
'Δὲν ὑπάρχουν πολλὰ πράγματα νὰ εἰπωθούν γιὰ τὶς συγγραφικὲς συνἠθειες τοῦ Φρόυντ. Κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἔκτασή τους καὶ τὴν ἀλληλογραφία του θὰ πρέπει ν’ ἀγαποῦσε τὴν ἴδια τὴ φυσικὴ πράξη τῆς γραφῆς ποὺ πάντοτε τελοῦνταν ἰδιοχείρως. Μονάχα στὰ ὄψιμα χρόνια του, στὴν ἕβδομη δεκαετία τῆς ζωῆς του, οἱ νεώτερες κόρες του τὸν ἀνακούφιζαν σὲ κάποιο μικρὸ βαθμό. Ὁ Φρόυντ δὲν εἶχε τὴν τέχνη ἐνὸς Trollop νὰ έξαναγκάζει τὸν ἑαυτό του νὰ γράφει τόσες πολλὲς ἐκατοντάδες λέξεων τὴν ἡμέρα. Συνέθετε περισσότερο μὲ τὸν ἄτακτο τρόπο ἑνὸς ποιητῆ. Μποροῦσαν νὰ περάσουν βδομάδες ἤ ἀκόμη καὶ μῆνες δίχως νὰ νιώθει ὅτι εἶχε κάτι ποὺ ἐπιθυμούσε νὰ γράψει. Κι ἔπειτα ἐρχόταν μιὰ ὤθηση πρὸς δημιουργία, οἱ ἀργὲς ὠδίνες ἑνὸς τοκετοῦ, ἡ προσπάθεια νὰ γράψει τουλάχιστον δύο ἤ τρεῖς ἀράδες τὴν ἡμέρα καὶ τέλος ἕνα ἐν εἴδη ἔκρηξης πλάτεμα, ὅπου μέσα σὲ λίγες βδομάδες ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του ἕνα σημαντικὸ δοκίμιο. Λέγοντας λίγες βδομάδες δὲν ἐννοοῦμε συνεχὲς γράψιμο: ἀπεναντίας, αὐτὸ σήμαινε νὰ κλέβει μέσα σὲ μεγάλη ἔνταση λίγες ὧρες ποὺ μποροῦσε νὰ διαθέσει στὸ τέλος μιᾶς κοπιαστικῆς ἡμέρας.
Μιὰ αὐξημένη δυσφορία μαζί μὲ διάφορα συμπτώματα γενικῆς κακουχίας προηγοῦνταν πάντα ὅ,τι καλύτερου ἔγραψε ὁ Φρόυντ. Ὅταν, ὅπως συνέβαινε συνήθως, ἡ ὑγεία του ἦταν ἄριστη καὶ βρισκόταν σὲ εὐφορία δὲν ὑπῆρχε θέμα νὰ γράψει τὸ ὁ,τιδήποτε. Εἶχε ἐπίγνωση ἑνὸς προσωπικοῦ κινήτρου ποὺ τὸν ὠθοῦσε νὰ γράφει τόσο πολύ, πέρα φυσικὰ ἀπὸ τὰ ἐπιστημονικά. Μοῦ τὸ ἐξήγησε λέγοντας ὅτι ἀκούγοντας καὶ παίρνοντας τόσα πολλὰ ὅλη τὴν ἡμέρα, δημιουργοῦνταν ἡ ἀνάγκη νὰ δώσει κάτι πρὸς τὰ ἔξω, νὰ περάσει ἀπὸ μιὰ παθητική, δεκτικὴ στάση σὲ μιὰ ἐνεργητική, δημιουργική. Οἱ διακοπὲς ἦσαν συχνὰ μιὰ περίοδος κυοφορίας νέων ἰδεῶν, ἐπακόλουθο, ἀναμφιβόλως, τῶν πολυπληθῶν ἐντυπώσεων ποὺ δέχονταν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του τοὺς προηγούμενους μῆνες ἐργασίας.
[...]
Γιὰ τὸν Φρόυντ ἡ ἐργασία μὲ τὴ μία ἤ τὴν ἄλλη μορφὴ ἦταν τὸ καθημερινό του ψωμί. Μιὰ ἀργόσχολη ζωὴ θὰ τὴν ἔβρισκε ἀνυπόφορη. «Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ σκεφτῶ μὲ ὁποιαδήποτε ἀνακούφιση μιὰ ζωὴ δίχως ἐργασία. Δημιουργικὴ φαντασία καὶ ἐργασία πᾶνε μαζί, σὲ μένα· τίποτα ἄλλο δὲν μ’ εὐχαριστεῖ. Αυτὸ θὰ ἦταν μιὰ συνταγὴ γιὰ τὴν εὐτυχία, ἄν δὲν ὔπήρχε ἡ τρομερὴ σκέψη ὅτι ἡ δημιουργικότητά μας ἐξαρτᾶται πλήρως ἀπὸ εὐαίσθητες διαθέσεις. Τί θὰ κάνεις μιὰ μέρα ποὺ οἱ σκέψεις σταματοῦν νὰ ρέουν καὶ οἱ κατάλληλες λέξεις δὲν ἐννοοῦν νὰ ἔρθουν; Δὲν μπορεῖς παρὰ νὰ τρέμεις μπροστὰ στὴν πιθανότητα αὐτή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ παρὰ τὴ συγκατάθεση στὴ μοίρα ποὺ ταιριάζει σ’ ἔναν ἀκέραιο ἄνθρωπο, μυστικὰ παρακαλῶ: ὄχι ἐξάντληση, ὄχι παράλυση τῶν δυνάμεών σου ἐξ αἰτίας σωματικῆς κατάπτωσης. Θὰ πεθάνουμε ἀρματωμένοι, ὅπως ἔλεγε ὁ Βασιλιὰς Μάκβεθ».'
Ernest Jones, Σίγκμουντ Φρόυντ: Η Ζωή και το Έργο του, μτφρ. Ξενοφώντας Κομνηνός, εκδ. Ίνδικτος
