προγραφές

'Κοινὸς τόπος τῆς φιλολογίας τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα ἦταν νὰ θεωρεῖται ἡ γλώσσα «ἔνδυμα τῆς σκέψης», μὲ τὴν προϋπόθεση, βέβαια, ὅτι αὐτὸ ποὺ βάρυνε περισσότερο ἥταν ἡ σκέψη. Ἡ ἀκραία αἰσθητική θέση ἀντιστρέφει τὸ ἀξίωμα αύτὸ τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα καὶ δίνει τὴ βαρύτητα στὸ ἔνδυμα. Ἡ σκέψη εἶναι ἁπλῶς ἡ βιτρίνα στὴν ὁποία ἐκτίθεται τὸ φόρεμα.'

'Ἡ «μορφὴ» καὶ τὸ «περιεχόμενο» ἐπιδροῦν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Ἡ ἑνότητα αύτὴ στὰ ἔργα τέχνης ἐνέπνευσε τὸ περίφημο ρητό τοῦ Walter Pater ὅτι ὁλόκληρη ἡ τέχνη ἀποβλέπει στὴ μουσική, στὴν ὁποία, ὑποστήριζε, μορφὴ καὶ περιεχόμενο εἶναι ἀδιαχώριστα.'

'«Νὰ ζήσουμε; Αὐτὸ θὰ τὸ κάνουν γιὰ μάς οἱ ὑπηρέτες μας». Μόνον παραμένοντας ἀμέτοχος μπορεῖ ὁ αίσθητὴς νὰ ἐκτιμήσει τὴ ζωὴ ὡς θεατής· εἶναι θεατὴς ἀκόμη καὶ τῶν δικῶν του συγκινήσεων. (Αύτό, βέβαια, παρουσιάζει τὴ δυσκολία τοῦ νὰ βρίσκεται κανεὶς συγχρόνως μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.) Ἡ αἰσθητικὴ προσπέλαση τῆς ζωῆς εἶναι, λοιπὸν, θεωρητική, ὄχι ἐνεργός.'

'Στὴν πράξη, πάρα πολλά ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ποιὸν θεωροῦμε καλύτερο τρόπο νὰ ζήσουμε. Γιὰ τὸν Pater, τὰ πἀντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μιὰ «ἐπιταχυμένη, πολλαπλασιασμένη συνείδηση», μιὰ ἐμπειρία ἔντονη καὶ συγχρόνως ποικίλη. Κάθε τι ποὺ ἔχει τὴ φύση τῆς ἐπανάληψης —καὶ αὐτὸ περιλαμβάνει μᾶλλον καὶ τὴν καταπιεστικὴ συμπεριφορὰ τοῦ χυδαίου αἰσθησιακοῦ— πρέπει νὰ μειωθεῖ στὸ ἐλάχιστο. «Θὰ μποροῦσε κατὰ κάποιο τρόπο νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ ἀποτυχία μας συνίσταται στὸ ὄτι διαμορφώνουμε συνήθειες· γιατί, τελικά, ἡ συνήθεια ἔχει σχέση μὲ ἕναν τυποποιημένο κόσμο, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ μόνον ἡ προχειρότητα τοῦ βλέμματος κάνει δυὸ πρόσωπα, δυὸ πράγματα, δυὸ καταστάσεις νὰ φαίνονται ὄμοια».'

'[...] ἡ τέχνη πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται γιὰ τὴν ἄμεση ἐντύπωση ποὺ προξενεῖ, γιὰ κάτι ποὺ γίνεται δεκτὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐκτίμησης, ὅχι γιὰ ὀποιαδήποτε καθαρὰ ὑποθετικὸ ἐπακόλουθο. [...] «σκοπὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐμπειρία, ὄχι ὁ καρπὸς τῆς ἐμπειρίας».
Ὁ θεωρητικός αἰσθητισμός μπορεῖ νὰ συνιστᾶ μιὰ πλούσια καὶ ποικίλη ἐμπειρία, συγχρόνως ὅμως προτείνει καὶ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς ζωῆς — αὐτοῦ ποὺ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι πιεσμένοι ἀπὸ τὶς περιστάσεις, μπλεγμένοι σὲ προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἔχοντας ἀναλάβει ὁρισμένες ὑποχρεώσεις, θεωροῦν ζωή. Ἐμφανῶς προϋποθέτει ἐλεύθερο χρόνο καὶ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ ἀνιαρές ἀσχολίες.'

