προγραφές

'J.S. Bach: Ich ruf zu dir, Herr Jesu Christ, BWV 639' [album: Bach: The Organ Works (2001)] - Helmut Walcha

Εξώφυλλο: Τζων Φόουλς, Ο Μάγος

'Η βροχή σταματούσε, όμως η δροσιά της, η μυρωδιά του πηγαδιού, το νερό στην πέτρα, διαπερνούσε το δωμάτιο. Το είδα να τρέχει κρυφά στους τοίχους εκατοντάδων πηγαδιῶν· τά ξεσηκωμένα χέλια στό βάθος.
«Ὅλα αὐτά τά λόγια πώς θά φύγεις.»
Τό χαμόγελό της μεγάλωσε ἀλλά δέν εἴπε τίποτα. Προσπάθησα νά τήν πιάσω καί σηκώθηκε, ἀφέθηκε νά καθίσει πάνω μου. Μετά σιωπή, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τά πάντα ἐκτός ἀπό τό διάλογο τῶν κορμιῶν. Προσποιούνταν πώς μέ κατέκτησε, μέ κορόιδευε καί μέ παρηγοοροῦσε μέ τό στόμα της· μετά σιωπή, ἀκόμα καί στις κινήσεις, σάν νά ἐπρόκειτο νά λιώσει πάνω μου· ἀλλά αὐτό ἦταν ἀνάπαυλα γιά κείνην. Ἔσπασα τή μαγεία, καί σηκώθηκε, ἔπεσε πίσω στό ἄγριο κάλυμμα, μέ τό κεφάλι στό μαξιλάρι. Γονάτισα καί φίλησα τό κορμί της ὥς τούς άστραγάλους, τήν κοίταξα μιά στιγμή ἀπό τά πόδια τοῦ κρεβατιοῦ. Ἦταν ξαπλωμένη λίγο λοξά στό ἕνα πλάι μέ ἕνα χέρι σηκωμένο καί τό κεφάλι πλάγια. Ἀλλά καθώς προχωροῦσα, ξάπλωσε τελείως στην πλάτη της. Λίγες στιγμές ἀργότερα ἤμουν βαθιά μέσα της. Δέν ἔμοιαζε μέ καμία ἄλλη τέτοια στιγμή τῆς πρώτης εἰσόδου πού εἶχα ποτέ· κάτι πολύ πέρα ἀπό τό σεξουαλθκό, ὑπῆρχε ἕνα τέτοιο κατάφορτο παρελθόν καταπίεσης, ἕνα τέτοιο μέλλον συνυφασμένο· μιά τέτοια κατάκτηση. Ἤξερα πώς εἶχα κερδίσει πολύ περισσότερο ἀπό τό σῶμα της.
Στηριζόμουν στα χέρια μου ἀπό πάνω από πάνω της. Κοίταζε ψηλά μέσα στο σκοτάδι.
Εἶπα: «Σέ λατρεύω.»
«Τό θέλω.»
«Γιά πάντα;»
«Γιά πάντα.»
Ἄρχισα νά σπρώχνω ἀργά – ἀλλά τότε ἔγινε κάτι παράξενο. Χωρίς προειδοποίηση, ἡ λάμπα πλάι στό κρεβάτι ἄναψε ξανά. Πρέπει νά διόρθωσαν τή γεννήτρια, στό χωριό. Σταμάτησα τίς κινήσεις μου, γιά ἕνα-δυό λεπτά ἤμαστε πολύ κωμικοί, σάν δυό ξαφνιασμένοι ξένοι, μέ τά μάτια κολλημένα ἀπό ἀμηχανία· τόσο πολύ πού χρειάστηκε νά χαμογελάσουμε. Κοίταξα τό λεπτό κορμί της στό σημεῖο πού ἤμαστε ἑνωμένοι, μετά παλί τό πρόσωπό της. Ἔνιωσα κάτι ἐνοχλημένο καί ντροπαλό στό βλέμμα της, ἀλλά μετά ἔκλεισε τά μάτια καί τό κεφάλι της ἔγειρε στό πλάι. Ἄν ἤθελα ἔτσι...
