προγραφές

Εξώφυλλο: Βικτόρ Σεγκαλέν, Στήλες

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ
ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Ἡ ἐρωμένη μου ἔχει τὶς ἀρετὲς τοῦ νεροῦ: φωτεινὸ χα-
μόγελο, ἁπαλὲς χειρονομίες, φωνὴ ἁγνή, τραγουδι-
στὴ σταγόνα με σταγόνα.

Κι ὅταν καμιὰ φορά –δίχως νὰ θέλω– ἡ φωτιὰ περνάει
στὸ βλέμμα μου, ξέρει πῶς τὴν ὑποδαυλίζεις μὲ τὴν
ἔξαψη: ρίχνεις νερὸ στὰ φλογισμένα κάρβουνα

◯

Τὸ ζωντανὸ νερό μου, νἀ τη, χυμένη ὅλη στὸ χῶμα!
Γλυστράει, μοῦ φεύγει· – διψάω έγὼ καὶ τρέχω πίσω της.

Μὲ τὰ χέρια φκιάχνω μιὰ κούπα. Μὲ τὰ δυὸ τὰ χέρια,
στὴ ζάλη μου, τὴν συγκρατῶ, τὴν σφίγγω, τὴν φέρνω

στὰ χείλη μου:

Καὶ καταπίνω μιὰ χούφτα λάσπη.

*

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΤΗΛΗ

Διόλου στὸ πέτρινο, τὸ νεκρωμένο, δέρμα σου δὲν θά ᾽θελε
ἐτοῦτο νὰ εἰσχωρήσει· διόλου στὴν ἄνοστη, τὴν ἄμορφη
καὶ θνήσκουσα, αὐγὴ δὲν θά ᾽θελε ἐτοῦτο, ἄν ἀφεθεῖ
ἐλεύθερο, νὰ προσανατολιστεῖ·

Δὲν εἶναι γιὰ τὸν διαβασμένο ἀναγνώστη, μὰ οὔτε καὶ
γιὰ κάποιον καλλίγραφο, ποὺ ἐτοῦτο ἀφήνεται τόσο
χαρούμενα νὰ εἰπωθεῖ:

Ἀλλὰ γι’ Αὐτήν.

◯

Φτάνει μιὰ μέρα. Αὐτὴ περνάει ἀπὸ δῶ. Εὐθυτενής, ψηλή
κι ἀπέναντί σου, ἄς τὸ διαβάσει μὲ τὰ εὐκίνητα καὶ
λαμπερά της μάτια, προφυλαγμένα ἀπὸ βλεφαρίδες
ποὺ γνωρίζω τὴ σκιά τους·

Ἄς μετρήσει αὐτὲς τὶς λέξεις μὲ χείλη ποὺ τὰ ὕφανε ἡ
σάρκα (ποτὲ δὲν ξέχασα τὴ γεύση τους), με γλώσσα
ποὺ τὴν ἔθρεψαν φιλιά, μὲ δόντια ποὺ νά, ἀκόμη ἐδῶ
τὰ ἔχω τὰ σημάδια τους.

Ἄς τρέμη μὲ κοφτή ἀνάσα –εὐκαμπτη σοδειὰ στὸ χλιαρὸ
ἀεράκι– μεταδίδοντας ἀπὸ τὰ γόνατα
τὸν ξεχωριστὸ ρυθμὸ τῶν πλευρῶν της – ποὺ τὸν
ξέρω.

◯

Τότε, ἐτοῦτο τὸ παιχνίδισμα, δρασκελίζοντας τὸ χῶρο καὶ
χορεύοντας στὸ τέμπο της, αὐτὸ τὸ ποίημα, αὐτὸ τὸ
χάρισμα κι αὐτὸς ὁ πόθος, –

Μεμιᾶς θὰ ξεφλουδίσει ἀπ’ τὴ νεκρὴ σου πέτρα –ὤ! τόσο
ἐπισφαλῆ, προσωρινή– γιὰ ν’ ἀφεθεῖ στὴν ἴδια τὴ
ζωή της.

Θὰ πάει νὰ ζήσει δίπλα Της.

*

ΣΤΙΓΜΗ

Αὐτὸ ποὺ ξέρω γιὰ τὸ σήμερα, τὸ ἐπιβάλλω βιαστικὰ
στὴν ἐπιφάνειά σου, πέτρα ἐπίπεδη· ὁρατὴ καὶ πα-
ροῦσα ἔκταση.

Αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι –ὅπως στὰ σωθικά μου τὴν περί-
πτυξη τῆς πτώσης– τὸ ἀπλώνω στὸ πετσί σου, δρο-
σερὲ καὶ νοτισμένε μεταξωτὲ χιτώνα·

Δίχως ζαρωματιά, ἄλλη ἀπ’ τοὺς κυματισμοὺς στὶς φλέ-
βες σου· δίχως ὀπισθοχώρηση, ἄλλη ἀπ’ τὴν ἀπο-
κλιση στὰ μάτια μου, γιὰ νὰ σὲ διαβάσουν καλά·
δίχως βάθος, ἐξὸν ἀπὸ τὸ ἐγχχάραγμα ποὺ ἀπαιτοῦν
τὰ κοῖλα σου.

Ὥστε ἔχοντας ἀπὸ ἐμὲ ριφθεῖ ἐτοῦτο, ποὺ ξέρω γιὰ τὸ
σήμερα –τόσο εἰλικρινές, γόνιμο καὶ σαφές– μὲ ὀργυι-
ομετρᾶ καὶ μὲ στηρίζει δίχως ἐξασθένιση.

Θὰ χάσω ἐγὼ τὴν καταχωνιασμένη ἀξία καὶ τὸ μυ-
στικό του, ἀλλά, ὦ ἐσύ, θὰ ἀκτινοβολήσεις, στέ-
ρεα μνήμη, σκληρὴ καὶ πετρωμένη στιγμή, ὑψηλὴ
προστάτισσα.

Αὐτοῦ ἐδῶ... Τί ἤταν ἄραγε αὐτό... Σχίστηκε κιόλας, σά-
πισε, τὸ ἔχουν ἤδη καταπιεῖ, ζυμῶνεται ἀθορύβως,
πλέον, στοὺς πιὸ ἀνεξερεύνητούς μου βούρκους.

Βικτόρ Σεγκαλέν, Στήλες, μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, εκδ. Ίνδικτος

* * *

'«Στην Κίνα δεν αναζητώ ιδέες ή θέματα, αναζητώ μορφές – μορφές ασυνήθιστες, ποικίλες, αγέρωχες», έγραφε το 1913 ο Βίκτωρ Σεγκαλέν στον φίλο του Ζυλ ντε Γκωλτιέ παρουσιάζοντας τὶς Στῆλες, τὰ μικρὰ ποιητικὰ κείμενα ποὺ δημοσίευσε στὸ Πεκίνο, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1912, σὲ 81 ἀντίτυπα. Κείμενα, εἶναι ἀλήθεια, ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο του γραφτὸ γι’ αὐτὴ τὴ χώρα, ἀποκαλύπτουν τὴν ἰδιόμορφη ἀλλὰ βαθειά του σχέση μὲ τὸν ξεχωριστὸ πνευματικό της κόσμο, λίγο πρὶν τὴν κατάρρευση τῆς Αὐτοκρατορίας. Κι ἂν ὁρισμένα κείμενα τοῦ Κλωντὲλ μοιάζουν νὰ διακατέχονται ἀπὸ σινικὴ εὐαισθησία, ἂν ὁ Πάουντ ἀνέλυσε σὲ βάθος τὸ ποιητικὸ ἐκφραστικὸ δυναμικὸ ποὺ διαθέτει ἡ ἰδεογραμματικὴ γραφή, ὁ Σεγκαλὲν ἐπιχείρησε κάτι πολὺ πρωτότυπο: Ἀντλώντας τὸ ὑλικό του ἀπὸ τὴ σινικὴ πνευματικότητα καὶ χρησιμοποιώντας κάθε ἐπιμέρους στοιχεῖο τῆς κλασικῆς γλώσσας ἐπιχείρησε νὰ συνθέσει νέο ποιητικὸ εἶδος. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος εἶναι ἀκριβῶς οἱ Στῆλες, ὅπου ἡ σινικὴ συμβολὴ δὲν περιορίζεται στὴ θεματολογία ἀλλὰ εἶναι ἐμφανὴς στὴν παραμικρὴ πτυχὴ τῆς εἰδικῆς μορφολογίας τους, ἕως ἀκόμη καὶ τὴν ὑλική τους παρουσίαση. Καὶ ὅλα ἐτοῦτα τελικῶς ὡς ἡ ἀπολύτως ἀναγκαία συνθήκη γιὰ νὰ ξεδιπλωθεῖ ἡ δική του κοπιαστικὴ ἐσωτερικὴ διαδρομὴ καθώς, ὅπως θὰ γράψει σὲ κατοπινό του κείμενο, τὸ πιὸ μακρὺ ταξίδι ποὺ μπορεῖς ποτὲ νὰ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἡ κατάβαση στὰ ἔγκατα τοῦ ἑαυτοῦ σου (κι ὅπου ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ διαπιστώσεις πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐκεῖ κάτω).'

Σωτήρης Χαλικιάς, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

·

↑