
'Οι κουρτίνες σάλευαν στα παράθυρα. Πάνω τους το γεράνι έριχνε μια φανταστική σκιά, ομπρέλες για φύλλα, κι αντί για λουλούδια κεφάλια λάχανο. Τα κάγκελα στην κούνια της Βικτώριας ήταν μαύρα και απειλητικά, κι η φωτεινή γραμμή που έμπαινε απ’ το πλατύσκαλο κάτω απ’ την πόρτα ήταν σαν λαμπερό μολύβι, που από στιγμή σε στιγμή θα σερνόταν και θα ’γράφε «Δεν είναι φυσιολογική», μια πινακίδα που θ’ αναβόσβηνε πάνω στον τοίχο. Για να ηρεμήσει, άρχισε να μετράει τα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία· μόλις που ξεχώριζε τα βαριά, σκοτεινά τους πρόσωπα. Ένα τριαντάφυλλο, δύο τριαντάφυλλα, τρία τριαντάφυλλα... και στην καρδιά του τρίτου τριαντάφυλλου, μια εστία φωτός. Μια στρογγυλή αναλαμπή. Στην αρχή την κοίταξε αδιάφορα, έπειτα με ολοένα και μεγαλύτερη περιέργεια. Μια τρύπα στον τοίχο, και το φως που έμπαινε από το διπλανό δωμάτιο. Μια ωραία, ολοστρόγγυλη τρύπα.
Στο τέλος σηκώθηκε, γονάτισε μπροστά στην τρύπα· ήταν ίσαμε μια πένα στο μέγεθος. Θυμήθηκε την πρώτη νύχτα, τότε που κοίταζε τους Τζόουλ απ’ την κλειδαρότρυπα, και σκέφτηκε πως πάντα τους κατασκόπευε από τότε. Τώρα έβλεπε την terra incognita του διπλανού δωματίου, που φωτιζόταν από έναν γυμνό γλόμπο στο ταβάνι.
Δυο μικρά άσπρα κρεβάτια, με τα σεντόνια γυρισμένα πάνω από σατέν καπιτονέ καλύμματα. Μια ασπρόμαυρη καρέκλα που είχε πάνω της ζωγραφισμένα κάστρα και τριαντάφυλλα, σαν βάρκα. Θα ’ταν η καρέκλα του Φιν. Ένα τετραγωνάκι από σκέτο καθρέφτη στημένο όρθιο στον τοίχο, που ήταν βαμμένος ροζ. Δίπλα στον καθρέφτη κρεμόταν μια ζωγραφιά. Μια παράξενη ζωγραφιά. Δεν πίστευε στα μάτια της.
Η θεία Μάργκαρετ καθόταν σ’ ένα παρτέρι με ηρανθή, γυμνή, μ’ έναν λαμπερό πράσινο μανδύα ριγμένο χαλαρά στους ώμους της. Η αδυναμία του κορμιού της μαλάκωνε απ’ τα πορφυρά μαλλιά που ανέμιζαν γύρω της. Το εφήβαιο της ήταν ένα πύρινο όρος. Τα στήθη της ήταν έτοιμα να γίνουν τριαντάφυλλα. Η σάρκα της έφεγγε ολόλευκη. Ο Φιν πρέπει να ’χε χρησιμοποιήσει σκέτο άσπρο χρώμα από το σωληνάριο, χωρίς άλλες προσμίξεις. Στα λευκά της μάγουλα κυλούσαν δυο χοντρά δάκρυα που γυάλιζαν, γιατί ήταν δυο στρογγυλές, πολύεδρες κρυστάλλινες χάντρες κολλημένες στο καναβάτσο. Πάνω απ’ το κεφάλι της ήταν μια περίπλοκη γιρλάντα από παράξενα λουλούδια, τουλίπες, σκυλάκια και σφοντύλια, δεμένη στις άκρες με δυο πράσινους φιόγκους. Δυο έρωτες κρατούσαν τους φιόγκους κλοτσώντας τα παχουλά τους πατουσάκια. Ήταν ανάγλυφοι, πλασμένοι με ροζ πλαστελίνη. Όλη η ζωγραφιά είχε κάτι το κρυφό, το ιδιωτικό, σαν ψίθυρος πίσω από χέρι.'
Άντζελα Κάρτερ, Το Μαγαζάκι με τα Μαγικά Παιχνίδια, μτφρ. Λιζέτα Κουκουβίνου, εκδ. Γράμματα