Ἄρχισα νἀ ὁδηγῶ. Μέ τά χέρια της πίσω άπό τό κεφάλι, σάν νά ἧταν παραδομένη, διπλά γυμνή, ἐντελῶς στό ἔλεός μου· αὐτή ἡ μικρή, εὔθραστη, ζητοῦσε τή βιαιότητα πού εἶπε πώς ἔνιωσε στό παρεκκλήσι στη Μούτσα. Τά χέρια της σφίχτηκαν σάν νά τήν πονοῦσα πραγματικά. Τελείωσα, ἦταν πολύ νωρίς, ἀλλά ἀναπόφευκτο. Σκέφθηκα πώς ἦταν πολύ γρήγορα γιά κείνη, ἀλλά καθώς ἔσβηνα, ἕτοιμος νά τά παρατήσω, ξαφνικά σήκωσε τά χέρια πάνω μου. Μετά μέ ἔσπρωξε βίαια κάτω γιά νά τήν φιλήσω.
Ἤμαστε ἀκόμα ἑνωμένοι γιά λίγο, στη βαθιά σιωπή τοῦ σπιτιοῦ· μετά χωρίσαμε καί ἔμεινα πλάι της. Τεντώθηκε πρός τό κουμπί τῆς λάμπας καί ἤμαστε ξανά στο σκοτάδι. Ξάπλωσε στό στομάχι της, μέ τό πρόσωπο άπό τήν ἄλλη μεριά. Τῆς κτύπησα τήν πλάτη, χάιδεψα τόν μικρό πισινό, καί συνέχισα νά χαϊδεύω τίς καμπύλες της. Ἤδη, παρ᾽ ὅλη τήν παραδοσιακή φύση τῆς στιγμῆς, ἔνιωθα νά μέ πλημμυρίζει μιά εὐφορία. Δέν περίμενα νά τό μοιραστοῦμε τόσο, τόσο γεμάτο ὑποσχέσεις, σάν τό δέρμα κάτω ἀπό τό χέρι μου· ὅτι μποροῦσε νά εἶναι τόσο ζεστή, ἱκανή νά δοθεῖ. Εἶπα στόν ἑαυτό μου πώς ἔπρεπε νά τό εἶχα καταλάβει, ὑπῆρχε αὐτή ἡ αἰσθηση στην Τζοὐν μιᾶς κοπέλας πού τό χαιρόταν, καί ἡ ἴδια ἀνάγκη πρέπει νά βρισκόταν καί στη λιγότερο ἐξωστεφῆ ἀδελφή της, πού ἦταν πλάι μου. Ἐπιτέλους τά σώματά μας ἐκφράστηκαν· καί ἤξερα πώς θά ἦταν ἀκόμα καλύτερα... Πιό εὐαίσθητες, μακρύτερες, ἀτέλειωτες παραλλαγές. Αὐτός ὁ πισινός σάν μῆλο, τά ἀνακατεμένα μαλλιά στό στόμα μου. Ἕνα ἀπόμακρος ἦχος βροντῆς. Ἤδη, ἔξω, ὑπῆρχε περισσότερο φῶς, πρέπει τό φεγγάρι νά εἶχε μισοβγεῖ πίσω ἀπό τά σύννεφα. Ὅλες οἱ καταιγίδες εἶχαν περάσει, καί ἤμαστε ξαπλωμένοι στή σιωπή τῆς Ἐδέμ πού ξαναβρήκαμε.'

