προγραφές

Εξώφυλλο: Εμανουέλ Λεβινάς, Πάουλ Τσέλαν, Από το Είναι στο Άλλο

Ο Τσέλαν δεν αναφέρεται στον ιουδαϊσμό όπως μία γραφική ιδιαιτερότητα ή ένα οικογενειακό έθιμο. Χωρίς αμφιβολία το Πάθος του Ισραήλ υπό τον Χίτλερ – θέμα είκοσι σελίδων του Στρέττο μέσα στο Στρέττο, θρήνος των θρήνων, αξιοθαύμαστα μεταφρασμένο από τον Ζαν Ντεβ – είχε, στα μάτια του ποιητή, μια πολύ μικρή σημασία για την ανθρωπότητα, της οποίας ο ιουδαϊσμός είναι μία πιθανότητα – ή μία αδυνατότητα – οριακή, ρήξη της αφέλειας του κήρυκα, του αγγελιαφόρου ή του ποιμένα του Είναι. Διάνοιξη του κόσμου που προσφέρει όχι μια διαμονή, αλλά, για να περάσει η νύχτα, πέτρες τις οποίες χτυπάει το μπαστούνι του περιπλανώμενου αντηχώντας σε μια μεταλλική γλώσσα. Αυπνία στο κρεβάτι του Είναι, αδυνατότητα να κουρνιάσω για να ξεχαστώ. Εκτοπισμός έξω από τη κοσμικότητα του κόσμου, γύμνια αυτού που δανείζεται όλα όσα κατέχει· αναισθησία στη φύση... γιατί ο εβραίος, το ξέρεις καλά, τι κατέχει που του ανήκει αληθινά, που δεν είναι δανεικό, δανεισμένο, που δεν επιστρέφεται ποτέ στον κάτοχό του... Πάλι στο βουνό λοιπόν ανάμεσα στο κρίνο και τη καμπανούλα. Δύο εβραίοι στέκονται εκεί ή μόνο ένας, απελπιστικά διχασμένος. Αλλά αυτοί, δεύτερα ξαδέλφια, δεν έχουν... μάτια, ή, πιο συγκεκριμένα, ένα πέπλο καλύπτει την εμφάνιση κάθε εικόνας, καθώς ο εβραίος και η φύση, διαφορετικοί μεταξύ τους από πάντα, ακόμα και σήμερα, ακόμα και σήμερα, ακόμα και εδώ... φτωχό κρίνο, φτωχή καμπανούλα!... φτωχά μου, δεν είστε όρθια, δεν είστε σε άνθιση, και ο Ιούλιος δεν είναι Ιούλιος. Και αυτά τα βουνά με την επιβλητική μάζα τους; Τι είναι αυτά τα βουνά για τα οποία ο Έγελος έλεγε ότι έτσι είναι, με υποταγή και ελευθερία; Ο Τσέλαν γράφει: ... η γη τρεις φορές, και είναι ανοιχτή στη μέση, και στη μέση υπάρχει νερό, και το νερό είναι πράσινο, και το πράσινο είναι λευκό και το λευκό έρχεται από ακόμα πιο ψηλά, έρχεται από τους παγετώνες ...
Πάνω από και πέρα από αυτή τη σιωπή και την ασημαντότητα μιας πτύχωσης του εδάφους, το λεγόμενο βουνό, και για να διακοπεί ο θόρυβος του μπαστουνιού που χτυπά την πέτρα και τον αντίλαλο αυτού του ήχου από τους βράχους, πρέπει – ενάντια στη γλώσσα που χρησιμοποιείται εδώ – ένας αληθινός λόγος.

Εμανουέλ Λεβινάς, Πάουλ Τσέλαν, Από το Είναι στο Άλλο, μτφρ. Θωμάς Συμεωνίδης, εκδ. Σαιξπηρικόν

