
Η ρωγμή ανάμεσα σε σημασία και γνώση, ανάμεσα σε σημειωτική και σημασιολογία δεν είναι εξωγενής του ανθρώπου, αλλά είναι ρωγμή του ίδιου του υποκειμένου της γνώσης, του ανθρώπου ως Homo sapiens. Αφού, ως ομιλούν και γνωρίζον ον, πλάσμα της γνώσης και της ομιλίας, ο άνθρωπος στέκει τόσο στη σημασία όσο και στη γνώση, το ειδέναι του λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι διχασμένο και το πρόβλημα του ποιος γνωρίζει κατά τη γνώση (το πρόβλημα του υποκειμένου του ειδέναι) παραμένει το θεμελιώδες ζήτημα κάθε θεωρίας της γνώσης. Ενώ στη βαθύτερη πρόθεση της αρχαίας φιλοσοφίας (όπως άλλωστε και της σπινοζικής Ηθικής) βρίσκεται η παραδοχή που τοποθετεί στην Ιδέα (ή στον Θεό) την αρχή της γνώσης, η φιλοσοφία και οι μοντέρνες επιστήμες, ξεκινώντας από τον Descartes, προσπάθησαν αντίθετα να εγγυηθούν την ενότητα, το ενιαίο, της γνώσης διά της μυθοπλαστικής επινόησης ενός ego cogito, ενός Εγώ που, ως αμιγής αυτοσυνείδηση, εμφανίζεται ως μοναδικό υποκείμενο του ειδέναι. Όμως είναι ακριβώς αυτό το υποκείμενο του ειδέναι που η πιο πρόσφατη εξέλιξη των επιστημών του ανθρώπου αμφισβητεί. Τόσο η ψυχανάλυση –θέτοντας ένα Αυτό ως υποκείμενο της ανεπίγνωστης γνώσης– όσο και ο στρουκτουραλισμός –τοποθετώντας ένα ασυνείδητο κατηγοριακό ειδέναι στη δομή δίχως αναφορά σε ένα σκεπτόμενο υποκείμενο– και η γλωσσολογία –αναγνωρίζοντας στα φωνήματα ένα είδεναι ανεξάρτητο από το ομιλούν υποκείμενο– γνέφουν αποφασιστικά προς ένα Άλλο, Έτερο, ως υποκείμενο της γνώσης. Σε αυτό το σημείο το πρόβλημα γίνεται του περάσματος από το ειδέναι που μπορούμε να γνωρίσουμε στην ανεπίγνωστη γνώση, ανάμεσα στη γνώση του ‘Ετέρου, Έτερη γνώση, και στη γνώση του υποκειμένου. Αλλά, όπως έδειξε ο Benveniste ότι, στη γλώσσα, το σημειωτικό και το σημασιολογικό αντιπροσωπεύουν δύο κλειστούς κόσμους, που μεταξύ τους δεν υπάρχει πέρασμα, έτσι και ανάμεσα στη γνώση του Άλλου/Έτερου και στη γ ν ώ σ η του υποκειμένου υπάρχει ένα χάσμα που δε βλέπουμε πώς μπορεί να γεφυρωθεί. Το φροϋδικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο «εκεί που ήταν το Αυτό, θα έλθει το εγώ», δεν είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν είναι αλήθεια ότι το Εγώ και το Έτερο είναι στην πραγματικότητα κατ’ ανάγκην συμπληρωματικά.
Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Γούστο, μτφρ. Αντα Κλαμπατσέα, εκδ. Πατάκη-Patakis