'Ἡ Ὀμορφιὰ εἶναι ἀποτέλεσμα καί, ὡς ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὸ πνεύμα ποὺ τὴ δοκιμάζει.'

Ρ. Β. Τζόνσον, Αισθητισμός: Η γλώσσα της κριτικής, μτφρ. Ελένη Μοσχονά, εκδ. Ερμής

Όταν πεθάνω θέλω να με θυμούνται μόνη, εγκαταλειμμένη από όλους. Τις στιγμές πριν, όταν δε θα είμαι ούτε νεκρή αλλά ούτε και θα αναπνέω κανονικά, φαντάζομαι το σώμα μου γυμνό, σ’ ένα ξενοδοχείο, στη μέση του δωματίου να κρέμεται διπλωμένο από ιμάντες από το ταβάνι, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Οι μηροί μου θα είναι ελαφρώς ανοιχτοί, τα γόνατα λυγισμένα προς τα πίσω, οι πατούσες ενωμένες, δεμένες και αυτές μεταξύ τους, κοντά στο ύψος των καρπών. Το δέρμα μου θέλω να είναι χλωμό, μόνο γύρω από τη σχισμή μου το τρίχωμα θα παραμένει μαύρο. Στο πάτωμα θέλω να είναι ριγμένα άγρια λουλούδια, όχι όπως αυτά που μπορεί να αγοράσει κανείς σε ένα ανθοπωλείο, αλλά πιο πολύ σαν αυτά που θα μπορούσε να βρει στην εξοχή. Λουλούδια με έντονα χρώματα και μυρωδιά δυναττή, ικανή να προκαλέσει λιποθυμία. Στον τοίχο πίσω μου θα βρίσκεται ένα όρθιο ομοίωμα του σώματος του αγαπημένου μου. Με τα χέρια αφημένα στο πλάι των μηρών, θα είναι κι εκείνος γυμνός, το μόριό του σε απερχόμενη στύση, μαλακό, με μια ελαφριά κλίση.
Όταν πεθάνω θέλω κανείς να μη μπορεί να θυμηθεί πώς έζησα, ούτε και εκείνος ο ίδιος. Το ψεύτικο σώμα του να με συντροφεύει. Άδειο πια από φόβο, στραμμένο προς το μέρος μου να παρατηρεί το δικό μου σώμα. Εκείνο το σώμα στο οποίο άλλοτε κατοικούσε, χύνοντας μέσα του υγρά και συναισθήματα όπως η θλίψη και η μοναξιά. Στο δωμάτιο θέλω να υπάρχει μόνο ένα έντονο φως. Θα πέφτει πάνω μου και θα τονίζει τα σημεία από τα οποία οι ιμάντες με συγκρατούν σε ακινησία, ενώ τα μαλλιά μου, ριγμένα μπροστά, θα σκιάζουν το πρόσωπό μου. Δεν θέλω να υπάρουν παράθυρα, ούτε και φυσικό φως.
Όταν πεθάνω θέλω κανείς να μη με θυμάται όμορφη ή άσχημη, να ξεχαστούν ολοκληρωτικά τα χέρια μου. Τα στήθη μου να θυμίζουν μόνο βουνά, τα κοιλώματα των πλευρών και η κοιλιά μου να θυμίζουν απλωμένα πελάγη, από τον κορμό να απουσιάζει κάθε ίχνος θηλυκότητας. Κάτω από μένα θα βρίσκεται ένας μαρμάρινος βωμός. Υπολείμματα κεριών θα σιγοκαίνε. Κανείς δεν θέλω να καταλάβει ότι πρόκειται για τα κεριά που λιώσαμε ο αγαπημένος μου και γω, ο ένας πάνω στο σώμα του άλλου. Το δέρμα μου θέλω να είναι γδαρμένο, χαραγμένο και σημαδεμένο από όλες εκείνες τις ουλές. Οι γωνίες μου αιχμηρές, όμως η σάρκα ακόμα απαλή.