* * *

Στο δοκίμιο του Λεβινάς για τον Τσέλαν, ο Λεβινάς δεν προχωράει σε μια μεταστροφή της αισθητικής σε ηθική, καθώς ο ίδιος ο Τσέλαν το κάνει αυτό καταστατικά μέσα από την ποιητική του. Το ποίημα στον Τσέλαν είναι για τον Λεβινάς ήδη η σχέση προς τον άλλο, είναι ήδη η έκφραση της ηθικής. Ο ίδιος ο τίτλος, Από το είναι στο άλλο, δηλώνει την κίνηση ενός μεσημβρινού που περιλαμβάνει και συνδέει το είναι με το άλλο. Από αυτή την άποψη, η ετερότητα δεν είναι μόνο εσωτερική στο Είναι, αλλά και εξωτερική. Η αλήθεια, δεν εξαντλείται στο Είναι, όπως συμβαίνει για τον Χάιντεγκερ, αλλά μετατοπίζεται για τον Λεβινάς, διαρκώς και συστηματικά και πέρα του Είναι, χωρίς να διαρρηγνύεται η σχέση με το Είναι. Αυστηρά μέσα από το πρίσμα του συσχετισμού με τον άλλο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με οντολογία πλέον, αλλά με ηθική. Και εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι η ανάγνωση του Τσέλαν από τον Λεβινάς γίνεται μέσα από ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα. Ειδικότερα, τόσο Η συνομιλία στα βουνά, όσο και Ο μεσημβρινός, τα βασικά κείμενα του Τσέλαν στα οποία αναφέρεται διαρκώς ο Λεβινάς, διαμεσολαβούνται έτσι ώστε από τη μία, να υποτιμηθεί η εγγύτητα που παρουσιάζει η προσέγγιση του Τσέλαν με αυτή του Χάιντεγκερ, και από την άλλη, να αναδειχθεί το διαλογικό στοιχείο ανάμεσα σε ένα Εγώ και ένα Εσύ που αντλεί κυρίως από την προσέγγιση του Μάρτιν Μπούμπερ.

Θωμάς Συμεωνίδης, ‘Η Αισθητική στη Σκέψη του Εμμανουέλ Λεβινάς’, από το Επίμετρο της έκδοσης

Εξώφυλλο: Όσιαν Βουόνγκ, Στη Γη Είμαστε Πρόσκαιρα Υπέροχοι

ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ

Không có gì bằng cơm với cá.
Không có gì bằng má với con.
Βιετναμέζικο ρητό

Δὲν τὸ ’ξερες; Τῆς μάνας ἡ ἀγάπη
ἀγνοεῖ τὴν περηφάνια
ὅπως ἡ φωτιὰ
ἀγνοεῖ τὰ οὐρλιαχτὰ
αὐτοῦ ποὺ καίει. Γιέ μου,
ἀκόμα κι αὔριο
θὰ ἔχεις τὸ σήμερα. Δὲν τό ’ξερες;
Ὑπάρχουν ἄντρες ποὺ ἀγγίζουν στήθη
ὅπως θ’ ἄγγιζαν
τὶς κορυφὲς κρανίων. Ἄντρες
ποὺ κουβαλᾶνε ὄνειρα
πάνω ἀπὸ βουνὰ μὲ τοὺς νεκροὺς
στὴν πλάτη.
Μὰ μόνο μία μάνα μπορεῖ νὰ περπατήσει
μὲ τὸ φορτίο
δεύτερης παλλόμενης καρδιᾶς.
Ἠλίθιο ἀγόρι.
Μπορεῖς νὰ χαθεῖς μέσα σ’ ὁποιοδήποτε βιβλίο
μὰ ποτὲ δὲν θὰ ξεχαστεῖς
μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ θεὸς ξεχνάει
τὰ χέρια του.
Ὅταν σὲ ρωτήσουν
ἀπὸ ποῦ εἶσαι,
πές τους ὅτι τ’ ὄνομά σου
ἀρθρώθηκε ἀπὸ τὸ στόμα μιᾶς φαφούτας
πολεμίστριας.
Ὅτι δὲν γεννήθηκες
μὰ μπουσούλησες, μὲ τὸ κεφάλι —
μὲς στὴν πείνα τῶν σκυλιών. Γιέ μου, πές τους
τὸ σῶμα εἶναι λεπίδι ποὺ ἀκονίζεται
κόβοντας.

