
'Ο εαυτός σχηματίζεται στο όριο της επιθυμίας. Στην προσπάθεια να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου αναδύεται μια γνώση του εαυτού. Όμως από την οξεία επίγνωση του εαυτού που πηγάζει από την προσπάθεια της επιθυμίας μπορεί να προκύψουν περισσότερες από μία αντιδράσεις. Ο Νέβιλ τη συλλαμβάνει ως μια «συμπίεση» του εαυτού και τη βρίσκει απλώς παράξενη. «Πόσο παράξενα αλλάζει κανείς», συλλογίζεται. Δε δείχνει να τον ενοχλεί η αλλαγή, ούτε να την απολαμβάνει. Από την άλλη πλευρά, ο Νίτσε αισθάνεται ευφορία: «Φαίνεται κανείς στον εαυτό του μεταμορφωμένος, πιο δυνατός, πιο πλούσιος, πιο πλήρης... Δεν αλλάζει απλά η αίσθηση της αξίας· ο ερωτευμένος αποκτά όντως μεγαλύτερη αξία» [...] Δεν είναι σπάνιο ο ερωτευμένος να βιώνει την οξυμένη αίσθηση της προσωπικότητας του («Είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου απ’ ό,τι πριν!», αισθάνεται ο ερωτευμένος) και να χαίρεται μ’ αυτή την αίσθηση, όπως χαίρεται ο Νίτσε. Οι Έλληνες λυρικοί ποιητές δε χαίρονται.
Για τους ποιητές αυτούς η αλλαγή του εαυτού σημαίνει απώλειά του. Οι μεταφορές που χρησιμοποιούν για αυτή την εμπειρία είναι μεταφορές του πολέμου, τις αρρώστιας και της φθοράς του σώματος. Οι μεταφορές που εκφράζουν μια εμπειρία επίθεσης και αντίστασης. Οι ποιητές εστιάζουν στην ακραία αισθησιακή ένταση ανάμεσα στον εαυτό και στο περιβάλλον του. Μια ιδιαίτερη εικόνα αυτής της έντασης κυριαρχεί: στην αρχαία ελληνική λυρική ποίηση ο έρωτας βιώνεται ως λιώσιμο.
Ο θεός της επιθυμίας καλείται παραδοσιακά λυσιμελής αυτός που λιώνει το κορμί [...] «Σε λιώνει πιο πολύ κι απ’ τον ύπνο και το θάνατο». Ο ερωτευμένος είναι ένα κερί [...] που λιώνει όταν το αγγίξει ο επιτιθέμενος Έρωτας. Το λιώσιμο είναι άραγε κάτι καλό; Αυτό που παραμένει αμφιλεγόμενο. Η εικόνα υπαινίσσεται κάτι αισθησιακά γευστικό, όμως συχνά το συνοδεύουν το άγχος και η σύγχυση. Η αίσθηση του κολλώδους είναι μια εμπειρία απωθητική, σύμφωνα με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Οι παρατηρήσεις του για το φαινόμενο του κολλώδους μπορούν ίσως να φωτίσουν κάπως τη στάση των αρχαίων απέναντι στον έρωτα:
Ένα νήπιο που βουτάει τα χέρια του σ’ ένα βάζο μέλι εμπλέκεται ακαριαία στην παρατήρηση των μορφολογιών ιδιοτήτων των στερεών και των υγρών και της ουσιώδους σχέσης ανάμεσα στον υποκειμενικό εαυτό που βιώνει την εμπειρία και στον κόσμο που αποτελεί το αντικείμενο της εμπειρίας. Το γλοιώδες είναι μια κατάσταση ενδιάμεση ανάμεσα στο στερνό και το υγρό. Είναι σαν μια ουλή σε διαδικασία επούλωσης. Είναι ασταθές, αλλά δε ρέει. Είναι μαλακό, εκτατό και συμπιεστό. Το κολλώδες είναι μια παγίδα, γραπώνεται σαν βδέλλα· προσβάλλει το όριο ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ αυτό. Μακριές στήλες μελιού που πέφτουν απ’ τα δάχτυλα μου υποβάλλουν την εντύπωση ότι η δική μου ουσία ρέει στη λιμνούλα του κολλώδους. Όταν βυθίζεσαι στο νερό, η εντύπωση είναι διαφορετική· παραμένω στερεός. Καθώς όμως αγγίζω το κολλώδες, διακινδυνεύω να διαλυθώ στη γλίτσα του. Το κολλώδες προσκολλάται, σαν ένας πολύ κτητικός σκύλος ή μια πολύ κτητική ερωμένη. [...]
Αυτή η έντονη («γραπώνεται σαν βδέλλα») και σχεδόν παράλογη («το κολλώδες είναι μια παγίδα») απέχθεια του Σαρτρ για την αυτοδιάλυση θυμίζει τον τρόπο που οι αρχαίοι ποιητές αντιδρούν στον έρωτα. Παρ’ όλα αυτά, ο Σαρτρ πιστεύει ότι από το κολλώδες μπορούμε να μάθουμε κάτι σημαντικό, όπως κι από μια πεισματάρα ερωμένη, αναφορικά με τις ιδιότητες της ύλης και τη σχέση ανάμεσα στον εαυτό και στα άλλα πράγματα. Βιώνοντας και εκφράζοντας την απειλή τού να μας λιώνει ο έρωτας, οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές μαθαίνουν και κάτι σχετικά με τον δικό τους οριοθετημένο εαυτό μέσα απ’ την προσπάθεια ν’ αντισταθούν στη διάλυση αυτών των ορίων εντός της ερωτικής κίνησης. Αναπτύσσουν μια φυσιολογία της ερωτικής εμπειρίας η οποία βλέπει τον έρωτα σαν κάτι εχθρικό στην πρόθεσή του και βλαπτικό στα αποτελέσματά του. Παράλληλα με τις μεταφορές του λιωσίματος θα μπορούσαμε να παραθέσουμε μεταφορές, που παραπέμπουν στη διατρύπηση, στη συντριβή, στη χαλιναγώγηση, στο ψήσιμο, στο κέντρισμα, στο δάγκωμα, στο τρίψιμο, στο κλάδεμα, στη δηλητηρίαση, στο τσουρούφλισμα και στην κονιορτοποίηση, οι οποίες δίνουν μια σωρευτική εντύπωση ότι κάποιος νοιάζεται βαθιά για την ακεραιότητα και τον έλεγχο του σώματός του. Καθώς ο ερωτευμένος χάνει την οριοθετημένη οντότητα του εαυτού του, μαθαίνει να της δίνει αξία.'
Αν Κάρσον, Έρως ο Γλυκόπικρος, μτφρ. Ανδρονίκη Μελετλίδου, εκδ. Δώμα
