'Κατά βάθος, η Άννα είχε πάντα την ανάγκη να νιώθει τη γερή ρίζα των πραγμάτων. Το να έχει ένα σπιτικό της είχε παραδόξως επιτρέψει αυτό ακριβώς. Μέσα από λοξά μονοπάτια, ήρθε κι έπεσε σ’ ένα πεπρωμένο γυναίκας, έκπληκτη που είχε χωρέσει μέσα σ’ αυτό σαν να το είχε επινοήσει η ίδια. Ο άντρας που είχε παντρευτεί ήταν αληθινός άντρας, τα παιδιά που είχε ήταν αληθινά παιδιά. Η περασμένη της νιότη της φαινόταν παράξενη σαν μια αρρώστια της ζωής. Από αυτήν είχε αναδυθεί σιγά σιγά για να ανακαλύψει πως και χωρίς την ευτυχία ζούσε κανείς: παραιτούμενη από αυτήν, είχε συναντήσει ένα πλήθος ανθρώπων, αόρατων πριν, που ζούσαν όπως δουλεύει κανείς – με επιμονή, συνέχεια, χαρά. Εκείνο που συνέβαινε στην Άννα πριν αποκτήσει το σπιτικό της ήταν πάντα εκτός των δυνατοτήτων της: μια διαταραγμένη έξαρση που τόσο συχνά συγχέεται με την ανυπόφορη ευτυχία. Είχε δημιουργήσει ως αντάλλαγμα κάτι επιτέλους κατανοητό, μια ενήλικη ζωή. Έτσι το θέλησε και το επέλεξε.
Οι προφυλάξεις της περορίζονταν στο να προσέχει την επικίνδυνη ώρα του απογεύματος, όταν το σπίτι ήταν άδειο δίχως να τη χρειάζεται πια, ο ήλιος ψηλά, τα μέλη της οικογένειας σκορπισμένα στις δουλειές τους. Κοιτάζοντας τα καθαρά έπιπλα, η καρδιά της σφιγγόταν λιγάκι με τρόμο. Μα στη ζωή της δεν υπήρχε χώρος για να νιώσει στοργή για τον τρόμο της – τον έπνιγε μ’ εκείνη την επιδεξιότητα που της είχαν χαρίσει οι μικροδουλειές του σπιτιού. Οπότε έφευγε για να κάνει τα ψώνια ή να πάει κάτι για επισκευή, φροντίζοντας το σπιτικό και την οικογένειά της όσο εκείνοι έλειπαν. Όταν επέστρεφε, το απόγευμα θα είχε πια τελειώσει και τα παιδιά επιστρέφοντας από το γυμνάσιο θα τη ζητούσαν. Έτσι θα έφτανε η νύχτα, με τον γαλήνιο παλμό της. Το πρωί θα ξύπναγε στεφανωμένη από τα ήρεμα καθήκοντά της. Θα έβρισκε τα έπιπλα πάλι σκονισμένα και βρώμικα, σαν να επέστρεφαν μετανιωμένα. Όσο για την ίδια, μετείχε κρυφά στις μαύρες και μαλακές ρίζες του κόσμου. Κι έτρεφε ανώνυμα τη ζωή. Ήταν καλά έτσι. Έτσι το θέλησε και το επέλεξε.'
Κλαρίσε Λισπέκτορ, από το διήγημα 'Αγάπη' της συλλογής διηγημάτων Οικογενειακοί Δεσμοί, μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες