προγραφές

Εξώφυλλο: Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες

ΣΟΛΑΝΖ

Ουρλιάξτε αν θέλετε! Βγάλτε ώς και την ύστατη κραυγή σας, Κυρία! (Σπρώχνει την Κλαιρ, η οποία παραμένει ζαρωμένη σε μια γωνιά.) Επιτέλους! Η Κυρία είναι νεκρή! Ξαπλωμένη στο πλαστικό. . . στραγγαλισμένη με τα γάντια της λάντζας. Η Κυρία μπορεί να παραμείνει καθιστή! Η Κυρία μπορεί να με αποκαλεί Δεσποινίς Σολάνζ. Ακριβώς. Εξαιτίας αυτού που που έκανα. Ο Κύριος και η Κυρία θα με αποκαλούν Δεσποινίς Σολάνζ Λεμερσιέ. . . Η Κυρία θα έπρεπε να βγάλει αυτό το μαύρο φόρεμα, είναι γκροτέσκ. (Μιμείται τη φωνή της Κυρίας.) Ιδού που κατέληξα, να πενθώ για τη δούλα μου. Στην έξοδο του νεκροταφείου, όλοι οι υπηρέτες της συνοικίας παρήλασαν από μπροστά μου λες και ήμουν της οικογένειας. Έχω ισχυριστεί τόσες φορές ότι αυτή αποτελούσε μέλος της οικογένειας. Η νεκρή εξώθησε το αστείο αυτό έως το μη περαιτέρω. Ω! Κυρία. . . Είμαι ίση με την Κυρία και βαδίζω με το κεφάλι ψηλά. . . (Γελάει.) Όχι, κύριε Επιθεωρητά, όχι. . . Δεν θα μάθετε τίποτε για τη δουλειά μου. Τίποτε για τη δουλειά μας από κοινού. Τίποτε για τη συνεργασία μας σ’ αυτό τον φόνο. . . Τα φορέματα; Ω! Η Κυρία μπορεί να τα κρατήσει. Η αδελφή μου κι εγώ είχαμε τα δικά μας. Εκείνα που βάζαμε τη νύχτα στα κρυφά. Τώρα έχω φόρεμα δικό μου και είμαι ίση μ’ εσάς. Φοράω την κόκκινη τουαλέτα που φορούν οι φόνισσες. Κάνω τον Κύριο να γελάει; Κάνω τον Κύριο να χαμογελάει; Με θεωρεί τρελή; Πιστεύει πως οι δούλες πρέπει να έχουν αρκετά καλό γούστο για να μην αποτολμούν χειρονομίες καταχωρισμένες στην Κυρία! Αλήθεια, με συγχωρεί ο Κύριος; Ο Κύριος είναι η καλοσύνη η ίδια. Θέλει να με συναγωνιστεί σε μεγαλείο. Εγώ όμως έχω κατακτήσει το πιο άγριο. . . Η Κυρία αντιλαμβάνεται τη μοναξιά μου! Επιτέλους! Τώρα είμαι μόνη. Τρομακτική. Θα μπορούσα να σας μιλήσω ωμά, αλλά μπορώ να είμαι καλή. . . Η Κυρία θα συνέλθει απ’ τον φόβο της. Θα συνέλθει εντελώς. Μες στα λουλούδια της, μες στα αρώματά της, μες στα φορέματά της. Αυτό το λευκό φόρεμα που φορούσατε στη χοροεσπερίδα της Όπερας. Αυτό το λευκό φόρεμα που και τώρα της απαγορεύω. Και μες στα μπιζού της, μες στους εραστές της. Εγώ έχω την αδελφή μου. Ναι, τολμώ να μιλήσω γι’ αυτήν. Τολμώ, Κυρία. Μπορώ να τολμήσω τα πάντα. Και ποιος, ποιος θα μπορούσε να με κάνει να σωπάσω; Ποιος θα είχε το σθένος να μου πει: «Κορίτσι μου;» Υπηρέτησα. Έκανα τις χειρονομίες που πρέπει για να υπηρετήσω. Χαμογέλασα στην Κυρία. Έσκυψα για να στρώσω το κρεβάτι, έσκυψα για να σφουγγαρίσω τα πλακάκια, έσκυψα για να καθαρίσω τα λαχανικά, να κρυφακούσω στις πόρτες, να κολλήσω το μάτι μου στις κλειδαρότρυπες. Τώρα όμως στέκομαι όρθια. Και στιβαρή. Είμαι η στραγγαλίστρια. Η