
ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Μὲ ἀχλάδια κίτρινα
Καὶ μ’ άγριες τριανταφυλλιὲς γεμάτος
Κρέμεται ὁ τόπος μὲς στὴ λίμνη.
Κύκνοι ὅλο χάρη ἐσεῖς
Καὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φιλιὰ
Τὸ κεφάλι βυθίζετε
Στὰ ἱερὰ νηφάλια νερά.
Ἀλίμονο μοῦ, ποὺ θὰ βρῶ,
Ὅταν εἶναι χειμώνας, λουλούδια,
Ποὺ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,
Καὶ μέρη σκιερὰ τῆς γῆς;
Οἱ τοῖχοι στέκουν βουβοὶ
Καὶ παγωμένοι, στὸν ἀέρα
Χτυπᾶν δυνατὰ σημαῖες.
*
ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ
Τρίτο σχεδίασμα
Ὥριμοι εἴμαστε, βαφτισμένοι στὴ φωτιὰ
Οἱ καρποὶ ἔβρασαν καὶ πάνω δοκιμάστηκαν στὴ γῆ, κι εἶναι νόμος
Ὅλα νὰ ἐπιστρέφουν ἐκεῖ μέσα, ὅπως φίδια, προφητικά,
Ποὺ ὀνειρεύονται πάνω στοὺς λόφους τ’ οὐρανοῦ.
Πολλὰ πρέπει νὰ κρατήσεις
Ὅπως ἕνα δεμάτι ξύλα
Πάνω στοὺς ὤμους. Ἄσκημα εἶναι
Τὰ μονοπάτια. Γιατὶ
Δὲν πᾶνε ἴσια, ὅπως ἄλογα, τὰ φυλακισμένα
Στοιχεῖα καὶ οἱ ἀρχαῖοι νόμοι τῆς γῆς. Καὶ πάντα
Μιὰ νοσταλγία σκορπίζει. Πολλὰ πρέπει
Νὰ κρατήσεις. Καὶ ἀνάγκη νὰ ἔχεις πίστη μέσα σοῦ.
Δὲν θέλουμε οὔτε πίσω νὰ κοιτάζουμε οὔτε μπροστά.
Νὰ λικνιστοῦμε, ὅπως ἡ λίμνη πάνω σὲ βάρκα ἐλαφρά.
Ἡ ἀγάπη ὅμως πώς;
Τὸ φῶς τοῦ ἥλιου βλέπουμε στὸ χῶμα
Καὶ σκόνη στεγνὴ καὶ τῆς πατρίδας
Τοὺς ἴσκιους τῶν δασῶν κι ἀνθίζει στὶς στέγες ὁ καπνός.
Πλάι στὶς παλαιὲς ἐπάλξεις τῶν πύργων, εἰρηνικὰ
Δηλαδὴ εἶναι καλὰ
Κι ἐνάντια μιλώντας ἡ ψυχὴ
Τὸ οὐράνιο στοιχεῖο τὴν πλήγωσε, τὰ σημάδια τῆς μέρας.
Ὅτι τὸ χιόνι, ὅπως τὰ λουλούδια τοῦ Μαγιοῦ,
Ἡ εὐγένεια σπουδαία,
Ὅπου κι ἂν εἶναι
Ἀστράφτει τῶν Ἄλπεων τὸ πράσινο λιβάδι
Ἐκεῖ μιλώντας γιὰ τὸν σταυρὸ
Ποὺ στήθηκε κάποτε
Γιὰ τοὺς ἀλλοτινοὺς αποθαμένους
Ἕνας στρατοκόπος
Βαδίζει ὀργισμένος σὲ δρόμο
Ποὺ τράβαγε ψηλὰ προαισθανόμενος
Ἀπὸ μακριὰ μὲ τὸν ἄλλον, τί εἶναι κι ἐτοῦτο;
Ὁ Ἀχιλλέας πλάι στὴ συκιὰ
Μοῦ πέθανε ἐμένα,
Κι ὁ Αἴας εἶναι
Στὶς θαλασσινὲς σπηλιὲς
Στὰ ρυάκια ποὺ γειτονεύουν μὲ τὸν Σκάμανδρο.
Στοὺς κροτάφους ἕνα μάνιασμα ἄλλοτε, κατὰ
Τὴν ἀκίνητη Σαλαμίνα διαρκὴς
Συνήθεια, στὴν ξενιτιά, ὅλο μεγαλεῖο
Ὁ Αἴας ἔσβησε.
Ὁ Πάτροκλος ὡστόσο φορώντας τὴν πανοπλία τοῦ βασιλιά.
Καὶ πέθαναν κι ἄλλοι πολλοί. Στὸν Κιθαιρώνα ὅμως βρίσκονταν
Οἱ Ἐλεύθερες, ἡ πόλη τῆς Μνημοσύνης. Κι ὅταν
Ἀπόθεσε τὸ πανωφόρι ὁ θεός, τὸ βράδυ μετὰ ἔλυσε
Τὰ μαλλιά. Γιατὶ ἀπρόθυμοι
Εἶναι οἱ Οὐράνιοι
Ὅταν ἕνας δὲν φυλάξει συγκέντρωση προστατεύοντας τὴν ψυχὴ τοῦ.
Πρέπει ὡστόσο ἔτσι νὰ πράξει
Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ θλιβόμαστε γι’ αὐτόν.
*
ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΕΝΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ…
Πάνω στὰ κιτρινισμένα φυλλώματα ἡσυχάζει
Τὸ σταφύλι, ἡ προσδοκία τοῦ κρασιοῦ, ἔτσι ἡσυχάζει πάνω στὸ μάγουλο
Ἡ σκιὰ ἀπ’ τὰ χρυσὰ ἐνώτια ποὺ κρέμονται
Στὸ αὐτὶ τῆς παρθένας.
Κι ἐλεύθερος πρέπει νὰ μείνω
Εὔκολα πιάνεται
Μὲς στὸ σκοινὶ ποὺ ἔκοψε
Τὸ νέο μοσχάρι
Συχνὰ
Ὅμως ἀγαπᾶ ὁ γεωργὸς
Μία νὰ δεῖ,
Τὴ μέρα πάνω ἀπ’ τὶς κάλτσες
Ποὺ πλέκει νὰ κοιμᾶται.
Τὸ γερμανικὸ στόμα
Δὲν θέλει νὰ ἠχεῖ ὡραία
Ὅμως γλυκὰ
Τὰ γένια ποὺ ἀγκυλώνουν
Ἀγγίζουν τὰ φιλιά.
Φρίντριχ Χέλντερλιν, Ποιήματα, μτφρ. Θανάσης Λάμπρου, εκδ. Αρμός