*

ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ

Τόσο νέοι ὥστε νὰ πιστεύουν πὼς τίποτα
δὲν θὰ τοὺς ἀλλάξει, μπαίνουν, χέρι-χέρι

στὸν κρατήρα τῆς ὀβίδας. Νύχτα ὅλη
μαῦρα δόντια. Τὸ ψεύτικο Ρόλεξ του, βδομάδες

πρὶν θρυμματιστεῖ πάνω στὸ μάγουλό της, τώρα σβήνει
σὰν μινιατούρα σελήνης μὲς στὰ μαλλιά της.

Σ’ αὐτὴ τὴν ἐκδοχή, τό φίδι εἶναι ἀκέφαλο — παγωμένο
σὰν κορδόνι λυμένο ἀπ’ ἀστραγάλους ἐραστῶν.

Τῆς σηκώνει τὴ λευκὴ βαμβακερὴ φούστα, φανερώνοντας
ἄλλη μία ὥρα. Τὸ χέρι του. Τᾶ χέρια του. Οἱ συλλαβὲς

βαθιά τους. Ἄχ πατέρα, ἄχ προμήνυμα, πιέσου
μέσα της — καθὼς ὁ ἀγρὸς σκίζεται

ἀπ’ τὶς κραυγὲς τῶν γρύλων. Δεῖξε μου πῶς τὸ ἐρείπιο φτιάχνει
σπιτικὸ ἀπὸ γοφούς. Ἄχ μάνα,

ἄχ μικροσκοπικὸ χέρι, μάθε μου
πῶς νὰ ἀγκαλιάζω ἕναν ἄντρα ὅπως ἡ δίψα

ἀγκαλιάζει τὸ νερό. Ἄς ζηλεύει κάθε ποτάμι
τὸ στόμα μας. Ἄς χτυπάει κάθε μας φιλὶ τὸ σῶμα

σὰν ἐποχή. .Ὅπου τὰ μῆλα βροντοῦν
στὴ γῆ σὰν κόκκινες ὁπλές. Κι ἐγὼ εἶμαι γιός σας.

Όσιαν Βουόνγκ, Νυχτερινός Ουρανός με Τραύματα Εξόδου, μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg

