προγραφές

Εξώφυλλο: Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Χολός Γυναικός: Και Άλλες Ιστορίες από τον Ερωτικό Βίο των Αρχαίων Ελλήνων

'ΜΙΣΟΓΥΝΙΣΜΟΣ στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο ὑπἦρχε ἄφθονος. Ἰδεολογικὲς τάσεις καὶ στάσεις ποὺ θὰ χαρακτηρίζαμε, μὲ τὰ δικά μας μέτρα, μισογυνικὲς ἐντοπίζονται ήδη στὸ ἔργο τοῦ Ἡσιόδου. Ἄς θυμηθοῦμε τὸ μύθο τῆς Πανδώρας. Ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου ὁφείλονται στὴ γυναίκα. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, ποὺ ἔχει τὸν ἀντίστοιχό του στὴν ἑβραϊκὴ μυθολογία, μοιάζει πανάρχαιος.
Στὰ ὁμηρικὰ ἔπη, ποὺ εἶναι προγενέστερα ἀπὸ τὰ ἔπη τοῦ Ἡσιόδου, οἱ Ἀχαιοὶ εἶχαν χίλιες δυὸ εὐκαιρίες νὰ ἀποδώσουν τὰ δεινά τους στὴν Ἑλένη. Ἀπέφυγαν ὡστόσο νὰ θεωρήσουν τὴν ὄμορφη βασίλισσα ἐκπρόσωπο τοῦ γυναικείου φύλου. Μονάχα ὁ Ἀγαμέμνων, ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο, ἀποτόλμησε νὰ γενικεύσει, κρίνοντας ἀπὸ τὴ δική του γυναίκα. Ἡ τραγική του μοίρα ἐξηγεῖ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτησή του. Εἶχε γλιτώσει ἀπὸ τὸν φονικὸ πόλεμο καὶ εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὸ ἄγριο πέλαγος, γιὰ νὰ βρεῖ φριχτὸ θάνατο, σὰν βόδι στὸ παχνί, ἀπὸ τὸν Αἴγισθο καὶ τὴ δολερὴ του γυναίκα.
Ὁ Ἀγαμέμνων στοχάστηκε ὅτι μιὰ τέτοια ἀποτρόπαιη πράξη θὰ εἶχε εὐρύτερες ἐπιπτώσεις. Ὅπως ἰσχυρίστηκε στὸν Ὀδυσσέα, ἡ Κλυταιμνήστρα « βούτηξε ἡ ἴδια στὴν ντροπή, ντρόπιασε ὅμως μιὰ γιὰ πάντα κι ὅλο τὸ θηλυκὸ τὸ γένος, τὶς μελλούμενες γυναῖκες, ἔστω κι ἄν κάποια ἀποδεχτεῖ κάποτε φρόνιμη ». Ἀναλογιζόμενος ὅμως σὲ ποιὸν μιλοῦσε, ἔσπευσε νὰ συμπληρώσει : Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰθάκης δὲν διέτρεχε παρόμοιο κίνδυνο μὲ τὸν ἴδιο· ἡ θυγατέρα τοῦ Ἰκάριου ἦταν συνετή.
Ἄν στὰ λόγια τοῦ Ἀγαμέμνονα διαφαίνεται κάποιος μισογυνισμός, αὐτὸς δὲν χαρακτηρίζει τὰ ἔπη στὸ σύνολό τους. Ἐνδέχεται μάλιστα ὁ ἐπικὸς ποιητὴς νὰ κρατᾶ μιὰ διακριτικὴ καὶ ἴσως εἰρωνικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Ἀγαμέμνονα. Πολεμώντας ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Τροίας, ὁ Ἀγαμέμνων εἶχε ἰσχυριστεῖ ὅτι προτιμοῦσε μιὰ σκλάβα ἀπὸ τὴ νόμιμη σύζυγό του. Στὸν κάτω κόσμο θυμᾶται, μὲ πλήρη ἀθωότητα καὶ ἀφέλεια, ὅτι δὲν ἦταν μόνος του ὅταν τὸν ἔσφαξε ἡ Κλυταιμνήστρα. Μαζί του ἔσερνε τὴν αἰχμάλωτη Κασσάνδρα, ὡς παλλακίδα. Ἡ Κασσάνδρα ἔπεσε καὶ αὐτὴ θύμα τῆς ὀργῆς τῆς Κλυταιμνήστρας.
Δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς μὲ τὸ μέρος τῆς Κλυταιμνήστρας γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ὑπερβεῖ τὸ μέτρο. Ὁ ποιητὴς πάντως δὲν συμμερίζεται τὸ μισογυνισμὸ τοῦ Ἀγαμέμνονα. Φροντίζει νὰ ὑπογραμμίσει ὅτι καμιὰ σκιὰ ὑποψίας ἤ ντροπῆς δὲν ἔπεφτε στὴν Πηνελόπη. Ἀκόμα καὶ τὴν Ἑλένη τὴν παρουσιάζει νὰ ἐπιστρέφει στὴ Σπάρτη τιμημένη.
Οἱ πολεμικὲς ἀριστοκρατίες τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν ἀντιμετώπιζαν τὶς γυναῖκες ὡς κίνητρο ἀρετῆς καὶ ἀνδρείας. Ὁ στρατὸς τῶν Ἀχαιῶν πολέμησε γιὰ μιὰ γυναίκα· οἱ μνηστῆρες ξημεροβραδιάζονταν στὸ παλάτι τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ μιὰ γυναίκα. Ὅλοι θεωροῦσαν ὅτι ἀγωνίζονταν καὶ ἀνταγωνίζονταν γιὰ κάτι ποὺ προσέδιδε τιμή. Διακινδύνευαν καὶ συχνὰ ἔχαναν τὴ ζωή τους μὲ ὑπερηφάνεια γιὰ μιὰ γυναίκα.'

