
'Αυτό λειτουργεί παντού, αλλά ακατάπαυστα, άλλοτε με διακοπές. Αυτό ανασαίνει, αυτό ζεσταίνει, αυτό τρώει. Αυτό χέζει, αυτό γαμάει... Λάθος να λέμε το αυτό. Παντού έχουμε μηχανές, και όχι, βέβαια, υπό μεταφορική έννοια: μηχανές μηχανών, με τις συζεύξεις τους, με τις συνδέσεις τους . Μια μηχανή-όργανο συνδέεται με μια μηχανή-πηγή: η μία εκπέμπει μια ροή, η άλλη την κόβει. Ο μαστός είναι μια μηχανή που παράγει γάλα, και το στόμα μια μηχανή συναρμοσμένη με αυτήν. Το στόμα του ανορεκτικού διστάζει ανάμεσα σε μια μηχανή για να τρως, σε μια πρωκτική μηχανή, σε μια μηχανή για να μιλάς και σε μια μηχανή για να ανασαίνεις (κρίση άσθματος). Έτσι, όλοι μαστορεύουμε· ο καθείς και τα μηχανάκια του. Μια μηχανή-όργανο για μια μηχανή- ενέργεια, πάντα ροές και διακοπές. Ο πρόεδρος Σρέμπερ έχει αχτίδες του ουρανού στον κώλο. Ηλιακός πρωκτός. Και να ’στε βέβαιοι, όλο αυτό δουλεύει μια χαρά. Ο πρόεδρος Σρέμπερ νιώθει κάτι, παράγει κάτι, και μπορεί με αυτό να φτιάξει μια θεωρία. Κάτι παράγεται: αποτελέσματα μηχανής και όχι μεταφορές.
Ο περίπατος του σχιζοφρενικού: είναι καλύτερο πρότυπο από τον ξαπλωμένο στο ντιβάνι νευρωτικό. Λίγος καθαρός αέρας, μια σχέση με τον έξω κόσμο: για παράδειγμα, ο περίπατος του Λεντς, όπως τον παριστάνει ο Μπύχνερ. Διαφέρει από τις στιγμές του Λεντς στο σπίτι του καλού πάστορα, ο οποίος τον πιέζει να τοποθετηθεί κοινωνικά , σε σχέση με τον Θεό της θρησκείας, σε σχέση με τον πατέρα, με τη μητέρα. Αντίθετα, εδώ βρίσκεται στα βουνά, μέσα στα χιόνια, με άλλους θεούς ή χωρίς καθόλου θεό, χωρίς οικογένεια, χωρίς πατέρα ούτε μητέρα, μαζί με τη φύση. «Τι θέλει ο πατέρας μου; Μπορεί να μου δώσει κάτι καλύτερο; Αδύνατον. Αφήστε με ήσυχο». Τα πάντα είναι μηχανές: μηχανές ουράνιες, τα άστρα ή το ουράνιο τόξο, μηχανές αλπικές, που συναρμόζονται με εκείνες του σώματός του. Αδιάλειπτος θόρυβος μηχανών. «Σκεφτόταν πως νιώθεις μιαν άπειρη μακαριότητα, καθώς σε αγγίζει η βαθύτερη ζωή κάθε μορφής, καθώς νιώθεις τις πέτρες, τα μέταλλα, το νερό και τα φυτά, καθώς δέχεσαι μέσα σου όλα τα αντικείμενα της φύσης, σαν μέσα σε όνειρο, όπως τα λουλούδια απορροφούν τον αέρα στη χάση ή στη φέξη του φεγγαριού». Να είσαι μια χλωροφυλλική μηχανή ή μια μηχανή φωτοσύνθεσης, να αφήσεις τουλάχιστον το κορμί σου να γλιστρήσει, σαν να ήταν ένα κομμάτι τους, μέσα σε τέτοιες μηχανές. Ο Λεντς τοποθετήθηκε πριν από τη διάκριση άνθρωπος-φύση, πριν απ’ όλα τα σημάδια για τα οποία έχει φροντίσει τούτη η διάκριση. Δεν ζει τη φύση ως φύση, αλλά ως διαδικασία παραγωγής. Δεν υπάρχει πλέον ούτε άνθρωπος ούτε φύση, μόνο μια διαδικασία που παράγει τον ένα μέσα στην άλλη και ζευγαρώνει τις μηχανές. Παντού παραγωγικές ή επιθυμητικές μηχανές, σχιζοφρενικές μηχανές, ολόκληρη η ζωή του είδους: εγώ και μη-εγώ, εσωτερικό και εξωτερικό δεν έχουν πλέον νόημα.