 

Τζων Φόουλς, Ο Μάγος, μτφρ. Φαίδων Ταμβακάκης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Εξώφυλλο: Αύγουστος Στρίντμπεργκ, Μόνος

'ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ η μοναξιά. Να τυλίγεσαι στο μετάξι της ίδιας σου της ψυχής, να γίνεσαι χρυσαλλίδα και να περιμένεις τη μεταμόρφωση, γιατί κι αυτή δεν απολείπει. Ζει κανείς στο μεταξύ τα βιώματά του, ενώ επίσης ζει τηλεπαθητικά και τη ζωή άλλων. Ο θάνατος και η ανάσταση· μια καινούργια εκπαίδευση στο άγνωστο καινούργιο.
Κυριαρχεί κανείς, εντέλει, στον ίδιο τον εαυτό του. Κανενός οι σκέψεις δεν επικαλύπτουν τις δικές μου, κανενός οι κλίσεις και οι ιδιοτροπίες δεν με ενοχλούν. Τώρα αρχίζει η ψυχή να αναπτύσσεται μες στη νεοαποκτημένη ελευθερία, κι αισθάνεται μια αφάνταστη εσωτερική γαλήνη και ήρεμη χαρά, ένα αίσθημα ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.
Όταν ξανασκέφτομαι τη συμβίωση με τους ανθρώπους, που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει αληθινή μάθηση, βρίσκω ότι δεν ήταν παρά ένα σχολείο βασανισμού. Να είσαι υποχρεωμένος κανείς κάθε στιγμή να βλέπει ασχήμιες όταν διαθέτει το αισθητήριο της ομορφιάς, είναι ένα βασανιστήριο που τον παραπλανεί, έτσι ώστε να θεωρηθεί εντέλει τον εαυτό του ως μάρτυρα. Να κλείνει πάλι τα μάτια από διακριτικότητα μπρος στις αδικίες, με τον καιρό τον καθιστούν παλιάνθρωπο. Στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της διακριτικότητας, το να συνηθίσει να καταπιέζει την άποψή του, τον καθιστά δειλό. Τελικά, το να φορτώνεται κάποιος την ευθύνη για σφάλματα που δεν έκανε, ώστε να εξασφαλίσει την ησυχία του, τον υποβαθμίζει απαρατήρητα, ώστε μια ωραία μέρα καταλήγει να πιστέψει ότι είναι ελεεινός. Το να μην ακούει ποτέ έναν ενθαρρυντικό λόγο, υφαρπάζει το θάρρος του και το αίσθημα αυτοπεποίθησης· και τα αποτελέσματα της ξένης ευθύνης καθώς τα φορτώνεται, τον κάνουν να μανιάζει εναντίον των συνανθρώπων και της τάξης του κόσμου.
Και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν ορίζει το ίδιο του το πεπρωμένο, εφόσον έχει την καλή θέληση να πράξει το ορθό. Τι ωφελεί αν αγωνίζομαι να είμαι αψεγάδιαστος σε όλα, όταν ο συνεργάτης μου κατρακυλάει και με παρασύρει. Θα πάθω τη μισή ζημιά τουλάχιστον αν όχι ολόκληρη, όπως συνηθίζεται. Τούτο είναι, στην κοινωνική ζωή, που εξαιτίας του ζει κανείς πάντα σε ανασφάλεια·εκτεθειμένος περισσότερο, παρουσιάζοντας καμιά φορά τον εαυτό ου μέσω ενός άλλου και εξαρτημένος από το όλο ιδιοτροπίες φέρσιμο κάποιου ξένου. Κι έτσι, εκείνοι που δεν θα τολμούσαν να απλώσουν το χέρι κάτω από το ρούχο μου όταν είμαι μονάχος, διευκολύνονται να βρουν με το μαχαίρι την καρδιά μου όταν τη παραδίνω σε κάποιον άλλο και αφήνω να την περιφέρει στους δρόμους και τις αγορές.
Ένα ακόμη κέρδος που έχω από τη μοναξιά, είναι ότι μπορώ μόνος μου να καθορίσω την πνευματική μου δίαιτα. Δεν έχω ανάγκη μες στο σπίτι μου να βλέπω εχθρούς στο τραπέζι μου κι αμίλητος ν’ ακούω να εξευτελίζεται εκείνο που τιμώ· δεν είμαι υποχρεωμένος πίσω από τις πόρτες μου να ακούω μουσική που απεχθάνομαι· δεν οφείλω να βλέπω παντού γύρω εφημερίδες που δημοσιεύουν γελοιογραφίες δικές μου και των φίλων μου· γλυτώνω από το διάβασμα βιβλίων που σιχαίνομαι κι από εκθέσεις όπου πρέπει να θαυμάσω ζωγραφική την οποία περιφρονώ. Με λίγα λόγια είμαι κυρίαρχος της ψυχής μου, στις περιπτώσεις δηλαδή που έχει κανείς το δικαίωμα να είναι κυρίαρχος, και μπορώ να επιλέγω τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές μου. Ποτέ δεν υπήρξα τύραννος, μόνο που δεν θέλησα ποτέ να υποστώ την τυραννία, κι αυτό δεν το αντέχουν οι τύραννοι· αντιθέτως ήμουν πάντοτε εχθρός της τυραννίας, και ούτε τούτο το συγχωρούν οι τύραννοι. Επεδίωξα πάντοτε να προχωρώ προς τα μπροστά κι όλο ψηλότερα, γι’ αυτό απέκτησα το ύψιστο δικαίωμα απέναντι σε κείνους που θέλησαν να με τραβήξουν προς τα κάτω, και γι’ αυτό απέμεινα μόνος.'