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Χολός Γυναικός: Και Άλλες Ιστορίες από τον Ερωτικό Βίο των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Άγρα

Keith Vaughan, Abstract drawing of a squatting naked figure clutching their genitals and exposed intestines (1943)
Abstract drawing of a squatting naked figure clutching their genitals and exposed intestines (1943–66) - Keith Vaughan

Εξώφυλλο: Αν Κάρσον, Έρως ο Γλυκόπικρος

'Ο εαυτός σχηματίζεται στο όριο της επιθυμίας. Στην προσπάθεια να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου αναδύεται μια γνώση του εαυτού. Όμως από την οξεία επίγνωση του εαυτού που πηγάζει από την προσπάθεια της επιθυμίας μπορεί να προκύψουν περισσότερες από μία αντιδράσεις. Ο Νέβιλ τη συλλαμβάνει ως μια «συμπίεση» του εαυτού και τη βρίσκει απλώς παράξενη. «Πόσο παράξενα αλλάζει κανείς», συλλογίζεται. Δε δείχνει να τον ενοχλεί η αλλαγή, ούτε να την απολαμβάνει. Από την άλλη πλευρά, ο Νίτσε αισθάνεται ευφορία: «Φαίνεται κανείς στον εαυτό του μεταμορφωμένος, πιο δυνατός, πιο πλούσιος, πιο πλήρης... Δεν αλλάζει απλά η αίσθηση της αξίας· ο ερωτευμένος αποκτά όντως μεγαλύτερη αξία» [...] Δεν είναι σπάνιο ο ερωτευμένος να βιώνει την οξυμένη αίσθηση της προσωπικότητας του («Είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου απ’ ό,τι πριν!», αισθάνεται ο ερωτευμένος) και να χαίρεται μ’ αυτή την αίσθηση, όπως χαίρεται ο Νίτσε. Οι Έλληνες λυρικοί ποιητές δε χαίρονται.
Για τους ποιητές αυτούς η αλλαγή του εαυτού σημαίνει απώλειά του. Οι μεταφορές που χρησιμοποιούν για αυτή την εμπειρία είναι μεταφορές του πολέμου, τις αρρώστιας και της φθοράς του σώματος. Οι μεταφορές που εκφράζουν μια εμπειρία επίθεσης και αντίστασης. Οι ποιητές εστιάζουν στην ακραία αισθησιακή ένταση ανάμεσα στον εαυτό και στο περιβάλλον του. Μια ιδιαίτερη εικόνα αυτής της έντασης κυριαρχεί: στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση ο έρωτας βιώνεται ως λιώσιμο.
Ο θεός της επιθυμίας καλείται παραδοσιακά λυσιμελής αυτός που λιώνει το κορμί [...] «Σε λιώνει πιο πολύ κι απ’ τον ύπνο και το θάνατο». Ο ερωτευμένος είναι ένα κερί [...] που λιώνει όταν το αγγίξει ο επιτιθέμενος Έρωτας. Το λιώσιμο είναι άραγε κάτι καλό; Αυτό που παραμένει αμφιλεγόμενο. Η εικόνα υπαινίσσεται κάτι αισθησιακά γευστικό, όμως συχνά το συνοδεύουν το άγχος και η σύγχυση. Η αίσθηση του κολλώδους είναι μια εμπειρία απωθητική, σύμφωνα με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Οι παρατηρήσεις του για το φαινόμενο του κολλώδους μπορούν ίσως να φωτίσουν κάπως τη στάση των αρχαίων απέναντι στον έρωτα:

