προγραφές

Σήραγγα - Αρμπέν Ντέντια

Αυτή η σήραγγα που παιδί εγώ την περνούσα
χαρούμενος, με το τρένο των θερινών
διακοπών, είναι το αιδοίο της μάνας μου
ενώ γεννιέμαι· κι αυτό το σφύριγμα,
που έρχεται φοβισμένο από το σκοτάδι
της σήραγγας, είναι του κορμιού μου
καθώς γλιστράει στους μηρούς ανάμεσα
της μάνας μου· κι αυτό το μακρινό φως, στο βάθος
της σήραγγας, αυτό το φως που σου κόβει
την ανάσα, αυτή η χοάνη χρωμάτων
που ορμάει αστραπιαία πάνω μου,
είναι ο θάνατος, ο ωραίος θάνατος που περιμένω.

*

Μαύρες παπαρούνες του θανάτου - Αγκρόν Τούφα

Μαύρες παπαρούνες του θανάτου... η συμφορά σας ντύνει νοσταλγικά
σε τούτη την εξώπορτα, κάτω από τις βροχές που θωρακίζουν τον Νοέμβρη.
Η στέγη στο παραγώνι,
αρπαγμένη, λες με τα νύχια, πάνω στη ράχη, τη σκεπασμένη από μυρτιές,
αποπνέει ανία, χάνεται κάποτε στην άχνη
του θαμπώματός της,
που βγάζει από μέσα της και σκορπάει στο χερσότοπο.
Απ’ τις πλευρές, πλησιάζει η ερήμωση
κι αρχίζει να γερνάει το Πνεύμα της ουσίας.
Τα θεμέλια τούτης της στέγης βράζουνε από μαύρα προαισθήματα, ενώ
από τα κρύα μέτωπα των απέναντι βουνών ξετυλίγονται
κάτι σάβανα στείρων χρωμάτων
για να φάνε στο τέλος αυτό το καστανό μανιτάρι
με την ομπρέλα του μαρτυρίου στην πλάτη.

*

Η γυναίκα μου μου δίνει ένα ροδάκινο - Ιντλίρ Αζίζι

Η γυναίκα μου μου δίνει ένα ροδάκινο και με ρωτάει
γιατί γελάω. Το ροδάκινο το έχει καθαρίσει
επειδή ξέρει ότι η φλούδα του μου προκαλεί αλλεργία. Τη βλέπω
αργότερα γυμνή και κουλουριασμένη στο κρεβάτι γι’ αυτό
σηκώνομαι και γράφω ένα γράμμα για την Jorie Graham:
«(a woman whose body is the limit of every peach)».
Ύστερα κοιτάζω τον ουρανό τη νύχτα
και ούτε που μπορώ να καταλάβω τη στάση του παραθύρου,
ακριβέστερα, καταλαβαίνω πως είναι η πρώτη φορά που
σκέφτομαι κάτι τέτοιο: ο Άμλετ, στοχάζομαι,
θα έπρεπε να είχε μείνει πιο πολύ στο σκοτάδι
και μετά να παντρευτεί· στοχάζομαι,
ο Άμλετ είναι ο τάφος της γεωμετρίας· αλλά έβαλε ψύχρα,
γι’ αυτό κλείνω το παράθυρο και περπατώ προς τα πίσω,
μέχρι το κρεβάτι, προσέχοντας μήπως ακούσω καμιά καινούργια
λέξη που βρίσκεται στο δρόμο από τον καθρέφτη προς εμένα.

από την Ανθολογία Σύγχρονης Αλβανικής Ποίησης, μτφρ. Ρομέο Τσολάκου, εκδ. Ροές

Εξώφυλλο: Κομπάγιασι Ίσα, Μύγες και Βούδες

Ἄλλη μιὰ χρονιὰ σ’ αὐτὸν τὸν κατάκοπο κόσμο: τὸ ἴδιο σῶμα.

