προγραφές

'Η άνοιξη είχε έρθει στο Σαντιάγο όπως κάθε χρόνο αλλά αυτή τη φορά ερχόταν με παλλόμενα χρώματα που έβαφαν τους τοίχους με βίαια γκράφιτι και ελευθεριακά συνθήματα, με συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις και φοιτητικές πορείες που τις διέλυαν αν ψυχρώ οι υδροφόρες της αστυνομίας. Με μια βροχή από πέτρες τα παιδιά του πανεπιστημίου αντιστέκονταν στους λιγδιάρικους πίδακες των μπάτσων. Και έβγαιναν ξανά και ξανά στην επίθεση παίρνοντας το δρόμο με τη μολότοφ τρυφερότητά τους που την άναβε η οργή. Με μια βόμβα έκοβαν το φως και όλος ο κόσμος να αγοράζει κεριά, να αποθηκεύει κεριά και άλλα κεριά για να φωτίζει δρόμους και χαντάκια, για να τροφοδοτεί με κάρβουνα τη μνήμη, για να ποδοπατάει και να σβήνει τις σπίθες της λήθης. Σαν να κατέβαζαν έναν κομήτη μέχρι η ουρά του να αγγίξει τη γη ως φόρος τιμής σε τόσους εξαφανισμένους.'

'Γιατί ήταν τόσο καλότροπος μαζί της αφού ήξερε πως θα του έλεγε ναι; Γιατί το παράκανε έτσι μ’ αυτές τις ευγένειες ενός γέρου της παλιάς εποχής; Λες και τα μάτια του την έβλεπαν σαν καμιά ηλικιωμένη, με τόσο σεβασμό και μόνο με σεβασμό και άντε πάλι σεβασμό. Όταν εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν αυτός να τον κόψει όλον αυτό τον περίφημο σεβασμό. Να ριχτεί επάνω της και να την πνίξει με την μπόχα του ξαναμμένου αρσενικού. Να της τραβήξει και να της σκίσει τα ρούχα, να την ξεγυμνώσει, να την αφήσει ολόγυμνη σαν κακοποιημένη παρθένα. Γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός σεβασμός που είχε γνωρίσει στη ζωή της, το μοναδικό πατρικό κέντρισμα που έσκιζε μέχρι να αιμορραγήσει το κωλαράκι της μικρής αδελφούλας. Και μ’ αυτή την ουλή του σεβασμού είχε μάθει να ζει, σαν να συμβιώνει με το νύχι ενός αρπακτικού, κατευνάζοντάς το, δαμάζοντας την αγριάδα του, μαλακώνοντας το νύχι της επίθεσης, συνηθίζοντας το βίαιο γρατζούνισμά του, μαθαίνοντας να απολαμβάνει το σεξουαλικό γδάρσιμό του ως τη μοναδική μορφή στοργής. Γι’ αυτό και τους καλούς τρόπους του Κάρλος τους ένιωθε σαν βιαιοπραγία επάνω της με τη βελούδινη πραότητά τους.'

Πέδρο Λεμεμπέλ, Φοβάμαι, ταυρομάχε, μτφρ. Kostas Athanasiou, εκδ. Καστανιώτη

·

↑