προγραφές

Εξώφυλλο: Εμανουέλ Λεβινάς, Ολότητα και Άπειρο

'Ως βεβήλωση, η ηδονή ανακαλύπτει το κρυμμένο ως κρυμμένο. Έτσι συνάπτεται μια εξαιρετική σχέση μέσα σε μια συγκυρία που, για την τυπική λογική, θα απέρρεε από μιαν αντίφαση: μέσα στην εκκάλυψη το εκκαλυμμένο δεν χάνει το μυστήριό του, το κρυμμένο δεν φανερώνεται, η νύχτα δεν διασπείρεται. Η ανακάλυψη-βεβήλωση βρίσκεται στην συστολή, έστω και από τις μορφές της ασύστολης συμπεριφοράς: η παράνομη ανακάλυψη δεν απαιτεί την καταστατική τάξη του απεκεκαλυμμένου. Εδώ αποκαλύπτω σημαίνει βιάζω μάλλον, παρά αποκαλύπτω ένα μυστικό. Βιασμός που δεν παραιτείται από την τόλμη του. Η ντροπή της βεβήλωσης κάνει να χαμηλώνουν τα μάτια που θα έλεγχαν το αποκεκαλυμμένο. Η ερωτική γύμνια λέει το ανείπωτο, αλλά το ανείπωτο δε χωρίζεται από αυτό το λέγειν, όπως ένα μυστηριώδες αντικείμενο ξένο στην έκφραση χωρίζεται από έναν σαφή λόγο που ζητεί να το περιχαράξει. Ο ίδιος ο τρόπος του «λέγειν» και του «εκδηλώνειν» κρύβει αποκαλύπτοντας, λέει και αποσιωπά το ανείπωτο, παρενοχλεί και προκαλεί. Το «λέγειν» –και όχι μόνο το λεχθέν είναι αμφίσημο. Το αμφίσημο δεν τελείται μεταξύ δύο νοημάτων της ομιλίας, αλλά μεταξύ της ομιλίας και της παραίτησης από την ομιλία, ανάμεσα στη σήμανση της γλώσσας και στη μη-σήμανση της ασέλγειας που αποκρύπτει ακόμα η σιωπή. Η βέβηλη φιληδονία δε βλέπει. Αναφορικότητα χωρίς θέαση, η αποκάλυψη δε δημιουργεί το φως: αυτό που αποκαλύπτει δεν προσφέρεται ως σημασία και δεν φωτίζει κανένα ορίζοντα. Η θηλύτητα προσφέρει ένα πρόσωπο που βαίνει επέκεινα του προσώπου. Το πρόσωπο της ερωμένης δεν εκφράζει το μυστικό που ο βέβηλος Έρως –παύει να εκφράζει ή, αν προτιμάτε, εκφράζει μόνο την άρνηση του εκφράζεσθαι, το τέλος της ομιλίας και της ευσχημοσύνης, αυτή την αιφνίδια διακοπή της τάξης των παρουσιών. Μέσα στο γυναικείο πρόσωπο, η καθαρότητα της έκφρασης διαταράσσεται ήδη από την αμφισημία του ηδυπαθούς. Η έκφραση μεταστρέφεται σε ασχημοσύνη, ήδη εγγύτατη στην αμφισημία που λέει κάτι λιγότερο από το τίποτα, και είναι ήδη γέλιο και χλευασμός.
Υπ’ αυτή την έννοια, η ηδυπάθεια είναι μια καθαρή εμπειρία, εμπειρία που δεν υπάγεται σε καμμιά έννοια, που παραμένει τυφλά εμπειρία. Η βεβήλωση –αποκάλυψη του κρυμμένου, ως κρυμμένου– συγκροτεί ένα οντολογικό πρότυπο που δεν μπορεί να αναχθεί στην αναφορικότητα, αντικειμενοποιούσα ακόμα και μέσα στην πράξη, γιατί δεν εξέρχεται από «αριθμούς και όντα». Ο έρωτας δεν ανάγεται σε μια γνώση αναμειγμένη με θυμικά στοιχεία που θα του διάνοιγαν ένα απρόβλεπτο οντολογικό πεδίο. Δε συλλαμβάνει τίποτα, δεν καταλήγει σε μιαν έννοια, δεν καταλήγει, δεν έχει τη δομή υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε τη δομή εγώ-εσύ. Ο έρως δεν επιτελείται σαν ένα υποκείμενο που εντοπίζει ένα αντικείμενο, ούτε σαν μια προ-βολή, προς κάτι δυνατό. Η κίνηση του βαίνει πέραν του πιθανού.
