προγραφές

Εξώφυλλο: Τόμας Λακέρ, Κατασκευάζοντας το Φύλο: Σώμα και Κοινωνικό Φύλο από τους Αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόιντ

'Τι άλλο, όμως, αν όχι το σώμα; Αυτό απειλείται με ολοκληρωτική εξαφάνιση, κάτω από την επιρροή του Φουκώ, των διάφορων εκδοχών του αποδομισμού, της λακανιανής ψυχανάλυσης και ευρύτερα του μεταδομισμού. (Η αποδόμηση των σταθερών σημασιών στα κείμενα μπορεί να θεωρηθεί γενικότερη περίπτωση της αποδόμησης της γενετήσιας διαφοράς των φύλων: «τι μπορεί να σημαίνει “ταυτότητα”, ή έστω “γενετήσια ταυτότητα”, σε ένα καινούριο θεωρητικό και επιστημονικό σύμπαν, όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η έννοια της ταυτότητας;» γράφει η Τζούλια Κρίστεβα.) Οι στρατηγικές αυτές άρχισαν να ασκούν υπολογίσιμη επιρροή ανάμεσα στους ιστορικούς. Σύμφωνα με την Τζόαν Σκοτ, για παράδειγμα, το κοινωνικό φύλο δεν είναι κατηγορία που διαμεσολαβεί ανάμεσα στη σταθερή βιολογική διαφορά, αφενός, και, αφετέρου, στις ιστορικά συγκυριακές κοινωνικές σχέσεις. Μάλλον εμπεριέχει και τη βιολογία και την κοινωνία: «αποτελεί συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων, το οποίο στηρίζεται στις αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στα φύλα, [...] πρωταρχικός τρόπος νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας».
Ωστόσο, οι φεμινίστριες δε χρειάζονται τη γαλλική φιλοσοφία για ν’ αποκηρύξουν τη διάκριση ανάμεσα στο γενετήσιο και το κοινωνικό φύλο. Η Κάθρν Μακίνον, για διαφορετικούς λόγους, υποστηρίζει απερίφραστα ότι κοινωνικό φύλο είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, τον οποίο προκάλεσαν «οι κοινωνικές απαιτήσεις της ετεροφυλοφιλίας, που θεσμοποιούν την ανδρική σεξουαλική κυριαρχία και τη γυναικεία σεξουαλική υποταγή»· το γενετήσιο φύλο –πράγμα που οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα– ισοδυναμεί με κοινωνικές σχέσεις οργανωμένες έτσι ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα της ανδρικής κυριαρχίας και η επιταγή της γυναικείας υποταγής». Όπως υποστηρίζει η Ρουθ Μπλέιερ, η «επιστήμη» λανθασμένα θεωρεί τα «κατηγορήματα του κοινωνικού φύλου ως φυσικές κατηγορίες, των οποίων οι ενδεδειγμένες και επιπλέον αναγκαστικές ερμηνείες είναι οι βιολογικές». Συνεπώς, ορισμένες από τις λεγόμενες διαφορές των γενετήσιων φύλων, στο πλαίσιο των βιολογικών και των κοινωνικών ερευνών αποδεικνύονται τελικά έμφυλες κοινωνικές διαφορές, και η διάκριση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό καταρρέει, καθώς η πρώτη αναδιπλώνεται μέσα στον δεύτερο.
Τέλος, ο Φουκώ, υιοθετώντας διαφορετική φιλοσοφική σκοπιά, κατέστησε ακόμη πιο προβληματική τη φύση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας ως προς το σώμα. Η σεξουαλικότητα, υποστηρίζει, δεν είναι έμφυτη ποιότητα της σάρκας, την οποία διάφορες κοινωνίες εκθειάζουν ή καταπιέζουν – δεν είναι, όπως φαίνεται ότι θα ήθελε ο Φρόιντ, μία βιολογική ενόρμηση την οποία διοχετεύει ο πολιτισμός στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν τρόπο διάπλασης του εαυτού «στην εμπειρία της σάρκας», που η ίδια «διαμορφώνεται από ορισμένες μορφές συμπεριφοράς και με επίκεντρο αυτές». Οι μορφές αυτές, με τη σειρά τους, υπάρχουν σε σχέση με ιστορικά προσδιορίσιμα συστήματα γνώσης, σε σχέση με κανόνες του τι είναι και τι δεν είναι φυσικό και σε σχέση με εκείνο που ο Φουκώ αποκαλεί «τρόπο ή σχέση ανάμεσα στο άτομο και τον εαυτό του, τέτοιο που του επιτρέπει ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του ως σεξουαλικό υποκείμενο εν μέσω άλλων». (Γενικότερα, αυτά τα συστήματα γνώσης προκαθορίζουν τι είναι δυνατόν να σκεφτεί κανείς στο πλαίσιό τους.) Η σεξουαλικότητα ως μοναδικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό ύψιστης σημασίας, το οποίο διαθέτει ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δηλαδή –το αντίθετο φύλο– αποτελεί προϊόν του ύστερου δέκατου όγδοου αιώνα. Δεν υπάρχει τίποτε φυσικό σ’ αυτό. Μάλλον, η σεξουαλικότητα είναι «ένα είδος τεχνουργήματος», όπως άλλωστε όλος ο κόσμος, σύμφωνα με τον Νίτσε, ο οποίος άσκησε τεράστια φιλοσοφική επιρροή στον Φουκώ.
Έτσι, λοιπόν, πλήθος διαφορετικές οπτικές κλονίζουν τη βολική αντίληψη ότι ο άνδρας είναι άνδρας και η γυναίκα γυναίκα και ότι καθήκον του ιστορικού είναι ν’ ανακαλύψει τις πράξεις τους, τις σκέψεις τους και τις σκέψεις άλλων γι’ αυτούς. Το «πράγμα αυτό», το γενετήσιο φύλο, για το οποίο ο κόσμος είχε διάφορες απόψεις, μοιάζει να θρυμματίζεται. Η σάρκα, όμως, όπως οι καταπιεσμένοι, δε θα επιτρέψει για πολύ καιρό να την αποσιωπούν. Το γεγονός ότι γινόμαστε άνθρωποι στο πλαίσιο του πολιτισμού, όπως υποστηρίζει ο Τζέφρι Γουίκς, δε μας επιτρέπει ν’ αγνοήσουμε το σώμα: «Προφανώς το γενετήσιο φύλο είναι κάτι περισσότερο από όσα καθορίζει η κοινωνία ή ακόμη και από εκείνα που το καθιστά η ονοματοδοσία». Το σώμα επανεμφανίζεται ακόμη και στα γραπτά εκείνων που θα στρέψουν την προσοχή στη γλώσσα, στην εξουσία και στην κουλτούρα. Ο Φουκώ, παραδείγματος χάρη, επιθυμεί βαθιά ν’ ανακαλύψει έναν ουτοπικό μη κατασκευασμένο χώρο στη σάρκα, από τον οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τις «βιο-εξουσίες»: «ορμητήριο για την αντεπίθεση ενάντια στην προέλαση της σεξουαλικότητας δε θα έπρεπε να είναι η ερωτική πράξη-επιθυμία, αλλά τα σώματα και οι απολαύσεις».'