Ο περίπατος του σχιζό συνεχίζεται όταν τα πρόσωπα του Μπέκετ αποφασίζουν να βγουν έξω . Παρατηρεί κανείς αρχικά πόσο το ποικιλότροπο βάδισμά τους είναι καθαυτό μια μηχανή υψηλής ακριβείας. Κι όσο για το ποδήλατο: πώς σχετίζεται η μηχανή ποδήλατο-κόρνα με τη μηχανή μητέρα-πρωκτός; «Να μιλάς για ποδήλατα και κόρνες, πόσο άνετα! Δυστυχώς, όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτό, μα για εκείνην που μου έδωσε το φως μέσα από την κωλοτοτρυπίδα της, αν θυμάμαι καλά». Πιστεύουμε συνήθως ότι ο Οιδίπους είναι κάτι εύκολο, κάτι δεδομένο. Δεν είναι όμως έτσι: ο Οιδίπους προϋποθέτει μια εκπληκτική καταστολή των επιθυμητικών μηχανών. Και γιατί; Προς τι; Υπάρχει όντως ανάγκη ή επιθυμία να υποκύψει κανείς σ’ αυτόν; Και με ποιον τρόπο; Τι να βάλει κανείς μέσα στο οιδιπόδειο τρίγωνο, με τι να το σχηματίσει; Αρκούν άραγε γι’ αυτήν τη δουλειά η κόρνα του ποδηλάτου κι ο κώλος της μάνας μου; Δεν υπάρχουν σοβαρότερα ζητήματα; Με δεδομένο το αποτέλεσμα, ποια μηχανή μπορεί να το παραγάγει; Με δεδομένη τη μηχανή, ποια η χρησιμότητά της; Μαντέψτε, για παράδειγμα, από μια γεωμετρική περιγραφή ενός στηρίγματος για μαχαιροπήρουνα, ποια μπορεί να είναι η χρήση του.
Είτε πάλι, μπροστά σε μιαν άρτια μηχανή φτιαγμένη από έξι πέτρες στη δεξιά τσέπη του πανωφοριού μου (τσέπη προμήθειας), πέντε στη δεξιά τσε του παντελονιού μου, πέντε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού μου (τσέπες μεταβίβασης), ενώ η τελευταία τσέπη του πανωφοριού μου δέχεται της πέτρες που χρησιμοποιούνται καθώς οι άλλες κυλούν –ποιο είναι το αποτέλεσμα τούτου του κυκλώματος διανομής, όπου το ίδιο το στόμα παρεμβάλλεται σαν μηχανή που θηλάζει πέτρες; Ποια είναι εδώ η παραγωγή ηδονής; Στο τέλος του Ο Μαλόν πεθαίνει, η κυρία Πεντάλ βγάζει τους σχιζοφρενικούς περίπατο με ένα καρότσι, με ένα καράβι, για πικνίκ στο ύπαιθρο: μια δαιμόνια μηχανή καταστρώνεται.
Κάτω απ’ το δέρμα το σώμα είν’ ένα υπερθερμασμένο
εργοστάσιο
κι απ’ έξω
ο άρρωστος λαμποκοπά, γυαλίζει,
με όλους τους σκασμένους πόρους του.
Δεν έχουμε την αξίωση να ορίσουμε έναν νατουραλιστικό πόλο της σχιζοφρένειας. Εκείνο που ως άτομο, ως γένος ζει ο σχιζοφρενικός δεν είναι καθόλου ένας ειδικός πόλος της φύσης αλλά η φύση ως διαδικασία παραγωγής. Τι θα πει εδώ «διαδικασία»; Είναι πιθανό, σ’ ένα ορισμένο επίπεδο, η φύση να ξεχωρίζει από τη βιομηχανία: από μια πλευρά, η βιομηχανία αντιτίθεται στη φύση, από μιαν άλλη, αντλεί υλικά απ’ αυτήν, από μια τρίτη, της επιστρέφει τα απορρίμματά της κτλ. Αυτή η σχέση διάκρισης: άνθρωπος-φύση, βιομηχανία-φύση, κοινωνία-φύση, καθορίζει ακόμη και μέσα στην κοινωνία τη διάκριση μεταξυ αυτόνομων σχετικά σφαιρών, που θα τις ονομάσουμε «παραγωγή», «διανομή», «κατανάλωση». Όμως, γενικά, αυτό το επίπεδο διακρίσεων, υπό την αναπτυγμένη τυπική δομή του, προϋποθέτει (όπως το έδειξε ο Μαρξ) όχι μόνο το κεφάλαιο και τον καταμερισμό της εργασίας, αλλά και την ψευδή συνείδηση που το κεφαλαιοκρατικό ον αποκτά αναγκαστικά για τον εαυτό του και για τα πάγια στοιχεία μιας συνολικής διαδικασίας . Διότι είναι αλήθεια –μαύρη και εκρηκτική αλήθεια, που έγκειται στο παραλήρημα– ότι δεν υπάρχουν σφαίρες ούτε σχετικώς ανεξάρτητα κυκλώματα: η παραγωγή είναι άμεσα κατανάλωση και καταγραφή, η καταγραφή και η κατανάλωση καθορίζουν άμεσα την παραγωγή, την καθορίζουν όμως στους κόλπους της ίδιας της παραγωγής. Έτσι, όλα είναι παραγωγή: παραγωγές παραγωγών, ενεργειών και παθών· παραγωγές καταγραφών, διανομών και αναγνωριστικών σημείων· παραγωγές καταναλώσεων, ηδονών, άγχους και πόνων. Τα πάντα είναι τόσο πολύ παραγωγή, ώστε οι καταγραφές καταναλώνονται άμεσα, αναλώνονται, και οι καταναλώσεις αναπαράγονται άμεσα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα της διαδικασίας: να μεταφέρει την καταγραφή και την κατανάλωση μέσα στην ίδια την παραγωγή, να τις κάνει παραγωγές της μιας και της αυτής διαδικασίας.