 

Αύγουστος Στρίνμπεργκ, Μόνος, μτφρ. Χρυσαφής Ε. Ιωάννης, εκδ. Σκαρίφημα

Εξώφυλλο: Χάρης Ψαρράς, Gloria in Excelsis
Vivere pericolosamente

Με πούδρες, στίχους και, αν χρειαστεί, με υπνοστεντόν
επιβραδύνουμε το βήμα των ετών,

αλλά δεν ανακόπτουμε τη ροή του χρόνου.
Φεύγουμε ανήσυχοι. Τα σώματα μας λιώνουν.

Μένουν τα οστά. Κάτω απ’ το χώμα ή μες στην άμμο.
Δεν ξέρεις ποια δικά σου, ποια δικά μου.

*

Βατράχια

Όλα τ’ αφήνει πίσω ο χρόνος που περνά.
Ακαταπαύστως οι μέρες ανατέλλουν,
για να γδύσουν. Βατράχια βραχνά
κάθε νύχτα πλέκουν το εγκώμιο του τέλους.

Κοάξ κοάξ. Κι άλλος κανένας άχνα
δεν βγάζει απ’ όσους ασφυκτιούν μες στο έλος
ή μες στη λίμνη που ’χει τα νερά της στάσιμα.
Αρκεί ένα κόασμα κι ο βάλτος παίρνει ανάστημα.

Χάρης Ψαρράς, Gloria in Excelsis, εκδ. Κέδρος

'Η τελετή του δημόσιου βασανιστηρίου δεν είναι καθ’ αυτή περισσότερο ορθολογική από τη φυλάκιση σ’ ένα κελί· αλλά είναι ανορθολογική από την άποψη ενός τύπου ποινικής πρακτικής η οποία περιλαμβάνει νέους τρόπους θεώρησης των επιπτώσεων που παράγονται από την επιβαλλόμενη ποινή, νέους τρόπους υπολογισμού της ωφέλειάς της, της δικαιολόγησής της, της διαβάθμισής της κ.λπ. Δεν μπορεί να κρίνει κανείς τις πρακτικές με γνώμονα μία ορθολογικότητα, η οποία θα τις έκανε να αξιολογηθούν ως λιγότερο ή περισσότερο τέλειες μορφές ορθολογικότητας· αλλά μάλλον εξετάζει πώς μορφές ορθολογικοτήτων εγγράφονται σε πρακτικές ή συστήματα πρακτικών και τι ρόλο παίζουν εντός τους. Διότι είναι αλήθεια πως οι «πρακτικές» δεν υφίστανται χωρίς ένα συγκεκριμένο καθεστώς ορθολογικότητας. Όμως, από το να μετρώ αυτό το καθεστώς με βάση την αξία ορθού λόγου, θα ήθελα να το αναλύω σύμφωνα με δύο άξονες: από τη μια πλευρά, της κωδικοποίησης της υπαγόρευσης (πώς σχηματίζει ένα σύνολο κανόνων, συνταγών, μέσων για την επίτευξη ενός σκοπού κ.λπ.) και, από την άλλη, της αληθούς ή ψευδούς διατύπωσης (πώς προσδιορίζει ένα πεδίο αντικειμένων σε σχέση με το οποίο μπορούν να αρθρωθούν προτάσεις αληθείς ή ψευδείς).
Αν έχω μελετήσει «πρακτικές», όπως αυτές της απομόνωσης των τρελών ή της κλινικής ιατρικής ή της οργάνωσης των εμπειρικών επιστημών ή της νομικής τιμωρίας, ήταν προκειμένου να μελετήσω αυτό το παιχνίδι ανάμεσα σ’ έναν «κώδικα» που διέπει τους τρόπους με τους οποίους γίνονται πράγματα (που υπαγορεύει πώς ταξινομούνται και εξετάζονται οι άνθρωποι, πώς κατηγοριοποιούνται τα πράγματα και τα σημεία, πώς εκγυμνάζονται τα άτομα κ.λπ.) και μία παραγωγή αληθών λόγων [discours] που χρησιμεύουν για να θεμελιώνουν, δικαιολογούν και να παρέχουν λόγους ύπαρξης και αρχές μετασχηματισμών σε αυτούς τους τρόπους με τους οποίους γίνονται πράγματα.
Για να θέσω το ζήτημα σαφέστερα: το πρόβλημά μου είναι να γνωρίσω πως οι άνθρωποι κυβερνούν (εαυτούς και αλλήλους) μέσω της παραγωγής αλήθειας (το επαναλαμβάνω για μία ακόμη φορά ότι με την «παραγωγή της αλήθειας» δεν εννοώ την παραγωγή αληθών αποφάνσεων, αλλά τη διευθέτηση πεδίων στα οποία η πρακτική του αληθούς και του ψευδούς μπορεί να είναι ταυτοχρόνως ρυθμισμένη και πρέπουσα).
Η συμβαντοποίηση συνόλων μοναδικών πρακτικών, έτσι έστω να καθιστώ ικανά να συλλαμβάνονται ως διαφορετικά καθεστώτα «δικαιοδοσίας» και «αληθολογίας»: αυτό είναι, για να το θέσω με υπερβολικά βάρβαρους όρους, που θα ήθελα να κάνω. Βλέπετε ότι αυτό δεν είναι ούτε μία ιστορία των γνώσεων ούτε μία ανάλυση της προηγμένης ορθολογικότητας που κυριαρχεί στην κοινωνία μας, ούτε μία ανθρωπολογία των κωδικοποιήσεων που, χωρίς να το γνωρίζουμε, διέπουν τη συμπεριφορά μας. Θα ήθελα, εν συντομία, να επανατοποθετήσω το καθεστώς παραγωγής του αληθούς και του ψευδούς στην καρδιά της ιστορικής ανάλυσης και της πολιτικής κριτικής.'

