
'Κάθε σχέση, κάθε τομή, δεν είναι ένα γεγονός αλλά μια ερμηνεία. Πέρα από τις σχέσεις ισορροπίας και ανισορροπίας μιας επιστημικής καταστατικότητας, δεν υπάρχει κανένα προνομιακό σημείο καταλογισμού του παντός. Ο αισθητισμός δεν είναι το παράγωγο μιας πραγματικότητας αλλά συστατικό στοιχείο πολλών πραγματικοτήτων που εκκινούν από μια επιστημική πηγή. Η επιστημική πηγή του αισθητισμού δεν μπορεί παρά να είναι το τμήμα της ιστορικής τυχαιότητας.
Με τον φουκωικό όρο “επιστήμη” οφείλουμε να εννοούμε μια στρατηγική μάλλον, ενώ με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται ο επιστημονισμός και τα άλλα αδιέξοδα της θεωρίας της ιδεολογικής προσαγωγής (interpellation κατά τον Αλτουσσέρ). Τα αισθητικά υποκείμενα δεν χρειάζονται πλέον τον επιστήμονα/θεωρητικό που προϋποτίθεται από τη θεωρία της ιδεολογικής προσαγωγής για να αντλήσουν γνώση. Η γνώση τους προσφέρεται από μια ιδιαίτερη επιστημική καταστατικότητα ή στρατηγική. Δεν υπάρχει πραγματικότητα που να χαλκιδεύεται αλλά πραγματικότητα που παράγεται. Η ισχύς διακινείται από μηχανισμούς εξουσίας / μηχανισμούς γνώσης.
Είναι βέβαιο ότι η αισθητική εμπειρία αποτελεί το διακύβευμα μιας σειράς από γλωσσικά παίγνια. Αφορά, κατά τυχαία σειρά στην οικονομία, την κυβερνητική πολιτική, την τέχνη, την τεχνολογία, το θέατρο, τους διανοούμενους, τα κοινωνικά μορφώματα, την επιστημολογία, και άλλα πολλά, περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένα ή περιορισμένα, γλωσσικά παίγνια. Η φιλοσοφία του Φουκώ επιτρέπει τη δυναμική σύνοψη όλων αυτών των βλεμμάτων μέσα στο γενικό πίνακα που συνιστά ο όρος «επιστήμη». Η φουκωική «επιστήμη» θυμίζει εν πολλοίς το «παράδειγμα» στην επιστημολογία του Kuhn, με ένα όμως ευρωπαϊκό σθένος που υπερβαίνει το επιστημολογικό περιεχόμενο προς περισσότερο φιλοσοφικά διευρυμένες ανησυχίες. Η φουκωική φιλοσοφία δείχνεται ευαίσθητη στο ιστορικό a priori και στη θετικότητα των επιστημικών πεδίων της γλώσσας, του βίου, της οικονομίας. Η φουκωική «επιστήμη» είναι κατά κάποιο τρόπο η ιστορική υποστατικότητα της σκέψης όσον αφορά στη νεωτερικότητά μας. Αν κατά την προ-κλασική περίοδο η επιστήμη βασίζεται στην ομοιότητα, στην νεωτερικότητά μας η ομοιότητα είναι πηγή λάθους ενώ η γλώσσα από ερμηνευτική σημείων αποβαίνει λογοτεχνία όπως καταδεικνύει το παράδειγμα του Δον Κιχώτη. Η νέα ανάληψη της περατότητας διέπει πλήρως την αναπαράσταση.
Η πιο σημαντική δυσκολία είναι η αυτονόητη για τους περισσότερους διάκριση μεταξύ παράστασης και αναπαράστασης. Η ψευδής αναπαράσταση υποτίθεται ότι θεραπεύεται από μια καθαρολογική, ορθή παράσταση. Στο πλαίσιο, ωστόσο, μιας συστασιοκρατικής ερμηνείας (constructivism) που υπερβαίνει ακόμη και την πολιτισμική αναλυτική, η διάκριση παράστασης-αναπαράστασης δεν ενέχει κανένα νόημα. Ήδη, με προδρομικό τρόπο, οι ψυχαναλυτικές έννοιες του ασυνείδητου και των απωθήσεων οδηγούσαν προς αυτή την κατέυθυνση. Ο Φουκώ, αν και αρνούμενος την ψυχαναλυτική ερμηνευτική, προσέφερε νέα και καίρια κριτικά εργαλεία στην εν λόγω προσπάθεια. Μια κινηματογραφική ταινία, π.χ., ως τμήμα του πολιτισμικού, είναι μια ολοφάνερη δήλωση, όχι μια κρυπτότητα σημασίας. Η παρουσία της δήλωσης υποκαθιστά εδώ τη φιλοσοφία της υποψίας (και την αληθοποιητική προσπέλαση του κεκρυμμένου). Αντί να διανοίγει κανείς τα πέπλα της λογοκρισιίας, καλύτερο είναι να στοχάζεται το δηλωθέν. Η φουκωική σκέψη, επιπλέον, δεν είναι τμήμα μιας ιστορίας των ιδεών. Οι όποιες (και αισθητικές) δηλώσεις δεν εντοπίζονται σε μια διαλεκτική ιστορικότητα ιδεατών ολοκληρώσεων αλλά είναι τμήματα μιας «επιστήμης», αρχαιολογικά ρηξικέλευθης και γενεαλογικά συνεχούς. Η συστασιοκρατία, έτσι, αντιβαίνει κάθε ειδους ρεαλισμό.'
Γεώργιος Αραμπατζής, Αισθητικός Βυζαντινισμός: Η Νεωτερική Αισθητική Θέσμιση του Βυζαντινού Κόσμου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου - Καρδαμίτσα
