'είτε πράξεις το ένα είτε πράξεις το άλλο, τίποτα πια δεν έχει σημασία... πάψε να σκέφετσαι πως η ζωή πέρα απ’ το ανέφικτο όνειρο της δίδυμης ομορφιάς είναι εφιάλτης... είναι ο συμβιβασμός με την ήττα κι είναι η άλλη όψη του υπέροχου... Διότι είτε αποφασίσεις να μείνεις και να παλέψεις με την προφορική βλακεία που παράγει ο εγκλωβισμός σου, είτε τελικά αποχωρήσεις αυτήν εδώ τη στιγμή, ένα και το αυτό... η ιστορία διαρκώς θα παραλλάσσεται και μόνον η πιθανότητα της ομορφιάς θα παραμένει...'
Δημήτρης Δημητριάδης, Η Νέα Εκκλησία του Αίματος: Μία Θεατρική Ανάσταση, εκδ. Άγρα
Still Life with Fruit, Flowers, Glasses and Lobster (1660s) - Jan Davidsz. de Heem
'Το σκυθρωπό μεγαλείο αυτών των απόμακρων και μοναχικών τόπων μάλλον τον κατέκλυζε με μια αίσθηση της δικής του ασημαντότητας. Η βλοσυρή αίσθηση των πυκνόφυτων και άγριων περιοχών, που θα μπορούσαν να περιγραφούν μονάχα σαν αμείλικτες και τρομερές, φαινόταν ν’ αναδίδεται από εκείνα τα αλαργινά γαλάζια δάση που αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα και που αποκαλύπτονταν τώρα μπροστά τους. Καταλάβαινε τη σιωπηλή τους προειδοποίηση. Είχε επίγνωση της δικής του απόλυτης ανημποριάς.'
'Τα πιο ευάλωτα σημεία ενός ανθρώπου, μάλιστα, λένε ότι είναι τα πόδια και τα μάτια του· τα πόδια, βλέπετε, επειδή αποζητούν την περιπλάνηση και τα μάτια επειδή αποζητούν την ομορφιά.'
Άλτζερνον Μπλάκγουντ, Γουέντιγκο, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7
Σκιές
Από απλησίαστες για μένα γειτονίες σκιές κατεβαίνουν αγόρια εραστές μεγαλωμένα μ’ επίθεση και πόθο Σκιές με όνειρα απραγματοποίητα με μάτια που με τρομάζουν γεμάτα ψέμα κι αυθορμητισμό Απ’ το μυαλό τους ξεπηδάνε μηχανές λαμπερές γκόμενες ξεσκισμένες και μοναξιές θανάσιμες Σκιές που πλαγιάζω μαζί τους που με ποθούν μόνο εκείνη τη στιγμή μεσ’ από μύθους κάγκελα κι από σαλταρισμένες εμπειρίες Μοναχικές σκιές που πεθαίνουν στα εικοσιπέντε τους
Από απλησίαστες για μένα γειτονιές σκιές κατεβαίνουν.
*
Θα κλαίμε
Θα ’ρθει η στιγμή που δε θα μπορούμε να κλάψουμε για κανέναν που αγαπήσαμε Γιατί δεν υπήρξε Θα κλαίμε μόνο για το τι μπορούσαμε να κάνουμε και τι δεν κάναμε για να μην έρθει η στιγμή
Πάολα, Σαλτάρισμα, εκδ. Σιγαρέτα
'Εφόσον η Μαγεία έχει σαν αντικείμενο την ανακάλυψη του Ανώτερου Εαυτού και τη σύνδεση του με τον υπόλοιπο πνευματικό κόσμο με στόχο τη συνεργασία, ένας τρόπος να το πετύχει είναι να ενώσει προσεκτικά τα επίπεδα του ατομικού Ασυνείδητου με τα διάφορα πεδία του Συλλογικού. Το αποτέλεσμα της αποδοχής της ύπαρξης του προσωπικού Ασυνείδητου λειτουργεί σαν καταλύτης των συνηθισμένων αντιστάσεων κατά την ελεύθερη λειτουργία του. Για αυτό, απόρροια τούτης της αποδοχής είναι η συνεργασία με εκείνο το τμήμα της Φύσης που ονομάζουμε Ανώτερο Εαυτό. Κατά τον ίδιο τρόπο και η αποδοχή του Συλλογικού Ασυνείδητου, μαζί με την αντίληψη της ζωής σαν μια άρρηκτη ενότητα, ανεβάζει ανάλογα τη συνειδητή συνεργασία σε ένα υψηλότερο και πολύ πιο σοβαρό επίπεδο. Μεταθέτει την εξέλιξη από μια καθαρά προσωπική ταύτιση με τη Φύση σε μία πραγμάτωση του θείου έργου της ατομικής ύπαρξης. Επακόλουθο αυτής είναι η έκφραση σε πλήρη συνειδητότητα της διαίσθησης πως η δυνατότητα εκπλήρωσης αυτού του στόχου θα ήταν μεγαλύτερη, αν συνδεόταν με όλους τους άλλους ανθρώπους και τη ζωή στο σύνολό της.'
Ίσραελ Ρεγκάρντιε, Η Μεσαία Στήλη, μτφρ. Χριστίνα Μιχαλίτση, εκδ. Ιάμβλιχος
The Man with the Parrot [Ο Άνθρωπος με τον Παπαγάλο] (2005) - Alexandros Issaris [Αλέξανδρος Ίσαρης]
ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ (Πρώτο σχεδίασμα)
Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί - ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει· το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι χτυπάει. Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.
Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στο συνωστισμό. Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές. Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται οι καστανιές. Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.
Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει. Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή· Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.
Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.
* * *
ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ
Είναι ένας αγρός θερισμένος που πάνω του πέφτει μια μαύρη βροχή. Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό. Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες. Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!
Στο κτήμα μπροστά η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα. Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.
Στο γυρισμό βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο το γλυκό σώμα στην βάτο.
Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά. Τη σιωπή του Θεού την ήπια από την πηγή του δάσους.
Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά. Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου. Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.
Γκέορκ Τρακλ, Το Όνειρο του Κακού: Ποιήματα 1913-1915, μτφρ. Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, εκδ. Ερατώ