Ευανθία Χαριτοπούλου (Evan Chari), Όμως η σάρκα ακόμα απαλή, εκδ. Ενύπνιο

'Λίγα αγόρια ανέφεραν την όξινη γεύση του σάλιου της −τη γεύση των υγρών για τη χώνευση που δεν είχαν τίποτα να χωνεύσουν−, όμως κανένα από αυτά τα σημάδια κακής διατροφής ή ασθένειας ή θλίψης (οι μικρές πληγές στις άκρες του στόματός της, το σημείο πίσω από το αριστερό της αυτί όπου της είχαν πέσει τα μαλλιά) δεν επηρέαζε τη συναρπαστική εντύπωση ότι η Λουξ ήταν ένας αισθησιακός άγγελος. Είπαν ότι είχε καθηλωθεί στην καμινάδα σαν από δύο μεγάλες φτερούγες που χτυπούσαν, κι από το ανεπαίσθητο ξανθό χνούδι στο πάνω χείλι της που ήταν σαν φτέρωμα στην αφή. Τα μάτια της γυάλιζαν, έκλαιγαν, προσηλωμένα στην αποστολή της, όπως θα μπορούσαν να είναι μόνο τα μάτια ενός πλάσματος χωρίς αμφιβολίες είτε για τη δόξα της Δημιουργίας είτε για την ασημαντότητά της. Τα λόγια που χρησιμοποιούσαν τα αγόρια, τα ζαρωμένα καχύποπτα φρύδια τους, ο φόβος, η σαστιμάρα, έκαναν σαφές ότι είχαν χρησιμεύσει μόνο ως τα πιο ασήμαντα σκαλοπάτια στην ανάβαση της Λουξ και στο τέλος, παρότι είχαν φτάσει κι εκείνα στην κορυφή, δεν μπορούσαν να μας πουν τι υπήρχε πέρα από αυτήν. Λίγα παιδιά υπογράμμισαν τη συνταραχτική αίσθηση της απροσμέτρητης ευσπλαχνίας της Λουξ.'

'Το να προσπαθούμε να εντοπίσουμε ακριβώς την τυραννία των κοριτσιών είναι σαν την εξέταση που μας προτρέπουν οι γιατροί να κάνουμε μόνοι μας (έχουμε φτάσει σ’ αυτή την ηλικία). Σε τακτά διαστήματα, υποχρεωνόμαστε να ερευνούμε, με κλινική αποστασιοποίηση, το πιο απόκρυφο σακουλάκι μας και, πιέζοντάς το, να εντυπωσιαζόμαστε συνειδητοποιώντας την ανατομία του: δύο αυγά χελώνας, μέσα σε μια φωλιά από μικροσκοπικούς κοκκόλοβους, κάτι σαν φαγόπυρο, με σωληνάκια που διακλαδίζονται μέσα κι έξω, με χόνδρους και οζίδια. Μας ζητούσαν να βρούμε μέσα σε τούτο τον ασαφώς χαρτογραφημένο τόπο, ανάμεσα σε θρόμβους και σπείρες που υπήρχαν φυσιολογικά εκεί, πιθανούς νεόφερτους εισβολείς. Ποτέ δεν συνειδητοποιούσαμε, προτού ψάξουμε, πόσα εξογκώματα είχαμε. Έτσι, ξαπλώνουμε ανάασκελα, ψηλαφώντας, διστάζοντας, ψηλαφώντας πάλι, και οι σπόροι του θανάτου χάνονται μέσα στο χάος που μας έπλασε ο Θεός.
Δεν είναι διαφορετικά με τα κορίτσια. Με το που αρχίσαμε να ψηλαφούμε τη θλίψη τους, βρεθήκαμε ν’ αναρωτίομαστε κατά πόσο το συγκεκριμένο τραύμα ήταν θανάσιμο ή όχι, ή κατά πόσο (με την τυφλή μας ιατρική) είναι καν τραύμα. Μπορεί να είναι κι ένα στόμα, που είναι εξίσου υγρό και ζεστό. Η ουλή μπορεί να είναι πάνω από την καρδιά ή το γόνατο. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ψηλαφούμε τα πόδια και τα χέρια, πάνω από τον τρυφερό δίλοβο κορμό, προς το πρόσωπο που φανταζόμαστε. Μας μιλαέι. Όμως εμείς δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε.'

