από ηρεμία. Είναι μια αποστολή μέσα στην ηρεμία. Η σημερινή κρίση της θεωρίας έχει πολλά κοινά με την κρίση της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο Μισέλ Μπιτόρ, εκπρόσωπος του Nouveau Roman [Νέο Μυθιστόρημα] στη Γαλλία, την αντιλαμβάνεται ως κρίση του πνεύματος: «Δεν ζούμε μόνο μια οικονομική κρίση, αλλά και μια κρίση της λογοτεχνίας. Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία απειλείται. Αυτό που πραγματικά βιώνουμε τώρα στην Ευρώπη είναι μια κρίση του πνεύματος.» Στην ερώτηση πώς αναγνωρίζει κανείς αυτή την κρίση του πνεύματος, ο Μπιτόρ απαντά: «Εδώ και δέκα με είκοσι χρόνια δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτε πια στη λογοτεχνία. Υπάρχει πληθώρα εκδόσεων, αλλά και πνευματική στασιμότητα. Η αιτία είναι η κρίση της επικοινωνίας. Τα νέα μέσα επικοινωνίας είναι αξιοθαύμαστα, αλλά προκαλούν απίστευτο θόρυβο.» Ο ανεξέλεγκτα αυξανόμενος όγκος πληροφοριών, αυτή η υπερβολική θετικότητα, εκδηλώνεται ως θόρυβος. Η κοινωνία της διαφάνειας και της πληροφορίας είναι μια κοινωνία με πολύ υψηλά επίπεδα θορύβου. Αλλά δίχως αρνητικότητα, υπάρχει μόνο το Όμοιο. Το πνεύμα, το οποίο αρχικώς σημαίνει ανησυχία, οφείλει τη ζωτικότητά του στην αρνητικότητα.
Η θετική επιστήμη που καθοδηγείται από τα δεδομένα δεν παράγει καμία επίγνωση ούτε καμία αλήθεια. Απλώς λαμβάνουμε γνώση των πληροφοριών, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί ακόμη με επίγνωση. Η γνώση, λόγω της θετικότητάς της, είναι αθροιστική και σωρευτική. Οι πληροφορίες, ως θετικότητες, ούτε αλλάζουν ούτε αναγγέλλουν τίποτα. Δεν έχουν απολύτως καμία συνέπεια. Αντίθετα, η επίγνωση αποτελεί μια αρνητικότητα. Είναι αποκλειστική, εξαιρετική και εκτελεστική. Επομένως μια επίγνωση, της οποίας προηγείται μια εμπειρία, είναι ικανή να τραντάξει ολοκληρωτικά το Είναι και να επιτρέψει το ξεκίνημα κάτι εντελώς Άλλου. Αλλά η υπερβολική λήψη γνώσεων δεν αφήνει περιθώρια για την επίγνωση. Η κοινωνία της πληροφορίας είναι μια κοινωνία των βιωμάτων. Και τα βιώματα επίσης είναι αθροιστικά και σωρευτικά. Και σε αυτό ακριβώς διαφέρουν από την εμπειρία, η οποία συχνά είναι μοναδική. Επομένως το βίωμα δεν έχει πρόσβαση στον εντελώς Άλλον, αφού του λείπει ο έρωτας, ο οποίος μεταμορφώνει. Επίσης η σεξουαλικότητα αποτελεί μια θετική φόρμουλα να βιώνει κανείς την αγάπη, και ως εκ τούτου είναι επίσης αθροιστική και σωρευτική.

Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, Η αγωνία του έρωτα, μτφρ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera

Σὲ μιὰ ἐπίσκεψη στὸ Παρίσι τὸ 1891 ὁ Ὄσκαρ Οὐάϊλντ λέγεται πὼς εἶχε πεῖ: «Ὅταν ὁ Μπενβενοῦτο Τσελλίνι σταύρωσε ἕνα ζωντανὸ ἄνθρωπο γιὰ νὰ μελετήσει τὸ τρεμούλιασμα τῶν μυῶν του κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθανάτιας ἀγωνίας του, ὁ Πάπας δίκαια ἔδωσε ἄφεση ἁμαρτιῶν. Τί εἶναι ὁ θάνατος ἑνὸς ἄγνωστου ἀτόμου ὅταν αὐτὸς ὁ θάνατος δίνει τὴ δυνατότητα ν’ ἀνθίσει ἕν’ ἀθάνατο ἔργο καὶ νὰ γεννήσει, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κήτς, μιὰ αἰώνια πηγὴ ἔκστασης;». Μιὰ ἄλλη κλασικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς τάσης ἐμφανίζεται στὴν περιβόητη ἀντίδραση τοῦ συμβολιστῆ ποιητῆ Laurent Tailhade ὅταν ἄκουσε γιὰ τὴ φονικὴ βόμβα ποὺ ἔριξαν ἀναρχικοὶ μέσα στὴ Γαλλικὴ Βουλὴ τὸ 1893: «Τί σημασία ἔχουν τὰ θύματα, ἂν ἡ χειρονομία εἶναι ὡραία;». Ὄχι πολὺ ἀργότερα, τὸ Φουτουριστικὸ Μανιφέστο τοῦ Φ. Τ. Μαρινέττι ἀπηχοῦσε τὰ ἴδια συναισθήματα ἐξυμνῶντας, μαζὶ μὲ τὸν μιλιταρισμό, τὴν ἀναρχικὴ καταστροφὴ καὶ τὸν μισογυνισμό, «τὶς ὡραῖες ἰδέες ποὺ σκοτώνουν». Προχωρῶντας πέρ’ ἀπὸ τὴν παραφουσκωμένη ρητορικὴ τῶν Φουτουριστῶν, ὁ γαμπρὸς τοῦ Μουσολίνι καὶ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Τσιάνο, θὰ ἐπικύρωνε ἀργότερα τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς της ὅταν παρομοίωνε τὶς ἐκρήξεις βομβῶν ποὺ ρίχνονταν ἐναντίον τῶν ἀτάκτως φευγόντων Αἰθιόπων τὸ 1936 μὲ λουλούδια ποὺ ἄνθιζαν ξαφνικά.
Ἡ αἰσθητικοποίηση τῆς πολιτικῆς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν προκαλεῖ ἀπέχθεια ἁπλῶς καὶ μόνο λόγῳ τῆς γκροτέσκας ἀπρέπειας μὲ τὴν ὁποία ἐφαρμόζονται κριτήρια ὀμορφιᾶς σὲ φόνους ἀνθρώπινων πλασμάτων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ψυχραιμίας μὲ τὴν ὁποία μή-αἰσθητικὰ κριτήρια ἀποκλείονται ἐσκεμμένα καὶ προκλητικά. Ἂν περιορίσουμε αὐτὴν τὴ μορφολογική, ἀντι-ἀγαπητικὴ ψυχρότητα σ’ ἕνα ἐξειδικευμένο πεδίο τῆς τέχνης, ἐνδέχεται νὰ ἔχει τὶς δικαιολογίες της· πράγματι, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς μοντέρνας τέχνης θὰ ἦταν δύσκολο νὰ ἀποτιμηθεῖ χωρὶς αὐτήν. Ἀλλὰ ἐάν, ἐν συνεχείᾳ, τὴν ἐπεκτείνουμε σὲ πολιτικὴ μὲ μιὰ χειρονομία αὐτοκρατορικῆς ἀνωτερότητας, τ’ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι ἄκρως προβληματικά. Διότι ἡ ἀνιδιοτέλεια ποὺ κανονικὰ συνδέεται μὲ τὴν αἰσθητικὴ προσομοιάζει ἐδῶ ἀκριβῶς μὲ ὅ,τι εἶναι ριζικὰ ἀταίριαστο μὲ τὸ πιὸ βασικὸ ἀνθρώπινο ἐνδιαφέρον, μὲ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς. Ἡ πικρόχολη παρατήρηση τοῦ Μπένγιαμιν ὅτι ἡ αὐτοαλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου «ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο ὥστε μπορεῖ νὰ βιώσει τὴν ἴδια τοῦ τὴν καταστροφὴ ὡς αἰσθητικὴ ἡδονὴ πρώτης τάξεως» ἐκφράζει ὁλοζώντανα τὴν ἀηδία ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ αὐτή την πωρωμένη ἀποθέωση τῆς τέχνης εἰς βάρος τῆς ζωῆς.

Μάρτιν Τζέι, Η «αισθητική ιδεολογία» ως ιδεολογία (Τι σημαίνει η αισθητικοποίηση της πολιτικής), μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος

'Αυτή η κυριαρχία της θύμησης, ο αυτο-ορισμός της Ευρώπης ως lie de la mémoire, έχει και μια σκοτεινή όψη. Οι επιγραφές που είναι αναρτημένες πάνω σε τόσα και τόσα ευρωπαϊκά κτήρια δεν μιλούν μόνο για καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά ή πολιτικά επιτεύγματα. Υπενθυμίζουν και αιώνες σφαγών και οδύνης, μίσους και ανθρωποθυσίας. Σε μια γαλλική κωμόπολη, μια αναμνηστική πινακίδα αφιερωμένη στον Λαμαρτίνο, στον ειδυλλιακότερο των ποιητών, αντικρίζει στην ακριβώς απέναντι πλευρά του δρόμου μια επιγραφή που μαρτυρεί τα βασανιστήρια και την εκτέλεση αντιστασιακών μαχητών το 1944. Η Ευρώπη είναι ο τόπος όπου ο κήπος του Γκαίτε σχεδόν συνορεύει με το Μπούχενβαλντ· όπου το σπίτι του Κορνέιγ βρίσκεται δίπλα στην πλατεία που η Ζαν ντ’ Αρκ γνώρισε το αποτρόπαιο τέλος της. Τα μνημεία φόνων, ατομικών και συλλογικών, είναι παντού. Οι νεκροί, με την ανάμνησή τους αποτυπωμένη στο μάρμαρο, συχνά μοιάζουν να ξεπερνούν σε πλήθος τους ζωντανούς. Πιο προβληματικές έχουν υπάρξει οι αποφάσεις που πάρθηκαν, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων και της καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Αναμφίβολα, η χιλιοστό προς χιλιοστό αποκατάσταση των παλιών κατοικιών της Βαρσοβίας σύμφωνα με τοπογραφικά σχέδια του 18ου αιώνα είναι ένα θαύμα μαστοροσύνης και εκούσιας αναθύμησης. Το ίδιος και η αποκατάσταση της Δρέσδης ώστε να θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την παλιά της λάμψη ή η απομιμητική αναβίωση πολλών απ’ τα περασμένα κάλλη του Λένιγκραντ. Καθώς όμως κανείς περπατά ανάμεσα σ’ αυτά τα χειροπιαστά φαντάσματα, ξεπηδά σιγά-σιγά η αίσθηση μιας πραγματικότητας αληθινά απόκοσμης, μια θλίψη απροσμέτρητη. Υπάρχει κάτι λάθος σ’ όλη αυτή την ορθότητα. Είναι σαν ακόμα κι η προοπτική του βάθους να μην είναι παρά μια σκέτη πρόσοψη. Είναι πολύ δύσκολο να βάλεις σε λέξεις τη ζεστασιά, την αύρα που χαρίζει ο αυθεντικός χρόνος, ο χρόνος ως βιωμένη διαδικασία, στο παιχνίδι του φωτός πάνω στις πέτρες, πάνω στις πλατείες, πάνω στις στέγες. Στην πλαστότητα του ανακατασκευασμένου, το φως έχει τη γεύση του νέον.'

'Η αξιοπρέπεια του homo sapiens εδράζεται [...] στην πραγμάτωση της σοφίας, την επιδίωξη της μη χρησιμοθηρικής γνώσης, στη δημιουργία της ομορφιάς. Το να βγάζεις λεφτά και να γεμίζεις τη ζωή σου με όλο και πιο τετριμμένα υλικά είναι ένα πάθος βαθύτατα χυδαίο — ένα πάθος που σ' αφήνει αδειανό. Ίσως η Ευρώπη, με τρόπους πολύ δύσκολο ακόμα να τους φανταστούμε, να γεννήσει μια αντιβιομηχανική επανάσταση, όπως κάποτε γέννησε την ίδια τη βιομηχανική επανάσταση. Είναι ορισμένα ιδανικά συνδεόμενα με τη σχόλη, την ιδιωτικότητα, τον αναρχικό ατομικισμό, τα οποία σχεδόν πνίγονται μέσα στην επιδεικτική κατανάλωση και την ομοιομορφία του αμερικανικού και ασιατικοαμερικανικού μοντέλου. Τα ιδανικά αυτά βρίσκουν τη φυσική λειτουργία τους μέσα σ' ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο, ακόμα κι αν το πλαίσιο αυτό ενδεχομένως να συνεπάγεται κι ένα βαθμό υλικής αυτοσυγκράτησης. Όσοι γνώρισαν την ανατολική Ευρώπη στα χρόνια των μαύρων δεκαετιών, ή τη Βρετανία στα χρόνια της λιτότητας, ξέρουν τι είδους ανθρώπινη αλληλεγγύη και δημιουργικότητα μπορεί να προκύψει μέσα απ’ τη σχετική ένδεια. Δεν σκοτώνει η πολιτική λογοκρισία: σκοτώνει ο δεσποτισμός της μαζικής αγοράς και η καταξίωση της εμπορευματοποιημένης διασημότητας.'

Τζορτζ Στάινερ, Η ιδέα της Ευρώπης, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. ΔΩΜΑ

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