Ένα νήπιο που βουτάει τα χέρια του σ’ ένα βάζο μέλι εμπλέκεται ακαριαία στην παρατήρηση των μορφολογιών ιδιοτήτων των στερεών και των υγρών και της ουσιώδους σχέσης ανάμεσα στον υποκειμενικό εαυτό που βιώνει την εμπειρία και στον κόσμο που αποτελεί το αντικείμενο της εμπειρίας. Το γλοιώδες είναι μια κατάσταση ενδιάμεση ανάμεσα στο στερνό και το υγρό. Είναι σαν μια ουλή σε διαδικασία επούλωσης. Είναι ασταθές, αλλά δε ρέει. Είναι μαλακό, εκτατό και συμπιεστό. Το κολλώδες είναι μια παγίδα, γραπώνεται σαν βδέλλα· προσβάλλει το όριο ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ αυτό. Μακριές στήλες μελιού που πέφτουν απ’ τα δάχτυλα μου υποβάλλουν την εντύπωση ότι η δική μου ουσία ρέει στη λιμνούλα του κολλώδους. Όταν βυθίζεσαι στο νερό, η εντύπωση είναι διαφορετική· παραμένω στερεός. Καθώς όμως αγγίζω το κολλώδες, διακινδυνεύω να διαλυθώ στη γλίτσα του. Το κολλώδες προσκολλάται, σαν ένας πολύ κτητικός σκύλος ή μια πολύ κτητική ερωμένη. [...]

Αυτή η έντονη («γραπώνεται σαν βδέλλα») και σχεδόν παράλογη («το κολλώδες είναι μια παγίδα») απέχθεια του Σαρτρ για την αυτοδιάλυση θυμίζει τον τρόπο που οι αρχαίοι ποιητές αντιδρούν στον έρωτα. Παρ’ όλα αυτά, ο Σαρτρ πιστεύει ότι από το κολλώδες μπορούμε να μάθουμε κάτι σημαντικό, όπως κι από μια πεισματάρα ερωμένη, αναφορικά με τις ιδιότητες της ύλης και τη σχέση ανάμεσα στον εαυτό και στα άλλα πράγματα. Βιώνοντας και εκφράζοντας την απειλή τού να μας λιώνει ο έρωτας, οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές μαθαίνουν και κάτι σχετικά με τον δικό τους οριοθετημένο εαυτό μέσα απ’ την προσπάθεια ν’ αντισταθούν στη διάλυση αυτών των ορίων εντός της ερωτικής κίνησης. Αναπτύσσουν μια φυσιολογία της ερωτικής εμπειρίας η οποία βλέπει τον έρωτα σαν κάτι εχθρικό στην πρόθεσή του και βλαπτικό στα αποτελέσματά του. Παράλληλα με τις μεταφορές του λιωσίματος θα μπορούσαμε να παραθέσουμε μεταφορές, που παραπέμπουν στη διατρύπηση, στη συντριβή, στη χαλιναγώγηση, στο ψήσιμο, στο κέντρισμα, στο δάγκωμα, στο τρίψιμο, στο κλάδεμα, στη δηλητηρίαση, στο τσουρούφλισμα και στην κονιορτοποίηση, οι οποίες δίνουν μια σωρευτική εντύπωση ότι κάποιος νοιάζεται βαθιά για την ακεραιότητα και τον έλεγχο του σώματός του. Καθώς ο ερωτευμένος χάνει την οριοθετημένη οντότητα του εαυτού του, μαθαίνει να της δίνει αξία.'