'Αυτό που σερνόταν πίσω τους δεν ήταν η ζωή, η οποία πάντα ξεπερνάει τον φυσικό θάνατο, αλλά η πιο τετριμμένη λίστα κοινότοπων δεδομένων: ένα ρολόι που χτυπάει στον τοίχο, ένα δωμάτιο μισοσκότεινο το μεσημέρι και η εξωφρενικότητα ενός ανθρώπινου πλάσματος που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Το μυαλό του θολώνει μπροστά σε όλα τα άλλα, ωστόσο φουντώνει σε συγκεκριμένα σημεία πόνου, προσωπικού τραυματισμού, χαμένων ονείρων. Κάθε άλλο αγαπημένο πρόσωπο υποχωρεί σαν να περνάει από πίσω ένα απέραντο παγόβουνο, συρρικνώνεται σε μαύρες κουκκίδες που γνέφουν κουνώντας μικροσκοπικά χέρια, και δεν μπορεί ν’ ακουστεί. Έπειτα το σκοινί που περνιέται πάνω από το δοκάρι, το υπνωτικό χάπι που πέφτει στην παλάμη με τη μακριά, ψεύτρα γραμμή της ζωής, το παράθυρο που ανοίγει διάπλατα, ο φούρνος που ανάβει, οτιδήποτε. Μας έβαλαν να συμμετάσχουμε στην τρέλα τους, γιατί δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε ξανά πάνω στα βήματά τους, να στοχαστούμε ξανά τις σκέψεις τους και να δούμε ότι καμία από αυτές δεν οδηγούσε σ’ εμάς. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε την κενότητα ενός πλάσματος που έβαλε ένα ξυράφι στους καρπούς κι άνοιξε τις φλέβες του, την κενότητα και τη γαλήνη. Κι αναγκαστήκαμε να τρίβουμε το μουσούδι μας στα τελευταία τους ίχνη, στα σημάδια από λάσπη στο πάτωμα, στα μπαούλα που κλότσησαν κάτω από τα πόδια τους, αναγκαστήκαμε ν’ ανασαίνουμε για πάντα τον αέρα των δωματίων όπου αφαίρεσαν τη ζωή τους.'

Τζέφρι Ευγενίδης, Αυτόχειρες παρθένοι, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη

'Η άνοιξη είχε έρθει στο Σαντιάγο όπως κάθε χρόνο αλλά αυτή τη φορά ερχόταν με παλλόμενα χρώματα που έβαφαν τους τοίχους με βίαια γκράφιτι και ελευθεριακά συνθήματα, με συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις και φοιτητικές πορείες που τις διέλυαν αν ψυχρώ οι υδροφόρες της αστυνομίας. Με μια βροχή από πέτρες τα παιδιά του πανεπιστημίου αντιστέκονταν στους λιγδιάρικους πίδακες των μπάτσων. Και έβγαιναν ξανά και ξανά στην επίθεση παίρνοντας το δρόμο με τη μολότοφ τρυφερότητά τους που την άναβε η οργή. Με μια βόμβα έκοβαν το φως και όλος ο κόσμος να αγοράζει κεριά, να αποθηκεύει κεριά και άλλα κεριά για να φωτίζει δρόμους και χαντάκια, για να τροφοδοτεί με κάρβουνα τη μνήμη, για να ποδοπατάει και να σβήνει τις σπίθες της λήθης. Σαν να κατέβαζαν έναν κομήτη μέχρι η ουρά του να αγγίξει τη γη ως φόρος τιμής σε τόσους εξαφανισμένους.'