Μισέλ Φουκό, Γιατί η Φυλακή: Ζητήματα Μεθόδου, μτφρ. Γιάννης Καραγιάννης, εκδ. Πλέθρον

* * *

'Η «συμβαντοποίηση» αποτελεί τμήμα των ποικίλων όσο και αλληλένδετων μεθόδων που αναπτύσσονται από τον Foucault στις εργασίες του («αρχαιολογία», «γενεαλογία», «προβληματοποίηση»), η οποία εστιάζει στη μελέτη των διαδικασιών εκείνων που καθιστούν ένα «καθεστώς πρακτικών» «αυτονόητο», με στόχο ακριβώς να το κλονίσει, να καταδείξει την αστάθειά του και τις πολλαπλές διασυνδέσεις του με ποικίλες ιστορικές διαδικασίες. Η προτεινόμενη μεθοδολογία της «συμβαντοποίησης» διαχωρίζεται από θεσμικές ή δομικές προσεγγίσεις, καθώς και μονοσήμαντες αιτιοκρατικές αναγωγές. Αντιστρατεύεται άκαμπτους, αναγκαίους και αυστηρούς αιτιοκρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι αναγνωρίζονται ως ερμηνευτικές διόπτρες μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας, εξελικτικής των πραγμάτων λογικής και γενέθλιος-καταγωγικός τους τόπος. Κινείται σε «γκρίζες περιοχές» πολυπαραγοντικού καθορισμού, σε μία χρονικότητα στην οποία επενεργούν ποικίλες δυνάμεις και εκδηλώνονται συνέχεις και ρήξεις. Στοχεύει στην παραβίαση του αυτονόητου των πραγμάτων, στον εντοπισμό ρήξεων και ασυνεχειών, στην κατάδειξη της ενδεχομενικότητας των ιστορικών διαδικασιών. Τοποθετείται έτσι στον αντίποδα μιας πρακτικής έρευνας που διαβλέπει συνέχειες, κανονικότητες και αδιάσπαστη εξέλιξη. Όπως, επίσης, και ενάντια σε μια τάση «ενεστωτισμού» (presentism), της εξήγησης δηλαδή του (ιστορικού) παρελθόντος με αφετηρία το (ιστορικό) παρόν, όσο κι ενός «φιναλισμού» (finalism), της εξήγησης δηλαδή του (ιστορικού) παρόντος με αναφορά σε μια καταγωγική αρχή που αναπόδραστα το προσδιορίζει μέσω μιας αλληλουχίας ενδιάμεσων σταδίων και εξελίξεων.'

Γιάννης Καραγιάννης, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

'Wesendonk Lieder (orch. Mottl) (1991 Remastered Version): Im Treibhaus' [album: The Very Best of Christa Ludwig (2003)] - Christa Ludwig

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