[1814]

Ὑπάρχω: στέκομαι ἐδῶ καῖ χιονίζει.

[1805]

Αὑτὴ ἡ παγωνιὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ θεοῦ.

[1815]

Κομπάγιασι Ίσα, Μύγες και Βούδες, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Δημήτρης Δημητριάδης, Η Ανθρωπωδία. Η Ανάθεση. (Προοίμιο σε Μία Χιλιετία)

'Εἶναι καιρὸς νὰ συντριβοῦν μὲ τρόπο ἀνοικτίρμονα ὅλα τὰ μικρά μεγέθη - κοίταξε ἀπὸ ὅσες πλευρὲς ἀντέχει τὸ μυαλό σου τὴν λέξη «μικρά», εἶναι πάρα πολλὲς. Ἀτίμασαν ἐξανδραπόδισαν στὸ ὄνομα τοῦ μέτρου τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μέτρησε τὸν ἄνθρωπο μὲ μέτρο τὴν ἀτίμωση καὶ τὸν ἐξανδραποδισμό. Ἡ δική σου ἀναμέτρηση εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα τῆς ἀρχῆς τῆς συντριβῆς. Δὲν θὰ ὑπάρξει ἐπαναφορά.

Ἡ συντριβὴ θὰ εἶναι ἀνοικτίρμων. Καὶ κάθε εἴδους οἴηση εὐπρόσδεκτη, γιὰ νὰ κορυφωθεῖ σὰν νύχτα ποὺ συνέχει σὲ μιὰ νύχτα ὅλες τὶς νύχτες, καὶ γιὰ νὰ συντριβεῖ κι αὐτὴ μεταλαμπαδεύοντας σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους τὴν ἀπύθμενη λύσσα τῆς ἀπύθμενης πείνας της ποὺ θὰ τὴν κάνει νὰ ἐπιζεῖ μετὰ τὴ συντριβή της.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Η Ανθρωπωδία. Η Ανάθεση. (Προοίμιο σε Μία Χιλιετία), εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Γιώργος Λαμπράκος, Αναμνήσεις από το Ρετιρέ

'Λένε πως ο θάνατος είναι ένα άγνωστο, άπιαστο, ακατάληπτο, άρρητο μυστήριο. Ο θάνατος μπορεί να είναι απολύτως γνωστός, απτός, καταληπτός, ρητός. Ένα πρωί ξύπνησα και βρήκα τη γιαγιά μου νεκρή. Ήταν τόσο νηφάλια και σιωπηλή, τα μάτια της κοιτούσαν μέσα της και τα χέρια της είχαν αγκαλιάσει το στήθος της. Υπέροχα πρέπει να είναι εκεί πέρα, όπου κι αν είναι το εκεί πέρα, σκέφτηκα. Στο πρόσωπό της νεκρής γιαγιάς μου αντίκρισα για πρώτη και τελευταία φορά την ευδαιμονία. Εκείνο το πρωί ο θάνατος και η ευδαιμονία συγκατοίκησαν αξεδιάλυτα μέσα μου.'

'Είμαι ένας μοναχικός. Η μοναχικότητα με δημιούργησε κατ’ εικόνα της. Η μοναχικότητα διαφέρει ριζικά από τη μοναξιά. Μοναξιά αισθάνεται εκείνος του οποίου η σχέση του με τους ανθρώπους διαψεύστηκε. Ποτέ δεν αισθάνομαι μοναξιά: η μοναξιά αφορά μόνο όσους έχουν ανάγκη τους άλλους.'

Γιώργος Λαμπράκος, Αναμνήσεις από το Ρετιρέ, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Β. Γκ. Ζέμπαλντ, Εκ του Φυσικού

'[...] Πές μου, παιδί μου,
εἶναι ἡ καρδιά σου τόσο βαριὰ ὅσο
ἡ δική μου, χρόνο μὲ τὸν χρόνο
μιὰ σύρτις ἀπό βότσαλα παρασύρεται
ἀπό τὰ κύματα τῆς θάλασσας
ὅλο καὶ ψηλότερα στὸν Βορρᾶ,
κάθε πέτρα καὶ μιὰ νεκρὴ ψυχή,
καὶ αὐτὸς ὁ οὐρανὸς τόσο γκρίζος,
τόσο ὁμοιόμορφα γκρίζος
καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ
δὲν ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ
νὰ κρέμεται τόσο χαμηλά.'