'Γιατί ήταν τόσο καλότροπος μαζί της αφού ήξερε πως θα του έλεγε ναι; Γιατί το παράκανε έτσι μ’ αυτές τις ευγένειες ενός γέρου της παλιάς εποχής; Λες και τα μάτια του την έβλεπαν σαν καμιά ηλικιωμένη, με τόσο σεβασμό και μόνο με σεβασμό και άντε πάλι σεβασμό. Όταν εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν αυτός να τον κόψει όλον αυτό τον περίφημο σεβασμό. Να ριχτεί επάνω της και να την πνίξει με την μπόχα του ξαναμμένου αρσενικού. Να της τραβήξει και να της σκίσει τα ρούχα, να την ξεγυμνώσει, να την αφήσει ολόγυμνη σαν κακοποιημένη παρθένα. Γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός σεβασμός που είχε γνωρίσει στη ζωή της, το μοναδικό πατρικό κέντρισμα που έσκιζε μέχρι να αιμορραγήσει το κωλαράκι της μικρής αδελφούλας. Και μ’ αυτή την ουλή του σεβασμού είχε μάθει να ζει, σαν να συμβιώνει με το νύχι ενός αρπακτικού, κατευνάζοντάς το, δαμάζοντας την αγριάδα του, μαλακώνοντας το νύχι της επίθεσης, συνηθίζοντας το βίαιο γρατζούνισμά του, μαθαίνοντας να απολαμβάνει το σεξουαλικό γδάρσιμό του ως τη μοναδική μορφή στοργής. Γι’ αυτό και τους καλούς τρόπους του Κάρλος τους ένιωθε σαν βιαιοπραγία επάνω της με τη βελούδινη πραότητά τους.'

Πέδρο Λεμεμπέλ, Φοβάμαι, ταυρομάχε, μτφρ. Kostas Athanasiou, εκδ. Καστανιώτη

«Βρισκόμαστε στὸ λιβάδι τῆς Κρυσταλλιασμένης Ζάχαρης», εἶπε ὁ Καρυοθραύστης, «άλλὰ σὲ λίγο θὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ κείνη τὴν πύλη». Κοιτάζοντας λοιπὸν πρὸς τὰ πάνω, ἡ Μαρὶ εἶδε μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὴν ὡραία πύλη ποὺ ὑψωνόταν στὸ λιβάδι μονάχα λίγα βήματα πιὸ πέρα. Ἔμοιαζε φτιαγμένη ὁλάκερη ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο μὲ καφετιὲς πιτσιλιὲς καὶ στίγματα στὸ χρῶμα τῆς σταφίδας, ἀλλά, ὅταν πλησίασε περισσότερο, εἶδε πὼς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἕνα μεῖγμα κουφέτων ἀμυγδάλου καὶ σταφίδας, γι᾽ αύτὸ καί, ὅπως τὴ διαβεβαίωσε ὁ Καρυοθραύστης, ἡ πύλη ποὺ περνοῦσαν ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁνομαζόταν «Πύλη τῶν ἀμυγδάλων καὶ τῶν σταφίδων». Οἱ κακὲς γλῶσσες τὴν ἀποκαλοῦσαν μ᾽ ἕνα ὄνομα πολὺ ἀταίριαστο, δηλαδὴ «Ταγὴ τῶν φοιτητῶν». Σὲ μιὰ στοὰ στὸ πλάι τῆς πύλης, φτιαγμένη προφανῶς ἀπὸ ζάχαρη ζαχαροκάλαμου, ἕξι μαϊμουδάκια ντυμένα μὲ κόκκινα γιλεκάκια ἔπαιζαν τὴν ὡραιότερη ἀνατολίτικη μουσικὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀκούσει κανείς, κι ἔτσι ἡ Μαρὶ δὲν πῆρε εἴδηση ὅτι προχωροῦσαν ὁλοένα καὶ πιὸ πέρα, βαδίζοντας πάνω σὲ πολύχρωμα μαρμάρινα πλακάκια ποὺ δὲν ἦταν παρὰ καλοφτιαγμένα μαντολάτα. Σύντομα τὴν κύκλωσαν γλυκύτατες εὐωδιὲς ποὺ ἀναδύονταν ἀπὸ ἕνα θαυμάσιο δασάκι ἑκατέρωθεν τοῦ δρόμου. Μέσα στὰ σκοτεινὰ φυλλώματα ἦταν τέτοια ἡ λάμψη καὶ τόσο φωτεινὸ τὸ ἀκτινοβόλημα, ποὺ μποροῦσε νὰ δεῖ κανεὶς καθαρὰ πὼς ἀπὸ τὰ πολύχρωμα κοτσάνια κρέμονταν χρυσὰ καὶ ἀσημένια φροῦτα, ἐνῶ οἱ κορμοὶ καὶ τὰ κλαδιὰ ἦταν στολισμένα μὲ κορδέλες καὶ ἀνθοδέσμες, σὰν χαρούμενοι νεόνυμφοι καὶ κεφάτοι καλεσμένοι σὲ γάμο. Κι ὅταν ἀναδεύτηκαν τὰ ἀρώματα τῶν πορτοκαλιῶν σὰν ζέφυροι κυματιστοί, τότε ἀντήχυσε ἀνάμεσα στὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα ἕνα ἀνάλαφρο θρόισμα καὶ οἱ χρυσαφένιες πούλιες κροτάλιζαν καὶ κουδούνιζαν καὶ ήχοῦσαν σὰν μουσικὴ θριαμβευτική, κι ἔλεγες πὼς θὰ χορέψουν καὶ θὰ ἀναπηδήσουν στὸν ρυθμό της τὰ ἀστραφτερὰ φωτάκια. «Ἄχ, τί ὡραῖα ποὺ εἶναι έδῶ», ἀναφώνησε ἡ Μαρὶ τρισευτυχισμένη καὶ ἐνθουσιασμένη.