δεσποινίς Σολάνζ, αυτή που στραγγάλισε την αδελφή της! Να σωπάσω; Η Κυρία είναι στ’ αλήθεια εύθραυστη. Εγώ όμως νιώθω οίκτο για την Κυρία. Οικτίρω τη λευκότητα της Κυρίας, το ατλαζένιο δέρμα της, τα μικρά της αυτάκια, τους λεπτούς καρπούς της. . . Είμαι το μαύρο πρόβατο, έχω τους κριτές μου εγώ. Ανήκω στην αστυνομία. Η Κλαιρ; Αυτή αγαπούσε στ’ αλήθεια πολύ, πολύ την Κυρία!. . . Όχι, κύριε Επιθεωρητά, δεν θα δώσω καμία εξήγηση ενώπιόν τους. Αυτά τα πράγματα αφορούν μόνον εμάς. . . Αυτή η νύχτα, μικρούλα μου, είναι η δική μας νύχτα! (Ανάβει ένα τσιγάρο και καπνίζει αδέξια. Ο καπνός τής φέρνει βήχα.) Ούτε εσείς ούτε άλλος κανείς θα μάθει τίποτε, εκτός ότι η Σολάνζ αυτήν τη φορά το πήγε έως τα άκρα. Τη βλέπετε ντυμένη στα κόκκινα. Θα βγει. (Η Σολάνζ κατευθύνεται προς το παράθυρο, το ανοίγει και βγαίνει στο μπαλκόνι. Θα πει, με την πλάτη στο κοινό, στραμμένη προς τη νύχτα, το κατεβατό που ακολουθεί. Ένα ελαφρύ αεράκι κάνει τις κουρτίνες να σαλεύουν.) Θα βγει έξω. Θα κατεβεί τη μεγάλη σκάλα: τη συνοδεύει η αστυνομία. Βγείτε στο μπαλκόνι να τη δείτε να βαδίζει ανάμεσα στους μαυροντυμένους προσκυνητές. Είναι μεσημέρι. Κρατάει μια βαρύτιμη δάδα. Ο δήμιος την ακολουθεί κατά πόδας. Της ψιθυρίζει στο αυτό ερωτόλογα. Ο δήμιος με συνοδεύει, Κλαιρ! Ο δήμιος με συνοδεύει. (Γελάει.) Θα μεταφερθεί εν πομπή απ’ όλες τις δούλες της συνοικίας, απ’ όλους τους υπηρέτες που συνόδευσαν την Κλαιρ στην τελευταία της κατοικία. (Κοιτάζει έξω.) Φέρνουν στεφάνια, λουλούδια, λάβαρα, φλάμπουρα, σημαίνουν οι καμπάνες. Η ταφή εκδιπλώνει το μεγαλείο της. Είναι ωραία, δεν είναι; Πρώτα έρχονται οι τελετάρχες, με φράκο χωρίς μεταξωτή φόδρα. Κρατούν τα στέφανά τους. Κατόπιν έρχονται οι υπηρέτες με λιβρέα, οι λακέδες με κοντό παντελόνι και λευκές κάλτσες. Κρατούν τα στέφανά τους. Κατόπιν έρχονται οι θαλαμηπόλοι, μετά οι καμαριέρες κρατώντας τα διακριτικά μας. Έρχονται οι θυρωροί, έρχονται και οι αντιπροσωπείες του ουρανού. Και τους οδηγώ εγώ. Ο δήμιος με λικνίζει. Με επευφημούν. Είμαι πελιδνή και πρόκειται να πεθάνω! (Μπαίνει μέσα.) Πόσα λουλούδια! Της έκαναν μια όμορφη κηδεία, έτσι; Ω! Κλαιρ, φτωχή μικρή μου Κλαιρ! (Ξεσπάει σε λυγμούς και καταρρέει σε μια πολυθρόνα. . . Ξανασηκώνεται.) Ανώφελο, Κυρία, εγώ υπακούω στην αστυνομία. Μόνον αυτή με καταλαβαίνει. Ανήκει κι αυτή στον κόσμο των αποδιοπομπαίων. (Ακουμπισμένη στο κούφωμα της πόρτας της κουζίνας, η Κλαιρ, εδώ και λίγη ώρα, ορατή μόνο από το κοινό, ακούει την αδελφή της.) Τώρα είμαστε η δεσποινίς Σολάνζ Λεμερσιέ. Η κυρα-Λεμερσιέ. Η Λεμερσιέ. Η φημισμένη φόνισσα. (Αποκαμωμένη.) Κλαιρ, είμαστε χαμένες.

 

Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. Νεφέλη

·

↑