προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

'Η τελετή του δημόσιου βασανιστηρίου δεν είναι καθ’ αυτή περισσότερο ορθολογική από τη φυλάκιση σ’ ένα κελί· αλλά είναι ανορθολογική από την άποψη ενός τύπου ποινικής πρακτικής η οποία περιλαμβάνει νέους τρόπους θεώρησης των επιπτώσεων που παράγονται από την επιβαλλόμενη ποινή, νέους τρόπους υπολογισμού της ωφέλειάς της, της δικαιολόγησής της, της διαβάθμισής της κ.λπ. Δεν μπορεί να κρίνει κανείς τις πρακτικές με γνώμονα μία ορθολογικότητα, η οποία θα τις έκανε να αξιολογηθούν ως λιγότερο ή περισσότερο τέλειες μορφές ορθολογικότητας· αλλά μάλλον εξετάζει πώς μορφές ορθολογικοτήτων εγγράφονται σε πρακτικές ή συστήματα πρακτικών και τι ρόλο παίζουν εντός τους. Διότι είναι αλήθεια πως οι «πρακτικές» δεν υφίστανται χωρίς ένα συγκεκριμένο καθεστώς ορθολογικότητας. Όμως, από το να μετρώ αυτό το καθεστώς με βάση την αξία ορθού λόγου, θα ήθελα να το αναλύω σύμφωνα με δύο άξονες: από τη μια πλευρά, της κωδικοποίησης της υπαγόρευσης (πώς σχηματίζει ένα σύνολο κανόνων, συνταγών, μέσων για την επίτευξη ενός σκοπού κ.λπ.) και, από την άλλη, της αληθούς ή ψευδούς διατύπωσης (πώς προσδιορίζει ένα πεδίο αντικειμένων σε σχέση με το οποίο μπορούν να αρθρωθούν προτάσεις αληθείς ή ψευδείς).
Αν έχω μελετήσει «πρακτικές», όπως αυτές της απομόνωσης των τρελών ή της κλινικής ιατρικής ή της οργάνωσης των εμπειρικών επιστημών ή της νομικής τιμωρίας, ήταν προκειμένου να μελετήσω αυτό το παιχνίδι ανάμεσα σ’ έναν «κώδικα» που διέπει τους τρόπους με τους οποίους γίνονται πράγματα (που υπαγορεύει πώς ταξινομούνται και εξετάζονται οι άνθρωποι, πώς κατηγοριοποιούνται τα πράγματα και τα σημεία, πώς εκγυμνάζονται τα άτομα κ.λπ.) και μία παραγωγή αληθών λόγων [discours] που χρησιμεύουν για να θεμελιώνουν, δικαιολογούν και να παρέχουν λόγους ύπαρξης και αρχές μετασχηματισμών σε αυτούς τους τρόπους με τους οποίους γίνονται πράγματα.
Για να θέσω το ζήτημα σαφέστερα: το πρόβλημά μου είναι να γνωρίσω πως οι άνθρωποι κυβερνούν (εαυτούς και αλλήλους) μέσω της παραγωγής αλήθειας (το επαναλαμβάνω για μία ακόμη φορά ότι με την «παραγωγή της αλήθειας» δεν εννοώ την παραγωγή αληθών αποφάνσεων, αλλά τη διευθέτηση πεδίων στα οποία η πρακτική του αληθούς και του ψευδούς μπορεί να είναι ταυτοχρόνως ρυθμισμένη και πρέπουσα).
Η συμβαντοποίηση συνόλων μοναδικών πρακτικών, έτσι έστω να καθιστώ ικανά να συλλαμβάνονται ως διαφορετικά καθεστώτα «δικαιοδοσίας» και «αληθολογίας»: αυτό είναι, για να το θέσω με υπερβολικά βάρβαρους όρους, που θα ήθελα να κάνω. Βλέπετε ότι αυτό δεν είναι ούτε μία ιστορία των γνώσεων ούτε μία ανάλυση της προηγμένης ορθολογικότητας που κυριαρχεί στην κοινωνία μας, ούτε μία ανθρωπολογία των κωδικοποιήσεων που, χωρίς να το γνωρίζουμε, διέπουν τη συμπεριφορά μας. Θα ήθελα, εν συντομία, να επανατοποθετήσω το καθεστώς παραγωγής του αληθούς και του ψευδούς στην καρδιά της ιστορικής ανάλυσης και της πολιτικής κριτικής.'

Μισέλ Φουκό, Γιατί η Φυλακή: Ζητήματα Μεθόδου, μτφρ. Γιάννης Καραγιάννης, εκδ. Πλέθρον

* * *

'Η «συμβαντοποίηση» αποτελεί τμήμα των ποικίλων όσο και αλληλένδετων μεθόδων που αναπτύσσονται από τον Foucault στις εργασίες του («αρχαιολογία», «γενεαλογία», «προβληματοποίηση»), η οποία εστιάζει στη μελέτη των διαδικασιών εκείνων που καθιστούν ένα «καθεστώς πρακτικών» «αυτονόητο», με στόχο ακριβώς να το κλονίσει, να καταδείξει την αστάθειά του και τις πολλαπλές διασυνδέσεις του με ποικίλες ιστορικές διαδικασίες. Η προτεινόμενη μεθοδολογία της «συμβαντοποίησης» διαχωρίζεται από θεσμικές ή δομικές προσεγγίσεις, καθώς και μονοσήμαντες αιτιοκρατικές αναγωγές. Αντιστρατεύεται άκαμπτους, αναγκαίους και αυστηρούς αιτιοκρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι αναγνωρίζονται ως ερμηνευτικές διόπτρες μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας, εξελικτικής των πραγμάτων λογικής και γενέθλιος-καταγωγικός τους τόπος. Κινείται σε «γκρίζες περιοχές» πολυπαραγοντικού καθορισμού, σε μία χρονικότητα στην οποία επενεργούν ποικίλες δυνάμεις και εκδηλώνονται συνέχεις και ρήξεις. Στοχεύει στην παραβίαση του αυτονόητου των πραγμάτων, στον εντοπισμό ρήξεων και ασυνεχειών, στην κατάδειξη της ενδεχομενικότητας των ιστορικών διαδικασιών. Τοποθετείται έτσι στον αντίποδα μιας πρακτικής έρευνας που διαβλέπει συνέχειες, κανονικότητες και αδιάσπαστη εξέλιξη. Όπως, επίσης, και ενάντια σε μια τάση «ενεστωτισμού» (presentism), της εξήγησης δηλαδή του (ιστορικού) παρελθόντος με αφετηρία το (ιστορικό) παρόν, όσο κι ενός «φιναλισμού» (finalism), της εξήγησης δηλαδή του (ιστορικού) παρόντος με αναφορά σε μια καταγωγική αρχή που αναπόδραστα το προσδιορίζει μέσω μιας αλληλουχίας ενδιάμεσων σταδίων και εξελίξεων.'

Γιάννης Καραγιάννης, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

·

↑