'Το γενετήσιο φύλο, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη, είναι συγκειμενικό. Οι απόπειρες να το απομονώσει κανείς από το κοινωνικά προσδιορισμένο περιβάλλον των λόγων, μέσα στους οποίους αρθρώνεται, είναι εξίσου καταδικασμένες σε αποτυχία όσο και η αναζήτηση του φιλοσόφου για ένα αληθινά άγριο παιδί ή οι απόπειρες του σύγχρονου ανθρωπολόγου να διυλίσει το πολιτισμικό, έτσι ώστε να μείνει ένα κατάλοιπο ουσιώδους ανθρώπινης ιδιότητας. Και θα προχωρούσα ακόμη περισσότερο το συλλογισμό μου, για να προσθέσω ότι το ιδιωτικό, περίκλειστο, σταθερό σώμα, που φαίνεται να θεμελιώνει τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη γενετήσια διαφορά των φύλων, αποτελεί επίσης προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών στιγμών. Το σώμα αυτό, επίσης, παρόμοια όπως συμβαίνει με τα αντίθετα γενετήσια φύλα, εισέρχεται αλλά και απομακρύνεται από το οπτικό πεδίο.'

Τόμας Λακέρ, Κατασκευάζοντας το Φύλο: Σώμα και Κοινωνικό Φύλο από τους Αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόιντ, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πολύτροπον

· ·

↑