Ε. Τ. Α. Χόφμαν, Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών , μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Περισπωμένη

Σ’ εκείνη την κατάξερη κοιλάδα όπου η γη ήταν σαν όστρακο σκληρό που το κάλυπτε ένα πλέγμα με γωνιώδεις ρωγμές, ο Αμάδο Ντελαρόσα τις οδηγούσε για ώρες σ’ ένα απότομο μονοπάτι που πήγαινε μπρος, πίσω, έστριβε αριστερά, μετά από μια στροφή πήγαινε δεξιά, μετά ευθεία και πάλι μπρος, ξανά και ξανά, εκατοντάδες φορές. Η Χάιμπα κουνούσε το κεφάλι της για να διώξει μιαν απρεπή σκέψη: αυτό το στρεβλό μονοπάτι ήταν ένας λαβύρινθος ολόιδιος με το όσχεο του ανθρωπάκου. Η Αλμπίνα, μάλλον επηρεασμένη απ’ τις ακτίνες του ήλιου που σφυροκοπούσαν το κεφάλι της, άρχισε να λέει και να ξαναλέει την ίδια φράση: «Ψάξτε στη ρίζα το μελλοντικό λουλούδι», ώσπου, επιτέλους!, βγήκαν σ’ ένα μεγάλο οροπέδιο: Καμίνια.
Η πόλη, ένας μεγάλος κύκλος ξύλινα σπίτια γύρω από μια πλατεία, όπου ορθώνονταν τέσσερα πανύψηλα κυπαρίσσια με κορμούς κατάστικτους από ρόζους σαν ξύλινα μάτια που τα ’καναν να μοιάζουν με φωλιές φαντασμάτων. Ψυχή ζώσα δεν έβλεπες στο δρόμο, μήτε ζωντανό μήτε άνθρωπο. Κανένα αεράκι, δεν κουνούσε τ’ αγκαθωτά κλαριά, καμία κουρτίνα δεν ανέμιζε, καμία μύγα δεν ζουζούνιζε. Όλα άστραφταν, στεγνά, ακίνητα και σιωπηλά.
«Μη νομίζετε, αγαπητές μου φίλες, πως η πόλη μου είναι νεκροταφείο: μετά τις δώδεκα το μεσημέρι κάνει τόση ζέστη, που όλοι οι κάτοικοι, μαζί και τα κατοικίδιά τους, αποτραβιούνται στο μισόφωτο του σπιτιού τους για μια επτάωρη σιέστα. Όσο για τα άγρια ζώα, αυτά σκάβουν σήραγγες κάτω απ’ την έρημο για να περάσουν τις ώρες της ζέστης μέσα σε στενάχωρες αλλά δροσερές σπηλιές. Πιστέψτε με, ο βασιλιάς ήλιος είναι τόσο δυνατός σ’ αυτά τα μέρη, ώστε τα κουνούπια ψοφάνε εκεί που πετάνε. Προς το βραδάκι, όταν η ζέστη είναι πιο υποφερτή, οι δουλειές ξαναπιάνουν, το κουρείο, το σφαιριστήριο, το μπακάλικο, το μαγαζί με τα βότανα ανοίγουν, ενώ οι κάτοικοι βολτάρουν στον κυκλικό δρόμο –οι άνδρες στη μία κατεύθυνση, οι γυναίκες στην άλλη– και δεν κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κοιτάζονται και να χαιρετιούνται. Τίποτα ασυνήθιστο δεν συμβαίνει ποτέ εδώ. Όταν το ορυχείο Τσαναμπάγια έκλεισε και οι μεταλλωρύχοι έφυγαν, η Μαντάμ πήρε τις πόρνες της, τους ακολούθησε και, ω του θαύματος, μας ξέχασε. Έχει πολύ καιρό να πεθάνει κάποιος στην Καμίνια. Όταν οι γέροι