
'Ὅταν ἐντέλει δύο ἄνθρωποι πέφτουν γυμνοί στό κρεβάτι, τό κύριο στοιχεῖο τῆς συνάντησής τους εἶναι ἡ ἀποφυγή τῶν ἄλλων. Μπορεῖ νά συντρώγουν μαζί μέ ἄλλους, νά συνομιλοῦν ἤ νά θεατρίζονται, ἀλλά στό ζήτημα τῆς ὁχείας ἐπιβάλλεται ἀπομόνωση. Βρίσκουν μιά στέγη, ἀμπαρώνονται, χαμηλώνουν φῶτα καί τηλέφωνα. Λές καί βγαίνουν ἀπό τόν κόσμο. Καί τό χρόνο τῶν ἄλλων. Ἡ γύμνια ἔχει κάτι τό ἀνιστορικό. Ἔξω ἀπό τά ροῦχα τους, οἱ ἄνθρωποι τῆς ὁμηρικῆς ἐποχῆς ὅσο καί τοῦ μεσαίωνα, οἱ ἄνθρωποι τῆς παλινόρθωσης ὅσο καί οἱ κάτοικοι ἑνός οὐρανοξύστη ἔχουν τήν κοινότητα τῆς γύμνιας τους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ γύμνια τῆς κλινοπάλης σέ φέρνει κοντά στούς ἄλλους, ἀλλά ὅτι, ἔξω ἀπό τό τυπικό στίγμα μιᾶς ἐποχῆς, τήν ἐνδυμασία, οἱ ἐρωτευμένοι ἐπιστρέφουν σέ κάτι ἀρχέγονο. Ἡ κλινοπάλη προσλαμβάνει γοργά ἕνα χαρακτήρα μυητικῆς τελετουργίας πού δὲν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό της νά ἐκτίθεται. Ὑπάρχει ἕνα στοιχεῖο ἀκατανόητου μυστηρίου στή σωματική ἐπαφή (μάτια μέ μάτια, σάρκα μέ σάρκα), πού, στό μέτρο πού εἴμαστε ἀνίκανοι νά τό καταλάβουμε, τό περιβάλλουμε μέ σεβασμό καί σιωπηλή ὑπακοή.
Ἡ ὅραση, πού γιά τίς πληγές τῆς ψυχῆς κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, τώρα, στή σφαίρα τῆς κλινοπάλης, ὑποχωρεῖ σημαντικά. Τή θέση της ὑποβλέπει ἡ ἀφή. Δηλαδή ἡ αἴσθηση μέ τή μεγαλύτερη ἐσωτερικότητα. Μόνο τό ἅπτεσθαι πείθει σωματικά. Γιατί ἡ ὄραση εἶναι αἴσθηση ἐπηρμένη, πολυπράγμων. Εὔκολα ξεμυαλίζεται. Ρέπει σφοδρά πρός κάθε μορφή ὑπερβολῆς καί ἐπιπολαιότητας. Ἐνῶ ἡ ἀφή εἶναι πιστός σύμβουλος. Ὅ,τι λέει τό λέει χαμηλόφωνα καί ἐμπιστευτικά. Γι’ αὐτό ἄλλωστε τῆς πάει τό ἠμίφως. Ἕνα κλίμα ἄφωνης ντροπῆς.
Ὡς θωπεία, ἡ ἁφή μιλάει. Καί τό ἔργο πού αὐτή ἡ ὁμιλία πρέπει νά φέρει σέ πέρας εἶναι μεγάλο. Ἀγγίζοντας τή γυναίκα, ἐξαντλώντας πάνω στό γυμνό κορμί της τά ἀπτικά του ἐπιχειρήματα, ὁ ἄνδρας τήν καλεῖ νά ξεχάσει. Ὄχι μόνο τούς προηγούμενους ἄνδρες (πού ἐνίοτε δέν ὑπάρχουν), όχι τούς ἄλλους ἄνδρες (πού ὑπάρχουν καί ἀσκούν τό ἀναφαίρετο δικαίωμα τῆς ἀναμονῆς), ἀλλά τό ἀπτικό παρελθόν της. Γιατί ἡ γυναίκα —ὅπως καί ὁ ἴδιος ἄλλωστε— μεγάλωσε καί διαμορφώθηκε μέ τήν ἁφή. Ἀπό τή μήτρα στην κούνια κι ἀπό κεῖ στίς αγκαλιές τῆς οἱκογένειας, ἡ ὑποψήφια γυναίκα φέρει πάνω της ἕνα βαρύ φορτίο θωπείας πού, φιλικό ἀρχικά, γρήγορα ἀποδεικνύεται δεύτερο δέρμα. Ἀποφλοιώνοντας τήν ἐρωμένη, ὁ έραστής τήν ἀποσπᾶ ἀπό τήν οἰκογένεια καί ἀπό τοὐς ἄλλους προκατόχους.
Ὁ ἐναγκαλισμός, ἡ κατάσταση τοῦ σάρκα μέ σάρκα, ἐκδηλώνει παράφορα τή λαχτάρα τοῦ κατέχειν καί κατέχεσθαι. Ἤδη ἀπό τό Συμπόσιο γνωρίζουμε τήν ἕλξη ἀνάμεσα στα διστῶτα μέρη. Ὅταν συναντηθοῦν, μέ τό πάθος τους (περιβάλλοντες τὰς χείρας καὶ συμπλεκόμενοι ἀλλήλοις) προδίδουν τόν πόθο τῆς χαμένης ἀρχαίας ἑνότητας. Ἀλλά τό βασικό σ’ αὐτή τή συνάντηση εἶναι ὅτι ἡ κλινοπάλη, γιά τούς ἐραστές, λογαριάζεται ὡς στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα τους, μοναδικό τους γνώρισμα καί προνόμιο, ὄχι ὡς γενική μοίρα. Ἡ ἄπειρη καί πανανρθώπινη παράδοση τῆς ὀχείας καταργεῖται πρός τιμήν τῆς δικῆς τους καί μόνο. Γενικά, στά ἀκραῖα βιώματα ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἄνθρωπος καταργώντας τοὐς ἀνθρώπους.'
Κωστής Παπαγιώργης, Ίμερος και Κλινοπάλη, εκδ. Καστανιώτη
