
'Κατὰ τὴ γνώμη μας, οἱ δρόμοι τῆς μύχιας προόδου εἶναι οἱ δρόμοι τῆς λογικῆς και τῶν γενικῶν νόμων. Οἱ μεγάλες ἀναμνήσεις μιᾶς ψυχῆς, ἐκεῖνες πού δίνουν σέ μιά ψυχή τό νόημα και τή βαθύτητά της, κάποια μέρα ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι γίνονται ὀρθολογικές. Κλαῖμε γιά καιρό ἕνα ὄν, μόνο ἄν εἶναι λογικό νά τό κλαῖμε. Τότε ἡ στωική σκέψη παρηγορεῖ τήν καρδιά, χωρίς νά τῆς ζητεῖ νά ξεχάσει. Μέσα στόν ἔρωτα, τό ἰδιάζον εἶναι πάντα μικρό, παραμένει ἀφύσικο καί ἀπομονωμένο: δέν μπορεῖ νά πάρει θέση μέσα στόν κανονικό ρυθμό ὁ ὁποῖος συγκροτεῖ μιά συναισθηματική συνήθεια. Μποροῦμε νά βάλουμε γύρω ἀπό τίς ἐρωτικές μας ἀναμνήσεις ὅ,τι ἰδιαίτερο θέλουμε, ἕνα φράχτη ἀπό ἀσπραγκανθιές ἤ μιά λουλουδιασμένη εἴσοδο, τό φθινοπωρινό ἀπόβραδο ἤ τήν ἀνοιξιάτικη αὐγή. Ἡ εἰλικρινής καρδιά εἶναι πάντα ἡ ἴδια. Ἡ σκηνή μπορεῖ νά ἀλλάξει, ἀλλά εἶναι πάντα ἴδιος ὁ ἠθοποιός. Ἡ χαρά τῆς ἀγάπης, στήν οὐσιώδη της καινοτομία, μπορεῖ νά ξαφνιάσει καί νά γοητεύσει. Ἀλλά, βιώνοντας τη βαθιά, τή ζοῦμε στήν ἀπλότητά της. Οἱ δρόμοι τῆς θλίψης εἶναι ἐξίσου κανονικοί. Ὅταν μιά ἀγάπη χάνει τό μυστήριό της χάνοντας τό μέλλον της, ὅταν ἡ μοίρα κλείνει βάναυσα τό βιβλίο σταματώντας τήν ἀνάγνωση, ἀναγνωρίζουμε στήν ἀνάμνηση, κάτω ἀπό τίς παραλλαγές τῆς λύπης, τό τόσο σαφές, τόσο ἁπλό, τόσο γενικό θέμα τοῦ ἀνθρώπινου πόνου. Στά πρόθυρα τοῦ θανάτου, ὁ Γκυγιώ ἔλεγε σέ ἕνα φιλοσοφικό στίχο:
«Ἡ πιό γλυκιά εὐτυχία εἶναι ἐκείνη πού ἐλπίζουμε».
Ἀπαντούμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀνακαλώντας τό:
Ἡ πιό καθαρή εὐτυχία εἶναι ἐκείνη πού χάσαμε.
Ἀναμφίβολα, ἡ γνώμη μας εἶναι γνώμη φιλοσόφου, συνεπῶς πρέπει νά τά βάλει μέ τήν ἐμπειρία τῶν μυθιστοριογράφων. Ἀλλά δέν μποροῦμε νά διατηρήσουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ πλοῦτος τῶν ἰδιαζόντων χαρακτηριστικῶν, συχνά ἑτερόκλητων, τοποθετεῖ τό μυθιστόρημα μέσα σέ μιά ἀτμόσφαιρα ἀφελοῦς καί εὔκολου ρεαλισμοῦ, πού δέν εἶναι παρά μιά ἁπλοποιημένη μορφή τῆς ψυχολογίας. Ἀντίθετα, ἀπό τή σκοπιά μας, τό πάθος εἶναι τόσο πιό ποικίλο στά ἀποτελέσματά του, ὅσο πιό λογικό καί πιό ἁπλό εἶναι στίς ἀρχές του. Μιά φαντασία δέν ἔχει ποτέ ὅση διάρκεια θά χρειαζόταν, ὥστε νά συγκεφαλαιώσει ὅλες τίς δυνατότητες τοῦ συναισθηματικοῦ ὄντος. Γιά τήν ἀκρίβεια, εἶναι μιά δυνατότητα, τό πολύ πολύ μιά ἀπόπειρα, ἕνας λαχανιασμένος ρυθμός. Ἀντίθετα, μιά βαθιά ἀγάπη εἶναι ἕνας συντονισμός ὅλων τῶν δυνατοτήτων τοῦ εἶναι, γιατί ἀποτελεῖ οὐσιαστικά μιά ἀναφορά στό εἶναι, ἕνα ἰδεώδες χρονικῆς ἁρμονίας, ὅπου τό παρόν καταγίνεται ἀκατάπαυστα μέ τήν προετοιμασία τοῦ μέλλοντος. Εἶναι μιά διάρκεια καί, συνάμα, μιά συνήθεια καί μιά πρόοδος.
Γιά νά ἐνισχύσουμε μιά καρδιά, πρέπει νἀ ὑποκαταστήσουμε τό πάθος διά τῆς ήθικῆς, πρέπει νά βροῦμε τίς γενικές αἰτίες τῆς ἀγάπης. Τότε μόνο θά καταλάβουμε τή μεταφυσική ἐμβέλεια τῶν θέσεων πού ἀναζητοῦν στή συμπάθεια, στή μέριμνα, τήν ἴδια τή δύναμη τοῦ χρονικοῦ συντονισμοῦ. Ἐπειδή ἀγαποῦμε καί ὑποφέρουμε, ὁ χρόνος παρατείνεται μέσα μας καί διαρκεῖ. Μισό αἰώνα πρίν ἀπὸ τή διατύπωση θέσεων πού σήμερα εἶναι περίφημες, ὁ Γκυγιώ εἶχε ἤδη ἀναγνωρίσει ὅτι «ἡ μνήμη καί ἡ συμπάθεια... κατά βάθος ἔχουν τήν ἴδια προέλευση». Εἶχε δείξει ὅτι ὁ Χρόνος εἶναι οὐσιαστικά θυμικός: «Ἡ ἰδέα τοῦ παρελθόντος καί τοῦ μέλλοντος», ἔλεγε μέ βαθύτητα, «δέν εἶναι μόνο ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση κάθε ἠθικοῦ πόνου· εἶναι, κατά μία ἔννοια, ἡ ἄρχή του».'
