Αλέξανδρος Ίσαρης, Κάτω από Τόσα Βλέφαρα, εκδ. Ίκαρος
'Η εξωτική μελωδία δυνάμωνε και χαμήλωνε μέχρι που ’σβηνε σχεδόν, θυμίζοντας αμυδρά κάποιο κομμάτι του Ραβέλ. Ήταν σαν να ’βγαινε από τη φλογέρα κάποιου γητευτή φιδιών, και η ασημένια θεά ακολουθούσε το ρυθμό της. Το ασημορόδινο κορμί της μια φαινόταν να ψηλώνει απίστευτα και την άλλη να βουλιάζει και να λιώνει στο πάτωμα, σαν να μην ήταν φτιαγμένο από σάρκα και οστά, μα απ’ αναλυτό ασήμι. Ύστερα ορθωνόταν πάλι κυματιστά, φιλήδονα, με τα μπράτσα και τα δάχτυλα ν’αναδεύονται φιδίσια. Σαν μια ζωντανή φλόγα που προσκαλούσε –και προκαλούσε– όλους γύρω της να τη ζυγώσουν... ν’ αφεθούν στα χάδια της...'
Γιώργος Μπαλάνος, Νύχτες της Εκάτης, εκδ. Locus 7
The Raft of the Medusa (1819) - Jean Louis Théodore Géricault
Κώστας Αξελός, Από το Εργαστήρι της Σκέψης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Πληγές, ελάφια και βέλη αστραφτερά πόδια βυθίζονται κουκουλωμένα κοντά σε γαλήνιες γυναίκες. Εντυπωσιακή η υπακοή των ανθρώπων της λίμνης. Εκπληκτικά σπήλαια για λεηλασία. Χαλαρά, χωρίς νεύρο, μπαλέτα λαφυραγωγίας. Αγόρια τρέχουν. Κορίτσια κραυγάζουν, πέφτουν. Ο αέρας είναι πυκνός από καπνό. Νεκρά σύρματα που κροταλίζουν χορεύουν Νεκρά λίμνες από θαλάσσιο αίμα.
*
Ἐνα ζευγάρι φτερούγες Συντριβή Σφορδοί άνεμοι του Κάρμα
Σειρήνες
Γέλιο και νεανικές φωνές στα βουνά.
*
Άγρια μοίρα
Γυμνό κορίτσι, που το βλέπεις από πίσω,
σ’ ένα δρόμο της φύσης
Φίλοι εξερευνούν τον λαβύρινθο
- Κινηματογραφική ταινία νεαρή γυναίκα εγκαταλελειμένη στην έρημο
Μια πόλη τρελάθηκε από τον πυρετό
Τζιμ Μόρισον, Νέα Πλάσματα, μτφρ. Γιώργος Βολουδάκης, εκδ. Άρκτος
'Ἀλλά καθώς ὁ ποιητής προσεγγίζει τή θεία παρουσία, τήν καρδιά τοῦ ρόδου τῆς φωτιᾶς, ἡ προσπάθεια τῆς μετάφρασης σέ λόγο γίνεται ὁλοένα καί πιό κοπιαστική. Οἱ λέξεις γίνονται ὁλοένα καί λιγότερο ἐπαρκεῖς γιά νά ἀποδώσουν τήν ἄμεση ἀποκάλυψη. Τό φῶς περνάει ἐλάχιστα στόν λόγο ἀντί νά καθιστᾶ νοηματικά διάφωτη τή σύνταξη· μοιάζει νά διασκορπίζεται σ’ ἕνα ἀσύλληπτο θαῦμα ἤ κατακαίει τόν λόγο μεταβάλλοντάς τον σέ στάχτη. Αὐτό εἶναι τό δράμα τοῦ τελευταίου Ἄσματος. Καθώς ὁ ποιητής προχωρεῖ μπροστά, οἱ λέξεις του πέφτουν πίσω.'
Τζορτζ Στάινερ, Η Σιωπή και ο Ποιητής, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος
Ξαναγυρίζω, μένω έκπληκτος που βρίσκω εκεί το θλιμμένο της πρόσωπο ως μέσα στη σπηλιά ουρανός και χώμα και μια μια οι παλιές φωνές πέρα απ’ τον τάφο κι αργά το ίδιο φως που στις πεδιάδες της Ένα με αργούς βιασμούς μούσκευε πριν από λίγο τα χορτάρια και οι ίδιοι νόμοι όπως πριν από λίγο κι αργά στον ορίζοντα που σβήνει η Περσεφόνη και η Άτροπος αξιολάτρευτο του αμφίβολου κενού ακόμα το στόμα σκιάς
*
τέτοια σιωπή που ό,τι ήταν πριν ποτέ ξανά δε θα ’ναι από τον ξεσχισμένο ψίθυρο μιας λέξης χωρίς παρελθόν να ’χει πει πάρα πολλά μην μπορώντας άλλο κάνοντας όρκο να μη σιωπήσει πια
*
κάθε μέρα επιθυμείς να ’σαι μια μέρα ζωντανός όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι μια μέρα που γεννήθηκες