
Ὅταν γεράσεις
Ὅταν σοῦ ἀσπρίσουν τὰ μαλλιὰ κι εἶναι ὁ ὕπνος σου πολὺς
καὶ γέρνεις πλάι στὴ φωτιά, πάρε κι αὐτὸ κοντά σου,
τὰ μάτια σου, διαβάζοντας, τὰ τρυφερὰ νὰ ὀνειρευτεῖς
καὶ τὶς σκιὲς πῶς βάθαιναν ἄλλοτε στὴ ματιά σου·
καὶ πόσοι σ’ ἐρωτεύτηκαν σὰν ἔσμιγες μὲ τὴ χαρὰ
τὴ χάρη σου κι ἀγάπησαν πολὺ τὴν ὀμορφιά σου,
μὰ ἕνας μόνο λάτρεψε τὴ φιλαπόδημη καρδιὰ
καὶ τοὺς καημοὺς ἀγάπησε στὰ τόσα πρόσωπά σου·
κι ἔπειτα γονατίζοντας στὴ σχάρα ποὺ φεγγοβολᾶ,
ψιθύρισε, λυπητερά, ὁ Ἔρωτας ἐκεῖνος
πῶς ἔφυγε, περπάτησε γιὰ λίγο πέρα στὰ βουνά
καὶ τὴ μορφή του ἔκρυψε σ’ ἕνα τῶν ἄστρων σμῆνος.
Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, από το Μπαλάντες και Περιστάσεις, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Άγρα