Η μη-σήμανση της ερωτικής γύμνιας δεν προηγείται από τη σήμανση του προσώπου, όπως η σκοτεινότητα της άμορφης ύλης προηγείται από τις φόρμες του καλλιτέχνη. Ήδη έχει αφήσει πίσω της τις φόρμες, έρχεται από το μέλλον, από ένα μέλλον τοποθετημένο επέκεινα του μέλλοντος όπου σπινθηρίζουν οι δυνατότητες, γιατί η αθώα γύμνια του προσώπου δεν εξανεμίζεται μέσα στην επιδειξιομανία του ερωτικού. Η αδιακρισία όπου παραμένει μυστηριώδες και άφατο, πιστοποιείται για την ακρίβεια από την υπερβολική αμετροέπεια αυτής της αδιακρισίας. Μόνο το ον που έχει την παρρησία του προσώπου μπορεί να «αποκαλυφθεί» μέσα στη μη-σήμανση της λαγνείας.
Ας μνημονεύσουμε τα σημεία που σχετίζονται με τη σημασία. Το πρώτο γεγονός της σημασίας παράγεται μέσα στο πρόσωπο. Όχι πως το πρόσωπο δέχεται μια σημασία σε σχέση με κάτι. Το πρόσωπο σημαίνει αφ’ εαυτού, η σημασία του προηγείται από την Sinngebung, μια λελογισμένη συμπεριφορά αναδεικνύεται ήδη μέσα στο φως του, διαχέει το φως όπου φαίνεται το φως. Δεν χρειάζεται να το εξηγήσουμε, γιατί αυτό ξεκινά κάθε εξήγηση. Με άλλα λόγια, η κοινωνία με τον Άλλο άνθρωπο που σημειώνει το τέλος του παράλογου ψιθύρου του απρόσωπου υπάρχει, δεν συγκροτείται ως το έργο ενός Εγώ που προσδίδει ένα νόημα. Πρέπει ήδη να είσαι για τον άλλο άνθρωπο –να υπάρχεις και όχι μόνο να εργάζεσαι– ώστε το φαινόμενο του νοήματος, σύστοιχο με την αναφορά μιας σκέψης, μπορεί να εμφανιστεί. Το να είσαι-για-τον-άλλον-άνθρωπο δεν πρέπει να υποβάλλει μιαν όποια σκοπιμότητα και δεν υπονοεί την πρότερη θέση ή την καταξίωση και γω δεν ξέρω ποιας αξίας. Είμαι για τον άλλο άνθρωπο –σημαίνει: είμαι καλός. Βέβαια η έννοια του Άλλου ανθρώπου δεν έχει κανένα νέο περιεχόμενο σε σχέση με την έννοια του εγώ· αλλά το είναι-για-τον-άλλον-άνθρωπο δεν είναι μια σχέση μεταξύ εννοιών των οποίων η κατανόηση θα συνέπιπτε, ούτε η θεώρηση μιας έννοιας από ένα εγώ, αλλά η καλωσύνη μου. Το γεγονός ότι υπάρχοντας για τον άλλο άνθρωπο, υπάρχω όχι με τον τρόπο που υπάρχω για μένα – είναι η ίδια η ηθικότητα. Περιβάλλει ολόπλευρα τη γνώση μου για τον Άλλον άνθρωπο και δεν απορρέει από τη γνώση του Άλλου ανθρώπου με μια καταξίωσή του, εν αγνοία αυτής της πρώτης γνώσης. Η υπέρβαση ως τέτοια είναι «ηθική συνείδηση».'

 

Εμανουέλ Λεβινάς, Ολότητα και Άπειρο, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Εξάντας

·

↑