Δεύτερον, δεν υπάρχει ούτε η διάκριση άνθρωπος-φύση: η ανθρώπινη ουσία της φύσης και η φυσική ουσία του ανθρώπου ταυτίζονται μέσα στη ως παραγωγή ή βιομηχανία, ταυτίζονται δηλαδή ακόμη και μέσα στη ζωή του ανθρώπου ως μέλους του ανθρώπινου γένους. Η βιομηχανία δεν μπορεί να νοηθεί πλέον ως μία εξωτερική σχέση χρησιμότητας αλλά στη ριζική της ταυτότηα με τη φύση ως παραγωγή του ανθρώπου και από τον άνθρωπο. Όχι πλέον από τον άνθρωπο ως βασιλιά της Πλάσης, αλλά μάλλον ως κάποιον που συγκινείται από τη βαθύτερη ζωή σε όλες τις μορφές και σε όλα τα είδη της, που είναι φορτωμένος με τ’ αστέρια, ακόμη και με τα ζώα, που συνδέει ακατάπαυστα μια μηχανή-όργανο με μια μηχανή-ενέργεια, ένα δέντρο με το σώμα του, έναν μαστό με το στόμα, τον ήλιο με τον κώλο: αιώνια επιφορτισμένος με τις μηχανές του Σύμπαντος. Κι αυτό είναι το δεύτερο νόημα της διαδικασίας: άνθρωπος και φύση δεν είναι σαν δύο όροι που στέκουν ο ένας αντίκρυ στον άλλον, ακόμη κι αν τους εκλάβουμε υπό μία σχέση αιτίας, κατανόησης ή έκφρασης (αιτία-αποτέλεσμα, υποκείμενο-αντικείμενο κτλ.), αλλά μόνο μία και μόνη ουσιαστική πραγματικότητα του παραγωγού και του προϊόντος. Ως διαδικασία, η παραγωγή υπερβαίνει όλες τις ιδεατές κατηγορίες και σχηματίζει ένα κύκλο που ανάγεται στην επιθυμία ως εμμενή αρχή . Γι’ αυτό και η επιθυμητική παραγωγή είναι η ουσιαστική κατηγορία μιας υλιστικής ψυχιατρικής τον καθορίζει και μεταχειρίζεται τον σχιζό ως Homo natura. Υπό έναν όμως όρο, που αποτελεί και το τρίτο νόημα της διαδικασίας: δεν πρέπει να εκλαμβάνουμε τη διαδικασία ως σκοπό, ως τέλος, ούτε να τη συγχέουμε με την ίδια την επ’ άπειρον συνέχισή της. Το τέλος της διαδικασίας, ή η επ’ άπειρον συνέχισή της –που είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με την απότομη και πρόωρη παύση της– συνιστά την αιτιότητα του τεχνητού σχιζοφρενικού, όπως τον βλέπουμε στο νοσοκομείο, αυτιστικό ράκος που προέκυψε ως ξεχωριστή οντότητα. Ο Λώρενς λέει για τον έρωτα: «Κάναμε τη διαδικασία σκοπό· σκοπός της κάθε διαδικασίας δεν είναι η επ’ άπειρον συνέχισή της, αλλά η εκπλήρωσή της... Η διαδικασία πρέπει να τείνει στην εκπλήρωσή της και όχι σε κάποια φοβερή εντατικοποίηση, σε κάποια φοβερή ακρότητα, όπου η ψυχή και το σώμα τελικά αφανίζονται». Η σχιζοφρένεια είναι όπως ο έρωτας: δεν υπάρχει καμιά διακριτή σχιζοφρενική ιδιότητα ή οντότητα· η σχιζοφρένεια είναι το σύμπαν των επιθυμητικών, παραγωγικών και αναπαραγωγικών μηχανών, η οικουμενική πρωτογενής παραγωγή ως «ουσιαστική πραγματικότητα του ανθρώπου και της φύσης».'
Ζιλ Ντελέζ & Φελίξ Γκουαταρί, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 1. Ο Αντι-Οιδίπους, μτφρ. Βασίλειος Πατσογιάννης, εκδ. Πλέθρον
