
Σ’ εκείνη την κατάξερη κοιλάδα όπου η γη ήταν σαν όστρακο σκληρό που το κάλυπτε ένα πλέγμα με γωνιώδεις ρωγμές, ο Αμάδο Ντελαρόσα τις οδηγούσε για ώρες σ’ ένα απότομο μονοπάτι που πήγαινε μπρος, πίσω, έστριβε αριστερά, μετά από μια στροφή πήγαινε δεξιά, μετά ευθεία και πάλι μπρος, ξανά και ξανά, εκατοντάδες φορές. Η Χάιμπα κουνούσε το κεφάλι της για να διώξει μιαν απρεπή σκέψη: αυτό το στρεβλό μονοπάτι ήταν ένας λαβύρινθος ολόιδιος με το όσχεο του ανθρωπάκου. Η Αλμπίνα, μάλλον επηρεασμένη απ’ τις ακτίνες του ήλιου που σφυροκοπούσαν το κεφάλι της, άρχισε να λέει και να ξαναλέει την ίδια φράση: «Ψάξτε στη ρίζα το μελλοντικό λουλούδι», ώσπου, επιτέλους!, βγήκαν σ’ ένα μεγάλο οροπέδιο: Καμίνια.
Η πόλη, ένας μεγάλος κύκλος ξύλινα σπίτια γύρω από μια πλατεία, όπου ορθώνονταν τέσσερα πανύψηλα κυπαρίσσια με κορμούς κατάστικτους από ρόζους σαν ξύλινα μάτια που τα ’καναν να μοιάζουν με φωλιές φαντασμάτων. Ψυχή ζώσα δεν έβλεπες στο δρόμο, μήτε ζωντανό μήτε άνθρωπο. Κανένα αεράκι, δεν κουνούσε τ’ αγκαθωτά κλαριά, καμία κουρτίνα δεν ανέμιζε, καμία μύγα δεν ζουζούνιζε. Όλα άστραφταν, στεγνά, ακίνητα και σιωπηλά.
«Μη νομίζετε, αγαπητές μου φίλες, πως η πόλη μου είναι νεκροταφείο: μετά τις δώδεκα το μεσημέρι κάνει τόση ζέστη, που όλοι οι κάτοικοι, μαζί και τα κατοικίδιά τους, αποτραβιούνται στο μισόφωτο του σπιτιού τους για μια επτάωρη σιέστα. Όσο για τα άγρια ζώα, αυτά σκάβουν σήραγγες κάτω απ’ την έρημο για να περάσουν τις ώρες της ζέστης μέσα σε στενάχωρες αλλά δροσερές σπηλιές. Πιστέψτε με, ο βασιλιάς ήλιος είναι τόσο δυνατός σ’ αυτά τα μέρη, ώστε τα κουνούπια ψοφάνε εκεί που πετάνε. Προς το βραδάκι, όταν η ζέστη είναι πιο υποφερτή, οι δουλειές ξαναπιάνουν, το κουρείο, το σφαιριστήριο, το μπακάλικο, το μαγαζί με τα βότανα ανοίγουν, ενώ οι κάτοικοι βολτάρουν στον κυκλικό δρόμο –οι άνδρες στη μία κατεύθυνση, οι γυναίκες στην άλλη– και δεν κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κοιτάζονται και να χαιρετιούνται. Τίποτα ασυνήθιστο δεν συμβαίνει ποτέ εδώ. Όταν το ορυχείο Τσαναμπάγια έκλεισε και οι μεταλλωρύχοι έφυγαν, η Μαντάμ πήρε τις πόρνες της, τους ακολούθησε και, ω του θαύματος, μας ξέχασε. Έχει πολύ καιρό να πεθάνει κάποιος στην Καμίνια. Όταν οι γέροι ενημερώνονται πως πρέπει ν’ αδειάσουν τη γωνιά και να δώσουν τη θέση τους σε κάποιον νέο, πηγαίνουν να ζήσουν στις