
'Κοινὸς τόπος τῆς φιλολογίας τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα ἦταν νὰ θεωρεῖται ἡ γλώσσα «ἔνδυμα τῆς σκέψης», μὲ τὴν προϋπόθεση, βέβαια, ὅτι αὐτὸ ποὺ βάρυνε περισσότερο ἥταν ἡ σκέψη. Ἡ ἀκραία αἰσθητική θέση ἀντιστρέφει τὸ ἀξίωμα αύτὸ τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα καὶ δίνει τὴ βαρύτητα στὸ ἔνδυμα. Ἡ σκέψη εἶναι ἁπλῶς ἡ βιτρίνα στὴν ὁποία ἐκτίθεται τὸ φόρεμα.'
'Ἡ «μορφὴ» καὶ τὸ «περιεχόμενο» ἐπιδροῦν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Ἡ ἑνότητα αύτὴ στὰ ἔργα τέχνης ἐνέπνευσε τὸ περίφημο ρητό τοῦ Walter Pater ὅτι ὁλόκληρη ἡ τέχνη ἀποβλέπει στὴ μουσική, στὴν ὁποία, ὑποστήριζε, μορφὴ καὶ περιεχόμενο εἶναι ἀδιαχώριστα.'
'«Νὰ ζήσουμε; Αὐτὸ θὰ τὸ κάνουν γιὰ μάς οἱ ὑπηρέτες μας». Μόνον παραμένοντας ἀμέτοχος μπορεῖ ὁ αίσθητὴς νὰ ἐκτιμήσει τὴ ζωὴ ὡς θεατής· εἶναι θεατὴς ἀκόμη καὶ τῶν δικῶν του συγκινήσεων. (Αύτό, βέβαια, παρουσιάζει τὴ δυσκολία τοῦ νὰ βρίσκεται κανεὶς συγχρόνως μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.) Ἡ αἰσθητικὴ προσπέλαση τῆς ζωῆς εἶναι, λοιπὸν, θεωρητική, ὄχι ἐνεργός.'
'Στὴν πράξη, πάρα πολλά ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ποιὸν θεωροῦμε καλύτερο τρόπο νὰ ζήσουμε. Γιὰ τὸν Pater, τὰ πἀντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μιὰ «ἐπιταχυμένη, πολλαπλασιασμένη συνείδηση», μιὰ ἐμπειρία ἔντονη καὶ συγχρόνως ποικίλη. Κάθε τι ποὺ ἔχει τὴ φύση τῆς ἐπανάληψης —καὶ αὐτὸ περιλαμβάνει μᾶλλον καὶ τὴν καταπιεστικὴ συμπεριφορὰ τοῦ χυδαίου αἰσθησιακοῦ— πρέπει νὰ μειωθεῖ στὸ ἐλάχιστο. «Θὰ μποροῦσε κατὰ κάποιο τρόπο νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἀποτυχία μας συνίσταται στὸ ὄτι διαμορφώνουμε συνήθειες· γιατί, τελικά, ἡ συνήθεια ἔχει σχέση μὲ ἕναν τυποποιημένο κόσμο, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ μόνον ἡ προχειρότητα τοῦ βλέμματος κάνει δυὸ πρόσωπα, δυὸ πράγματα, δυὸ καταστάσεις νὰ φαίνονται ὄμοια».'
'[...] ἡ τέχνη πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται γιὰ τὴν ἄμεση ἐντύπωση ποὺ προξενεῖ, γιὰ κάτι ποὺ γίνεται δεκτὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐκτίμησης, ὅχι γιὰ ὀποιαδήποτε καθαρὰ ὑποθετικὸ ἐπακόλουθο. [...] «σκοπὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐμπειρία, ὄχι ὁ καρπὸς τῆς ἐμπειρίας».
Ὁ θεωρητικός αἰσθητισμός μπορεῖ νὰ συνιστᾶ μιὰ πλούσια καὶ ποικίλη ἐμπειρία, συγχρόνως ὅμως προτείνει καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς ζωῆς — αὐτοῦ ποὺ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι πιεσμένοι ἀπὸ τὶς περιστάσεις, μπλεγμένοι σὲ προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἔχοντας ἀναλάβει ὁρισμένες ὑποχρεώσεις, θεωροῦν ζωή. Ἐμφανῶς προϋποθέτει ἐλεύθερο χρόνο καὶ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ἀνιαρές ἀσχολίες.'
'Ἡ Ὀμορφιὰ εἶναι ἀποτέλεσμα καί, ὡς ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὸ πνεύμα ποὺ τὴ δοκιμάζει.'
Ρ. Β. Τζόνσον, Αισθητισμός: Η γλώσσα της κριτικής, μτφρ. Ελένη Μοσχονά, εκδ. Ερμής















