προγραφές

Εξώφυλλο: Ζοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso

‘Οἱ ἐκδορὲς στοὺς μηροὺς τῆς Ιζόλδης, μὲ τὶς βραχώδεις φουντίτσες τοὺς καὶ τὴ χελιδονοφωλιὰ τούς, ἀναδύθηκαν ξανὰ στὴ φαντασία τοῦ, ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο ἀλλὰ τὴν ἴδια ἀκριβῶς αἴσθηση ναυτίας. Στὸ ὄρος τῆς Ἀφροδίτης, τοῦ φαινόταν ὅτι ἔβλεπε μιὰ θρηνώδη μικρογραφία τοῦ προσώπου τῆς Λουσία, ἐνῶ ἄλλες φορὲς ἕνα ἀδιαμόρφωτο πρόσωπο ἐμβρύου, ἀποσυντεθειμένο, γεμάτο μαχαιριὲς κλεισμένες μὲ ράμματα. Αὐτὸ τὸ ἀποσυντεθειμένο θρηνῶδες πρόσωπο τοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι περιέπαιζε τὴν ἀναποφασιστικότητα τοῦ, μὲ μιὰ ἀδράνεια κοιλέντερου ποὺ τὸ σῶμα τοῦ σκληρυνόταν μὲ κερατοειδεῖς πλάκες. Τὰ δύο γυμνὰ σώματα στεκόντουσαν τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο σὲ μιὰ ἀνακωχὴ ποὺ δὲν ἤξεραν πὼς νὰ τὴν παραβιάσουν. Τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Φρόνησις ἄρχισε νὰ τρίβει ἀργὰ τὸ χορταράκι τοῦ ὄρους τῆς Ἀφροδίτης. Στὸ βαθμὸ ποὺ τὸ χέρι τοῦ χάιδευε ὁλοένα καὶ περισσότερο καὶ ἔσφιγγε τὸ αἰδοῖο, ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται τὴν κρυφὴ ὕγρανση τῆς γυναίκας. Ὑπόγειο, πλάι σ’ ἕνα σκοτεινὸ λειβάδι, μὲ ἕνα γαλακτῶδες ὑγρὸ ποὺ ἐκτείνει ἐπ’ ἄπειρον τὸν πορφυρὸ μανδύα ἑνὸς αὐτόχειρα γελωτοποιοῦ. Τὸ πηνίο ἀπὸ τὸ χρυσάφι τῆς ενέργειάς τοῦ δὲν ἦταν ἀκόμα σὲ θέση νὰ διατρέξει τὸ μέλι, τὸ γάλα, τὸ λάδι καὶ τὸ κρᾶσι ποὺ εἶχαν ἁπλωθεῖ στὸ αὐλάκι τῆς γυναίκας, δὲν μποροῦσε ἀκόμη νὰ φθάσει στὸ βαθμὸ τῆς στιλπνότητας ποὺ θὰ ἔδινε τὴν τελικὴ μορφὴ φιδιοῦ στὸ ραβδὶ τοῦ, ἕνα φίδι ποὺ δὲν ἀφήνεται νὰ κομματιαστεῖ ἀπὸ τὸν ὀδοντωτὸ τροχό. Ὁ πρωτογονισμὸς τῆς ἐμπειρίας τοῦ στηριζόταν στὴ διείσδυση μὲ τὸ δάχτυλο, ὄχι στὴν ἐνέργεια ποὺ διέτρεχε τὸν φαλλό. Ἐνόσω τὰ δάχτυλα τοῦ Φρόνησις εἰσχωροῦσαν στὸν κόλπο τῆς, τὸ χέρι τῆς Λουσία συναντοῦσε τὸ δικὸ τοῦ μέλος ἀρχίζοντας νὰ τὸ ἐρεθίζει, ὅμως ἡ δικὴ τῆς ὕγρανση διασταυρωνόταν μὲ τὴν ξηρασία τοῦ Φρόνησις, ἐπειδὴ ἡ βάλανος ἦταν ἀκόμα μαλακή, σὰν ἕνας βολβὸς ἀποξηραμένος στὸν ἥλιο. Καὶ ἡ ὅραση, σχηματισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα μάτια καθενὸς ἀπὸ τὰ δύο σώματα, δὲν εἰσχωροῦσε στὸ σκοτάδι τοῦ λάγνου προβοκάτορα. Ἔνιωθαν σὰν ἐμπόδιο ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο. Ἀναρίθμητες θάλασσες, ἀόρατες τήξεις πάγων, ἐμπόδιζαν νὰ βάλει ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ στὸ μυστικὸ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ σπασμὸς ὅπου τὰ ἀντίθετα ἀλληλοαναιροῦνται ενωνόμενα στὸ Μοναδικὸ Ἕνα.’