Αν Κάρσον, Έρως ο Γλυκόπικρος, μτφρ. Ανδρονίκη Μελετλίδου, εκδ. Δώμα

Εξώφυλλο: Άντζελα Κάρτερ, Το Μαγαζάκι με τα Μαγικά Παιχνίδια

'Οι κουρτίνες σάλευαν στα παράθυρα. Πάνω τους το γεράνι έριχνε μια φανταστική σκιά, ομπρέλες για φύλλα, κι αντί για λουλούδια κεφάλια λάχανο. Τα κάγκελα στην κούνια της Βικτώριας ήταν μαύρα και απειλητικά, κι η φωτεινή γραμμή που έμπαινε απ’ το πλατύσκαλο κάτω απ’ την πόρτα ήταν σαν λαμπερό μολύβι, που από στιγμή σε στιγμή θα σερνόταν και θα ’γράφε «Δεν είναι φυσιολογική», μια πινακίδα που θ’ αναβόσβηνε πάνω στον τοίχο. Για να ηρεμήσει, άρχισε να μετράει τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία· μόλις που ξεχώριζε τα βαριά, σκοτεινά τους πρόσωπα. Ένα τριαντάφυλλο, δύο τριαντάφυλλα, τρία τριαντάφυλλα... και στην καρδιά του τρίτου τριαντάφυλλου, μια εστία φωτός. Μια στρογγυλή αναλαμπή. Στην αρχή την κοίταξε αδιάφορα, έπειτα με ολοένα και μεγαλύτερη περιέργεια. Μια τρύπα στον τοίχο, και το φως που έμπαινε από το διπλανό δωμάτιο. Μια ωραία, ολοστρόγγυλη τρύπα.
Στο τέλος σηκώθηκε, γονάτισε μπροστά στην τρύπα· ήταν ίσαμε μια πένα στο μέγεθος. Θυμήθηκε την πρώτη νύχτα, τότε που κοίταζε τους Τζόουλ απ’ την κλειδαρότρυπα, και σκέφτηκε πως πάντα τους κατασκόπευε από τότε. Τώρα έβλεπε την terra incognita του διπλανού δωματίου, που φωτιζόταν από έναν γυμνό γλόμπο στο ταβάνι.
Δυο μικρά άσπρα κρεβάτια, με τα σεντόνια γυρισμένα πάνω από σατέν καπιτονέ καλύμματα. Μια ασπρόμαυρη καρέκλα που είχε πάνω της ζωγραφισμένα κάστρα και τριαντάφυλλα, σαν βάρκα. Θα ’ταν η καρέκλα του Φιν. Ένα τετραγωνάκι από σκέτο καθρέφτη στημένο όρθιο στον τοίχο, που ήταν βαμμένος ροζ. Δίπλα στον καθρέφτη κρεμόταν μια ζωγραφιά. Μια παράξενη ζωγραφιά. Δεν πίστευε στα μάτια της.
Η θεία Μάργκαρετ καθόταν σ’ ένα παρτέρι με ηρανθή, γυμνή, μ’ έναν λαμπερό πράσινο μανδύα ριγμένο χαλαρά στους ώμους της. Η αδυναμία του κορμιού της μαλάκωνε απ’ τα πορφυρά μαλλιά που ανέμιζαν γύρω της. Το εφήβαιο της ήταν ένα πύρινο όρος. Τα στήθη της ήταν έτοιμα να γίνουν τριαντάφυλλα. Η σάρκα της έφεγγε ολόλευκη. Ο Φιν πρέπει να ’χε χρησιμοποιήσει σκέτο άσπρο χρώμα από το σωληνάριο, χωρίς άλλες προσμίξεις. Στα λευκά της μάγουλα κυλούσαν δυο χοντρά δάκρυα που γυάλιζαν, γιατί ήταν δυο στρογγυλές, πολύεδρες κρυστάλλινες χάντρες κολλημένες στο καναβάτσο. Πάνω απ’ το κεφάλι της ήταν μια περίπλοκη γιρλάντα από παράξενα λουλούδια, τουλίπες, σκυλάκια και σφοντύλια, δεμένη στις άκρες με δυο πράσινους φιόγκους. Δυο έρωτες κρατούσαν τους φιόγκους κλοτσώντας τα παχουλά τους πατουσάκια. Ήταν ανάγλυφοι, πλασμένοι με ροζ πλαστελίνη. Όλη η ζωγραφιά είχε κάτι το κρυφό, το ιδιωτικό, σαν ψίθυρος πίσω από χέρι.'

