
Την επομένη το πρωί οι γυναίκες του Βενουά πήγαν να βάλουν λουλούδια στους τάφους. Το ίδιο έγινε και το βραδάκι και τις επόμενες ημέρες· έρχονταν όλο και περισσότερες. Πολύ γρήγορα οι τάφοι κρύφτηκαν κάτω από τα λουλούδια. Οι Γερμανοί δεν έλεγαν τίποτα. Καθώς, όμως, οι εκδηλώσεις αυτές έπαιρναν εχθρικό χαρακτήρα και δεν έμοιαζε να τις υπαγορεύει η διαιώνιση της μνήμης, αλλά η επιθυμία για πρόκληση, έφταση από τη Γενική Διεύθυνση της αστυνομίας διαταγή απαγόρευσης. Δύο χωροφύλακες στήθηκαν στην είσοδο του κοιμητηρίου. Οι γυναίκες, όμως, έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να μπουν μέσα. Τις απομάκρυναν με ηρεμία, ξορκίζοντάς τις, με ύφος καλοσυνάτο, που δεν άρμοζε και πολύ με τις περιστάσεις, να παραμείνουν ήρεμες: «Άντε, καλές μου κυράδες, μη συγχίζεστε, προχωρήστε. Μην επιμένετε, πηγαίνετε στο σπίτι σας να κάνετε τη δουλειά σας». Και όπως στέκονταν ακίνητες, λίγα βήματα πίσω, ένας από τους χωροφύλακες γύρισε προς το κοιμητήριο και κοίταξε τους τάφους με το βλέμμα εκείνο του ανθρώπου που στέκει ανίκανος μπροστά στο πεπρωμένο. Κι ύστερα, λέει: «Το βλέπετε κι εσείς, όλα τελείωσαν. Ό,τι και να κάνετε δεν πρόκειται να αλλάξει η μοίρα τους. Άντε, λοιπόν, κυράδες μου, τραβάτε στα σπίτια σας» και ένας άλλος συμπλήρωσε: «Έχουν περάσει έξι μέρες», κάνοντας μια κίνηση σαν να ήθελε να πει πως η ζωή συνεχίζεται.
Τότε, πετάχτηκε πάνω μια γυναίκα. Είχε λεπτό πρόσωπο και όμορφα γαλάζια μάτια. Ήταν ψηλή και λίγο καμπουριασμένη. Είχε ένα μαύρο πλεκτό σάλι στους ώμους. Πλησίασε τους χωροφύλακες. Αίφνης, λες και έσπασαν τα νεύρα της, άρχισε να φέρνει πέρα δώθε τις γροθιές της και να χτυπά τους χωοροφύλακες σαν να χτυπούσε σε τοίχο, χοροπηδώντας συγχρόνως. Προσπάθησαν να την ηρεμήσουν, αλλά εκείνη, έχοντας χάσει παντελώς τον αυτοέλεγχό της, αρπαζόταν από τις λουρίδες τους, από τις τιράντες που κρέμονταν τα κοντόκανα, από τα υποσιάγονα του κράνους τους. Συγχρόνως ούρλιαζε: «Δολοφόνοι, δολοφόνοι».
Εμανουέλ Μποβ, Η παγίδα, μτφρ. Maria Gyparaki, εκδ. Stilvi