Β. Γκ. Ζέμπαλντ, Εκ του Φυσικού, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Βασίλης Αμανατίδης, 4 - D: Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων

+10. ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΣΥΝΕΣΤΑΛΜΕΝΟ ΣΑΝ ΝΥΦΗ *

* Μαύρο και διαστελλόμενο -κατά αποκλειστικό κανόνα-, μα στη σελίδα αυτή αποφάσισα το σύμπαν να συστέλεται λευκό: Ας πούμε πως, εδώ, του παρέχω ευκαιρία να ξαποστάσει για μια στιγμή απ’ τη μοίρα του. (Χρεώστε μου ουτοπία και ναρκισσισμό. Ναι, οπωσδήποτε, σωστά. Αλλά: Ό,τι σε ποίημα πεις, υπάρχει.)

Βασίλης Αμανατίδης, από το 4 - D: Ποιήματα Τεσσάρων Διαστάσεων, εκδ. Γαβριηλίδης

Εξώφυλλο: Σουητώνιος, Η Ζωή των Καισάρων: Νέρων

'Πέρα από αυτά βίαζε αγόρια ελεύθερων οικογενειών και αποπλανούσε παντρεμένες γυναίκες. Διέφθειρε ακόμα και την Εστιάδα Παρθένο Ρουβρία. Με το Νόμο για τις Ελεύθερες Γυναίκες, έκανε σχεδόν νόμιμη σύζυγό του την απελεύθερη Ακτή, αφού δωροδόκησε μερικούς ανθυπάτους να ψευδορκήσουν βεβαιώνοντας ότι είχε βασιλική καταγωγή. Ευνούχισε το παιδί Σπόρο και αποφάσισε να τον κάνει γυναίκα του. Τέλεσε μαζί του, με όλες τις τυπικότητες γάμο, με προίκα και νυφικά πέπλα και τον εγκατέστησε στο σπίτι του, ακολουθούμενος από πλήθος λαού. Και συμπεριφέρθηκε απέναντί του σαν να ήταν σύζυγός του. Τότε κάποιος έκανε μια έξυπνη παρατήρηση που λέγεται ακόμα και στις ημέρες μου: «Το καλύτερο για τον κόσμο θα ήταν αν ο πατέρας του Νέρωνα, ο Δομίτιος, είχε κι αυτός μια γυναίκα σαν τον Σπόρο». Τον Σπόρο, που στολιζόταν σαν αυτοκράτειρα και είχε δικό του φορείο, τον έπαιρνε μαζί του στα δικαστήρια, στις ελληνικές αγορές και αργότερα και στην ίδια τη Ρώμη, φιλώντας τον τρυφερά, ανοιχτά στους δρόμους. Ήταν γνωστό πως επιδίωκε άνομες σχέσεις με την ίδια τη μάνα του, αλλά τον εμπόδισαν οι εχθροί της Αγριππίνας, επειδή φοβούνταν πως οι σχέσεις αυτές θα έδιναν στην αυταρχική και προκλητική αυτή γυναίκα νέες δυνατότητες επιβολής. Πολλές συζητήσεις έγιναν σχετικά μ’ αυτό, όταν ο Νέρων περιέλαβε στις παλλακίδες του και κάποια που έμοιαζε πολύ με τη μητέρα του, λέγεται πως, όταν μετακινούνταν με το φορείο του μαζί της, είχαν αιμομεικτικές σχέσεις, πράγμα που προδιδόταν από τα λερωμένα της ρούχα.'