Άντζελα Κάρτερ, Το Μαγαζάκι με τα Μαγικά Παιχνίδια, μτφρ. Λιζέτα Κουκουβίνου, εκδ. Γράμματα

'Κατά βάθος, η Άννα είχε πάντα την ανάγκη να νιώθει τη γερή ρίζα των πραγμάτων. Το να έχει ένα σπιτικό της είχε παραδόξως επιτρέψει αυτό ακριβώς. Μέσα από λοξά μονοπάτια, ήρθε κι έπεσε σ’ ένα πεπρωμένο γυναίκας, έκπληκτη που είχε χωρέσει μέσα σ’ αυτό σαν να το είχε επινοήσει η ίδια. Ο άντρας που είχε παντρευτεί ήταν αληθινός άντρας, τα παιδιά που είχε ήταν αληθινά παιδιά. Η περασμένη της νιότη της φαινόταν παράξενη σαν μια αρρώστια της ζωής. Από αυτήν είχε αναδυθεί σιγά σιγά για να ανακαλύψει πως και χωρίς την ευτυχία ζούσε κανείς: παραιτούμενη από αυτήν, είχε συναντήσει ένα πλήθος ανθρώπων, αόρατων πριν, που ζούσαν όπως δουλεύει κανείς – με επιμονή, συνέχεια, χαρά. Εκείνο που συνέβαινε στην Άννα πριν αποκτήσει το σπιτικό της ήταν πάντα εκτός των δυνατοτήτων της: μια διαταραγμένη έξαρση που τόσο συχνά συγχέεται με την ανυπόφορη ευτυχία. Είχε δημιουργήσει ως αντάλλαγμα κάτι επιτέλους κατανοητό, μια ενήλικη ζωή. Έτσι το θέλησε και το επέλεξε.
Οι προφυλάξεις της περορίζονταν στο να προσέχει την επικίνδυνη ώρα του απογεύματος, όταν το σπίτι ήταν άδειο δίχως να τη χρειάζεται πια, ο ήλιος ψηλά, τα μέλη της οικογένειας σκορπισμένα στις δουλειές τους. Κοιτάζοντας τα καθαρά έπιπλα, η καρδιά της σφιγγόταν λιγάκι με τρόμο. Μα στη ζωή της δεν υπήρχε χώρος για να νιώσει στοργή για τον τρόμο της – τον έπνιγε μ’ εκείνη την επιδεξιότητα που της είχαν χαρίσει οι μικροδουλειές του σπιτιού. Οπότε έφευγε για να κάνει τα ψώνια ή να πάει κάτι για επισκευή, φροντίζοντας το σπιτικό και την οικογένειά της όσο εκείνοι έλειπαν. Όταν επέστρεφε, το απόγευμα θα είχε πια τελειώσει και τα παιδιά επιστρέφοντας από το γυμνάσιο θα τη ζητούσαν. Έτσι θα έφτανε η νύχτα, με τον γαλήνιο παλμό της. Το πρωί θα ξύπναγε στεφανωμένη από τα ήρεμα καθήκοντά της. Θα έβρισκε τα έπιπλα πάλι σκονισμένα και βρώμικα, σαν να επέστρεφαν μετανιωμένα. Όσο για την ίδια, μετείχε κρυφά στις μαύρες και μαλακές ρίζες του κόσμου. Κι έτρεφε ανώνυμα τη ζωή. Ήταν καλά έτσι. Έτσι το θέλησε και το επέλεξε.'

 

Κλαρίσε Λισπέκτορ, από το διήγημα 'Αγάπη' της συλλογής διηγημάτων Οικογενειακοί Δεσμοί, μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