‘Ὁ Νίτσε πίστευε» – συνέχισε ὁ Φρόνησις – «ὅτι στὸν πόνο ἐνυπάρχει μιὰ μορφὴ ὑποταγῆς, ἐξ οὒ καὶ ἡ περιφρόνησή του τὰ γιὰ τὴ συμπόνια πρὸς ὅποιον πάσχει. Αὐτὴ ἡ στάση ἀποκαλύπτει τὰ κενὰ τοῦ γιὰ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, τὴν άγνοιά τοῦ γιὰ ὁλόκληρο τὸν Μεσαίωνα, τὸ ἀκριβὸ σφάλμα τοῦ τοποθετεῖ ὅλες τὶς εὐγενεῖς ἀξίες στὴν Ἀναγέννηση. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι σὲ κάθε ἀνταρσία ὑπάρχει πόνος. Οἱ φιλιστεϊκές ἀξίες εἶναι ἐκεῖνες ποὺ ἀγνοοῦν ὅτι ὁ πόνος εἶναι προμηθεϊκός, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὑποφέρει ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεός, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀμετάβλητος. Ἡ ἐκπλήρωση κάθε πεπρωμένου εἶναι ὁ πόνος. Στὴν ἴδια τὴν ἔκσταση ενὸς ἐκπληρωνόμενου Ἔρωτα ἐνυπάρχει ἄπειρος πόνος. Ἐάν ἡ ἔκσταση εἶναι ὀδυνηρή, ἐὰν ἡ κόπωση ποὺ συνοδεύει τὴν ἔκσταση εἶναι πόνος ἐξουθενωτικός, ὀφείλουμε νὰ ἐξάγουμε συμπεράσματα διαμετρικὰ ἀντίθετα πρὸς αὐτὰ τοῦ Νίτσε, ὅτι δηλαδή, κάθε δημιουργὸς ποὺ χαρίζει τὴν ἐμπνοὴ τῆς ζωῆς στὸ δημιούργημα τοῦ αἰσθάνεται τὴν ενέργειά τοῦ νὰ πιέζει τοὺς πόρους, καὶ αὐτὴ ἡ συσσώρευση τῆς ἐνέργειας σὲ κάτι ποὺ δὲν διαθέτει τὴν παραμικρὴ διέξοδο προκαλεῖ ἕναν πόνο σὲ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ ἀγωγούς, κυκλοφοριακό, ὀργανικὸ κύκλο. Ὁ πόνος δὲν εἶναι παρὰ ἡ ρήξη τοῦ κύκλου στὸν ὁποῖο ἐγγράφεται κάθε ἀνθρώπινο πλάσμα. Ὁ ὀμφάλιος λῶρος, σύμβολο ὁλόκληρης τῆς μεσογειακῆς ἀκτῆς, ὁ λῶρος ποὺ ὑποστηρίζει, κρατάει καὶ κόβεται ἐναγωνίως. Τὰ χέρια, ὅταν συσπῶνται γιὰ νὰ προστατεύσουν ἡ γιὰ νὰ φθάσουν κάτι, εἶναι σύμβολα τοῦ πόνου. Κάθε λέξη, λέει ὁ Κάφκα, στρεβλωμένη στὰ χέρια τῶν πνευμάτων, μεταμορφώνεται σὲ μιὰ μακριὰ λόγχη ἐναντίον ἐκείνου ποὺ ὁμιλεῖ. Αὐτὴ ἡ στρέβλωση τῶν χεριῶν ἀποτελεῖ τὴ χαρακτηριστικὴ χειρονομία τούς. Ἡ τάση, τὸ βάρος ποὺ ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἕνα λεπτὸ στρῶμα, ἐκεῖνος ποὺ σκαρφαλώνει μὲ ἕνα σχοινὶ καὶ ξέρει ὅτι στὴν ἄλλη τοῦ ἄκρη καίγεται, ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ εἶναι πόνος.’

