προγραφές

Εξώφυλλο: Ζυράννα Ζατέλη, Στην Ερημιά με Χάρι: Ιστορίες

'Κι ἕνα ὡραῖο ἀπομεσήμερο τῆς ἔφερα τήν πρώτη παπαρούνα πού εἶχε άνθίσει κι αὐτόν τόν χρόνο στήν αὐλή της. Τήν πῆρε, μά ὁ νοῦς της ἤταν ἀλλοῦ. Μοῦ ζήτησε τόν μικρό καθρέφτη. Τήν βοήθησα ν’ ἀνασηκωθεῖ λιγάκι, ἔγειρε πρός τό παράθυρο καί κοιτάχτηκε ἐπίμονα σάν νά ἀνέλυε ἕνα-ἕνα τά χαρακτηριστικά της. Τά μάτια της εἶχαν βαθύνει κι ὑγρανθεῖ ἐντελῶς, ἡ μύτη της —τό πρόσεξα ὅταν μοῦ τό ’δειξε— εἶχε στραβώσει λίγο πρός τ’ ἀριστερά. Δέν ξέρω τί ἄλλα ἀκόμη εἶδε μέσα σ’ ἐκεῖνο τό γυαλί καί ψιθύρισε πώς τέλειωσαν τά ψέμματα δίνοντάς μου πίσω τόν καθρέφτη.
Οὔτε πονοῦσε. Ἡ ἀρρώστεια, ἀφού χρόνια τήν εἶχε παλέψει μέ πόνους καί κάποια ξεθυμάσματα καί πάλι πόνους, πυρετούς κι ἕνα σωρό ἄλλες θλίψεις, ὁράματα, καταραμένα ρουμπίνια, ἀκόμη καί «νάζια», τέλειωνε τώρα κι ἐκείνη, σάν ψέμμα.
Τό βράδυ, ἄν ἄργησα νά φύγω, δέν τό ’κανα ἐπειδή μοῦ τό ζήτησε ἡ Ἀνατολή — δέν μοῦ τό ζήτησε. Εἶχε φεγγάρι καί τό κοίταζα, εἶχα μουδιάσει νά τό κοιτῶ ἀπ’ τό παράθυρο. Τό κοίταζε καί ἡ Ἀνατολή στό κρεββάτι της — πανσέληνος, ὅλα ἦταν ἥσυχα, ἀπερίγραπτα ἥσυχα.
«Νύσταξα», τήν ἄκουσα πού εἶπε σέ μιά στιγμή.
Δέν γύρισα νά τήν δῶ. Τό ἔλεγε κάθε βράδυ, ἤ καί μέρα, ὅταν καταλάβαινε πώς ἑτοιμαζόμουν νά φύγω — μέ προλάβαινε πρίν τῆς πῶ «Φεύγω» ἤ «Σ’ ἀφήνω τώρα».
Πολύ ἀργότερα συναισθάνθηκα αὐτό τό νύσταξα. Καί μοῦ θύμισε πόση ὤρα εἶχε περάσει ἀπό τότε κι ἐγώ ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ. Ὄπως καί τό φεγγάρι —πού τό κοίταζα ὅλην αὐτήν τήν ὥρα χωρίς καμμιά σκέψη στό κεφάλι μου— μοῦ θύμισε κι αὐτό κάτι: μιάν ἄλλη νύχτα, μιάν ἄλλη ἱστορία — τό ἴδιο φεγγάρι, ἡ ἴδια ἀπορρόφηση...
Σηκώθηκα ἐπιτέλους νά φύγω. Ὁ ἀέρας εἶχε ἀφήσει τήν πόρτα ἀνοιχτή.'

Ζυράννα Ζατέλη, Στην Ερημιά με Χάρι: Ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη

·

↑