εγκατελειμμένες στοές του ορυχείου, μια νεκρόπολη που εκτείνεται χιλιόμετρα στα έγκατα της γης. Ξέρουμε πως είναι ακόμα ζωντανοί, επειδή κάπου κάπου τραγουδάνε εν χορώ παλιά ερωτικά τραγούδια. Απ’ ό,τι φαίνεται, αν και δεν έχει διαπιστωθεί ποτέ –κανείς δεν τολμάει να πλησιάσει το ορυχείο–, τρέφονται με τον κόκκινο πηλό που καλύπτει τα τοιχώματα. Όσο για μας, μαθαίνουμε να επιζούμε εκτρέφοντας μέλισσες της πάμπας. Είναι μια σπάνια ποικιλία, ακίνδυνη μέχρις ενός ορίου αν τις πλησιάσεις στις μύτες των ποδιών· αν, όμως, πατήσεις το χώμα με όλο σου το πέλμα, σε τσιμπάνε ανελέητα και πέφτεις σε κώμα, με όλο σου το σώμα γεμάτο εξανθήματα. Δεν έχουμε λουλούδια, και γι’ αυτό οι εργάτριες μέλισσες ρουφάνε το χυμό των φυκιών και παράγουν ένα πεντανόστιμο αλμυρό μέλι. Όπως βλέπετε, όλες οι στέγες των σπιτιών είναι καλυμμένες με κυψέλες. Ο Πίνκο, ο κωφάλαλος, μεταφέρνει με γαϊδουράκια στην Αρίκα το προϊόν μας, που οι τουρίστριες το λατρεύουν και που τα χρήματα από τις πωλήσεις του μας επιτρέπουν να ζούμε, βαριεστημένοι, ναι, αν και κρυφά χαιρόμαστε με κάποιο τρόπο που ’χουμε στη διάθεσή μας ένα χρόνο άπειρο κατά τα φαινόμενα. Κι όπως καταλαβαίνετε, όταν δεν υπάρχει τέλος, αλλάζει η ψυχοσύνθεσή σου. Τίποτα δεν σε βιάζει πια να κάνεις τα πράγματα· η οκνηρία, από αμάρτημα αναγορεύεται αρετή· το παρόν δεν είναι πια ατίθασο και σου χαρίζει την ξέγνοιαστη ηρεμία του· και την ελπίδα, άχρηστη πια, τη διώχνεις απ’ την ψυχή σου, μαζί με το φόβο. Αφού έχεις εξασφαλίσει την ατέρμονη ζωή, το μόνο που επιζητάς είναι να κοιμάσαι για να βρίσκεις το όπιο που είναι τα ευτυχισμένα όνειρα. Η αυτοϊκανοποίηση είναι προτιμότερη από μια φορτική συνουσία. Η αποπλάνηση, όταν δεν συνοδεύεται από καμία θανάσιμη αγωνία, καταντάει αγγαρεία. Ένα αυστηρό, μακρύ φόρεμα, μαύρο και φαρδύ, και μια μαντίλα στο κεφάλι εξομοιώνουν όλες τις γυναίκες. Δεν έχει καμία διαφορά αν θα παντρευτείς τη μία ή την άλλη, κι αυτό γίνεται μόνο όταν απαιτείται μια εγκυμοσύνη για να καταλάβει την κενή θέση που άφησε κάποιος γέροντας. Βλέπετε, λοιπόν, γιατί πετούσα τα καπέλα μου στη θάλασσα κι ήθελα να κάνω τάφο μου τα κύματα; Ζωή χωρίς θάνατο δεν είναι ζωή! Αλλά μιλάω χωρίς σταματημό, και το καπελάδικο μας περιμένει...»
Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι, Η Αλμπίνα και τα Αντρόσκυλα, μτφρ. Achilleas Kyriakidis, εκδ. Bibliotheque