‘Ἡ ἐνάσκηση στὴν ποίηση, ἡ γλωσσικὴ ἀναζήτηση ἑνὸς ἀγνώστου σκοποῦ, καλλιεργοῦσαν μέσα τοῦ μιὰ παράξενη πρόσληψη τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες ἀποκτοῦσαν μιὰ ἔμψυχη μορφὴ ομαδοποιούμενες στὸν χῶρο, καθισμένες σὰν Σίβυλλες σὲ μιὰ συνέλευση πνευμάτων. Ὅταν τὰ μάτια τοῦ πέφτανε πάνω σὲ μιὰ λέξη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ σχέση τοῦ μποροῦσε νὰ ἔχει μὲ τὴν πραγματικότητα, ἐκείνη ἡ λέξη τοῦ φαινόταν ὅτι περνοῦσε στὰ χέρια τοῦ καί, παρότι ἡ λέξη παρέμεινε ἀόρατη, ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὴν ὅραση ἀπ’ ὅπου εἶχε εκκινήσει, μεταμορφωνόταν σιγά-σιγά σὲ ἕναν τροχό, ὅπου γύριζαν ἀκατάπαυστα τὸ ἀόρατο μόρφωμα καὶ τὸ ἁπτὸ ἐκμαγεῖο τοῦ, καὶ μετὰ γύριζε ἀνάποδα, ἀπὸ τὸ μὴ ἁπτὸ μόρφωμα πρὸς ἕνα σχεδὸν ἀόρατο ἐκμαγεῖο, καθὼς ὁ Σεμί πίστευε ὅτι κατόρθωνε νὰ ἀγγίξει τὶς μορφὲς τῶν λέξεων, κλείνοντας λίγο τὰ μάτια. Ἔτσι, συνέλαβε σιγά-σιγά τὴν ἀμφισημία ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν γνωστικὸ χῶρο (τὸν χῶρο ποὺ γνωρίζει, τὸν χῶρο τῆς διαφορὰς πυκνότητας ποὺ συστέλλεται γιὰ νὰ γεννήσει) καὶ τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία, στὴ χρονικὴ ἑνότητα, ἀναζωογονεῖ τὸ βλέμμα, τὸν ἱερὸ χαρακτήρα αὐτοῦ ποὺ περνᾶ μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπὸ τὴν ὅραση ἡ ὁποία πάλλεται στὸ βλέμμα ποὺ σταθεροποιεῖται. Γνωστικὸς χῶρος, δέντρο, ἄνθρωπος, πόλη, χωρικὲς συναθροίσεις, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἐνδιάμεσο σημεῖο μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Ἡ χάρις τοῦ βλέμματος, σύμμαχος τῆς ποσότητας τῆς ἐνσαρκωμένης στὸν χρόνο, ὅπως καὶ ὁ χρόνος, σύμμαχος τῆς φωτιᾶς γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ ἀφομοιώσιμου, κάνει νὰ ἐξατμισθεῖ καὶ νὰ χαθεῖ ἕνα νόημα γιὰ τὴ χωρικὴ συνάθροιση. Μιὰ συμπίπτουσα ἐξαέρωση, ἀνοδικὴ ἐπίσης, σὰν νὰ ἀποδίδει φόρο τιμῆς στὸν πατέρα οὐρανό. Ἄλλες φορές, αὐτὴ ἡ γήινη ἐξαέρωση πραγματοποιοῦνταν πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση τῆς ἀναπνοῆς, ἕνα σημεῖο ἐπίσης ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις τῆς ἐπικράτειας τῆς νύχτας.’

Ζοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso, μτφρ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, εκδ. Ίνδικτος

·

↑