Σουητώνιος, Η Ζωή των Καισάρων: Νέρων, μτφρ. Περικλής Ροδάκης, εκδ. Παρασκήνιο

Εξώφυλλο: Κώστας Αξελός, Γιατί Σκεφτόμαστε; Τί να Πράξουμε;

'Τόσο ἀπό τήν ἀνάγκη ὅσο καί ἀπό τή μοίρα, τόν μόρον -τό μέρος τοῦ Ὅλου πού εἴμαστε καί παραμένουμε ὅ,τι κι ἄν σκεφθοῦμε καί κάνουμε, ἐμεῖς οἱ θνητοί, οἱ ἄνθρωποι-, δέν σκεφτόμαστε αὐτό πού πραγματικά θέλουμε, ἀλλά αύτό πού μᾶς παρέχεται καί ὅπως, μέ τή σειρά μας, τό παρέχουμε καί τό δουλεύουμε. Ἥ ἀνώτατη αὐτή «συντυχία» πού ὀνομάστηκε εἱμαρμένη, εἶναι αὐτό πού μᾶς ἔλαχε, τό Αὐτό, καί στέκεται στόν ὅλο χρόνο, πίσω μας καί μπροστά μας καί πέραν τῆς παρουσίας καί τῆς ἀπουσίας, εἶναι καί δέν εἶναι «μέσα» μας καί «ἔξω» μας. Ὁ Κόσμος -εἴτε τό ξέρουμε εἴτε ὄχι- εἶναι τό κύριο, μοναδικό καί πολλαπλό μέλημά μας, ἐμᾶς τῶν θνητῶν, πού συνέχεια τόν ἀμελοῦμε. Ἀνοιχτός καί ὑπέρτατος ὁρίζοντας τῶν ὁριζόντων, δέν περιορίζεται στό νά ἀποτελεῖ ἔστω καί τόν ὁρίζοντα. Καί ὁ πιό ἀπέραντος καί βαθύς ὁρίζοντας ἔχει τά ὅριά του, στρέφεται πρός ἐμᾶς κι ἐμεῖς στρεφόμαστε πρός ἐκεῖνον, τί γίνεται ὅμως μέ ὅ,τι ἀποστρέφεται; Ἡ ἐμπειρία καί ἡ σκέψη μας καθορίζονται σάν ὁριζόντιες, διαγώνιες καί κάθετες. Δέν παύουν νά μᾶς ξεφεύγουν. Ὁ Κόσμος περιέχει -δέν εἶναι, ὅμως, το δοχεῖο πού περιέχει λουλούδια καί ἀγκάθια- ὅλες τίς περιοχές τῶν κόσμων. Δέν ὑπακούει σέ κανόνες ἐνδοκοσμικούς ἤ ἐξωκοσμικούς, ἐμψυχώνει καί συνθλίβει τήν κάθε σκέψη. Τό ἀπεριόριστο ἀλλά ὄχι ἄπειρο, ἀνοιχτό καί μή ἀθροιστικό Σύνολο ὅλων τῶν ἐπιμέρους συνόλων, πού καί αὐτά ἀκτινοβολοῦν, μέσα ἀπό τήν ἀρθρωμένη, διαρθρωμένη καί ἐξαθρωμένη ἀποσπασματικότητά του, «εἶναι» (τά εἰσαγωγικά ἐπιβάλλονται) Αὐτό πού μᾶς προσφέρεται, μᾶς δίνεται, μᾶς χαρίζεται, μᾶς ἀναγκάζει καί μᾶς ἀπελευθερώνει (ἀπό τί;) ὥστε -καί ὄχι γιά- νά τό σκεφθοῦμε. Ταυτόχρονα, ἐνῶ ἀποκαλύπτεται, συγκαλύπτεται, ἀπομακρύνεται καί ἀποτραβιέται.'

Κώστας Αξελός, Γιατί Σκεφτόμαστε; Τί να Πράξουμε;, εκδ. Νεφέλη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