ενημερώνονται πως πρέπει ν’ αδειάσουν τη γωνιά και να δώσουν τη θέση τους σε κάποιον νέο, πηγαίνουν να ζήσουν στις εγκατελειμμένες στοές του ορυχείου, μια νεκρόπολη που εκτείνεται χιλιόμετρα στα έγκατα της γης. Ξέρουμε πως είναι ακόμα ζωντανοί, επειδή κάπου κάπου τραγουδάνε εν χορώ παλιά ερωτικά τραγούδια. Απ’ ό,τι φαίνεται, αν και δεν έχει διαπιστωθεί ποτέ –κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει το ορυχείο–, τρέφονται με τον κόκκινο πηλό που καλύπτει τα τοιχώματα. Όσο για μας, μαθαίνουμε να επιζούμε εκτρέφοντας μέλισσες της πάμπας. Είναι μια σπάνια ποικιλία, ακίνδυνη μέχρις ενός ορίου αν τις πλησιάσεις στις μύτες των ποδιών· αν, όμως, πατήσεις το χώμα με όλο σου το πέλμα, σε τσιμπάνε ανελέητα και πέφτεις σε κώμα, με όλο σου το σώμα γεμάτο εξανθήματα. Δεν έχουμε λουλούδια, και γι’ αυτό οι εργάτριες μέλισσες ρουφάνε το χυμό των φυκιών και παράγουν ένα πεντανόστιμο αλμυρό μέλι. Όπως βλέπετε, όλες οι στέγες των σπιτιών είναι καλυμμένες με κυψέλες. Ο Πίνκο, ο κωφάλαλος, μεταφέρνει με γαϊδουράκια στην Αρίκα το προϊόν μας, που οι τουρίστριες το λατρεύουν και που τα χρήματα από τις πωλήσεις του μας επιτρέπουν να ζούμε, βαριεστημένοι, ναι, αν και κρυφά χαιρόμαστε με κάποιο τρόπο που ’χουμε στη διάθεσή μας ένα χρόνο άπειρο κατά τα φαινόμενα. Κι όπως καταλαβαίνετε, όταν δεν υπάρχει τέλος, αλλάζει η ψυχοσύνθεσή σου. Τίποτα δεν σε βιάζει πια να κάνεις τα πράγματα· η οκνηρία, από αμάρτημα αναγορεύεται αρετή· το παρόν δεν είναι πια ατίθασο και σου χαρίζει την ξέγνοιαστη ηρεμία του· και την ελπίδα, άχρηστη πια, τη διώχνεις απ’ την ψυχή σου, μαζί με το φόβο. Αφού έχεις εξασφαλίσει την ατέρμονη ζωή, το μόνο που επιζητάς είναι να κοιμάσαι για να βρίσκεις το όπιο που είναι τα ευτυχισμένα όνειρα. Η αυτοϊκανοποίηση είναι προτιμότερη από μια φορτική συνουσία. Η αποπλάνηση, όταν δεν συνοδεύεται από καμία θανάσιμη αγωνία, καταντάει αγγαρεία. Ένα αυστηρό, μακρύ φόρεμα, μαύρο και φαρδύ, και μια μαντίλα στο κεφάλι εξομοιώνουν όλες τις γυναίκες. Δεν έχει καμία διαφορά αν θα παντρευτείς τη μία ή την άλλη, κι αυτό γίνεται μόνο όταν απαιτείται μια εγκυμοσύνη για να καταλάβει την κενή θέση που άφησε κάποιος γέροντας. Βλέπετε, λοιπόν, γιατί πετούσα τα καπέλα μου στη θάλασσα κι ήθελα να κάνω τάφο μου τα κύματα; Ζωή χωρίς θάνατο δεν είναι ζωή! Αλλά μιλάω χωρίς σταματημό, και το καπελάδικο μας περιμένει...»

Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, Η Αλμπίνα και τα Αντρόσκυλα, μτφρ. Achilleas Kyriakidis, εκδ. Bibliotheque

ΠΡΟΣ ΑΛΛΗ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ

Μή φεύγεις σ’ ἐσένα, ρόδο γυμνό, μήπως κι ἄν δὲν πᾶς πρός ἐσένα, μ’ ἀφήσεις πάντα μ’ ἐμένα, ἐμένα μ’ έμένα.

Κατάκτησέ με, πάρε με, ξανάφερέ με, ἄσε μου λιγότερο ἐγώ, τίποτα ἐγώ, τίποτε γιά τό ἄμορφο χῶμα.

Ρόδο γυμνό, ἔσχατο καί πρῶτο, ρόδο σχηματισμένο καί ἀκεραιωμένο, ἐνσάρκωσέ με στό εἶναι σου, μέ τό ἔργο ἀκόμη, μέ τόν θάνατο πιά.

Σ’ ἐσέ κληροδοτοῦμαι, ρόδο. Σέ γνωρίζω, γυμνό, ἀνάπαυσή μου· ἄς εἶσαι σύ τό ἄθροισμα, γιά μένα, ρόδο, σχεδόν γυναίκα πιά καί ἔργο πλέον, γυναίκας, θανάτου καί ἔργου.

*

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Ὀλόκληρο τό παρελθόν, ἐλεύθερο καί μέγα, γυμνώνεται σ’ αὐτό τό πορφυρό ἡλιόγερμα, σάν τήν μοναδική γυναίκα.

(Ὥ γυμνοσύνη ἀνώνυμη, ἀποθέωση πλήρης!)

Τό στεφάνι του, ἄπειρο ρόδο φλόγας ξανθῆς, πιό πλούσιο ἀπ’ τό μέλλον, πιό διαυγές ἀπό τή χαραυγή.
(Τίποτε δέν θά ’ναι πιό ὄμορφο ἀπό σένα, παρελθόν ποτέ!)

Γνωρίζω πώς πρέπει νά τό ἀνταμώσω πάντοτε ἐκεῖθεν, ἄκρη
τῆς θάλασσας, κορφή ἄλλης γῆς, στη μόνη δόξα.

*

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Στό φεγγάρι, τό μέγα γεῦμα (χαραυγή) τῶν
κυρτῶν ὀπάλινων, γκρίζων νεφῶν.

Στό ὑπόγειο ἐμεῖς ζωντανοί ἤ νεκροί;
Ψιθυρισμένοι τῶν σκοτεινῶν κήπων.

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Προς Άλλη Γυμνότητα, μτφρ. Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