* * *

Ὁ ἄνεμος, ἀποπνικτικός, φορτωμένος μὲ τὴ ζέστη τοῦ αποκαλόκαιρου, σφύριζε σιγανὰ μέσα στὴν ἀποθήκη. Κόλλησα πάνω στὸ ἡλιοκαμένο δέρμα τοῦ, ζεστὸ ἀκόμη ἀπὸ μία ἡμέρα στὰ χωράφια. Τὰ δόντια τοῦ, φιλντισένια καὶ γερά, πιπίλισαν τὸ στῆθος, τὶς θηλές, τὸ στομάχι μοῦ. Κι ἐγὼ τὸν ἄφησα. Γιατὶ τίποτα δὲν μποροῦσαν νὰ μοῦ πάρουν, σκεφτόμουν, ἀφοῦ τὸ εἶχα ἤδη μόνος μοῦ παραχωρήσει. Τὰ ροῦχα ἔπεσαν ἀπὸ πάνω μᾶς σὰν ἐπίδεσμοι.
«Ἔλα νὰ τὸ κάνουμε». Ἦταν ἀπὸ πάνω μου καὶ ἡ φωνὴ τοῦ βγῆκε ζορισμένη καθὼς πάλευε νὰ βγάλει τὸ μποξεράκι του.
Ἔγνεψα καταφατικά.
«Θὰ τὸ κάνω σιγὰ σιγά, ἐντάξει;» Τὸ στόμα τοῦ μιὰ χαρακιὰ νιότης. «Εὔκολο θὰ ’ναι».
Γύρισα ―διστακτικά, συνεπαρμένος― πρὸς τὸ χωμάτινο δάπεδο, στήριξα τὸ μέτωπό μου στὸ μπράτσο μου καὶ περίμενα.
Τὸ σλὶπ μοῦ κατεβασμένο στοὺς ἀστραγάλους, ὁ Τρέβορ τοποθετημένος πίσω μου μὲ τὸ ἐφήβαιό τοῦ νὰ τρίβεται πάνω μου. Ἔφτυσε κάμποσες φορὲς τὸ χέρι τοῦ, ἔτριψε τὸ σάλιο ἀνάμεσα στὰ πόδια μοῦ, ὥσπου τὰ πάντα ἔγιναν πυκνὰ καὶ γλιστερὰ καὶ ἀδιαμφισβήτητα.
Κατέβασα πάλι τὸ κεφάλι. Μυρωδιὰ χώματος στὸ πάτωμα τῆς ἀποθήκης, σημάδια ἀπὸ χυμένη μπίρα σὲ ἔδαφος πλούσιο σὲ σίδηρο, κι ὁ ἦχος τοῦ βρεμμένου πούτσου τοῦ καθὼς ἐκεῖνος ἅπλωνε τὸ σάλιο πάνω τοῦ.
Ὅταν ἔσπρωξε νόμισα ὅτι θὰ οὐρλιάξω ― δὲν τὸ ’κανα ὅμως. Τὸ στόμα μοῦ γέμισε ἀπὸ τὸ ἁλάτι τοῦ δέρματος, ἔπειτα τὸ κόκαλο ἀπὸ κάτω καθὼς δάγκωνα τὸ χέρι μοῦ. Ὁ Τρέβορ σταμάτησε, δὲν εἶχε μπεῖ ὁλόκληρος ἀκόμη, ἀνακάθισε καὶ μὲ ρώτησε ἂν εἶναι ὅλα ἐντάξει.
«Δὲ ξέρω», εἶπα, κοιτώντας τὸ πάτωμα, μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα.
«Μὴ μοῦ μπήξεις πάλι τὰ κλάματα. Μὴ βάλεις τὰ κλάματα τώρα». Ἔφτυσε ἀκόμα ἕνα σβώλο σάλιου καὶ τὸν ἄφησε νὰ πέσει σ’ ὅλο τοῦ τὸ μῆκος. «Ἔλα νὰ ξαναπροσπαθήσουμε. Ἂν δὲν γίνεται θὰ σταματήσουμε τελείως».
«Ἐντάξει».
Αὐτὴ τὴ φορὰ ἔσπρωξε βαθύτερα, πίεσε ὅλο τοῦ τὸ βάρος μὲ δύναμη ― καὶ γλίστρησε μέσα μοῦ. Ὁ πόνος μιὰ λευκὴ σπίθα στὸ πίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ μοῦ. Δαγκώθηκα, τὸ κόκαλο τοῦ καρποῦ μοῦ ἄγγιξε τὸ περίγραμμα τῶν δοντιῶν μοῦ.
«Μπῆκα. Μπῆκα, μικρούλη». Ἡ φωνὴ τοῦ ἔσπασε ― ἡ ψιθυριστὴ κραυγὴ τρόμου ἑνὸς ἀγοριοῦ ποὺ κατάφερε νὰ πάρει ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἤθελε. «Μπῆκα», εἶπε κατάπληκτος. «Τὸ νιώθω. Γαμῶτο. Ὦ γαμῶτο».
Τοῦ εἶπα νὰ μείνει ἀκίνητος, καθὼς στηριζόμουν στὸ χωμάτινο πάτωμα καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνέλθω. Ἕνας πόνος μ’ ἔσφαζε ἀνάμεσα στὰ πόδια μου.
«Ἔλα νὰ συνεχίσουμε», εἶπε ἐκεῖνος. «Πρέπει νὰ συνεχίσω. Δὲν θέλω νὰ σταματήσω».
Πρὶν προφτάσω νὰ ἀπαντήσω, ὁ Τρέβορ μπαινόβγαινε ξανά, τὰ χέρια τοῦ φυτεμένα δεξιὰ ἀριστερὰ τοῦ κεφαλιοῦ τοῦ, κάψα νὰ ἀναδύεται ἀπ’ αὐτὰ καθὼς μοχθοῦσε. Ὁ χρυσὸς σταυρὸς τοῦ, ἐκεῖνος ποὺ ποτὲ δὲν ἔβγαζε, μὲ χτυποῦσε στὸ μάγουλο. Τὸν πῆρα στὸ στόμα μοῦ γιὰ νὰ τὸν σταθεροποιήσω. Εἶχε μιὰ γεύση ἀπὸ σκουριά, ἁλάτι καὶ Τρέβορ. Μὲ κάθε σπρωξιὰ νόμιζα ὅτι τὸ κεφάλι μοῦ πετοῦσε σπίθες ἀπὸ παντοῦ. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὁ πόνος ἔλειωσε σ’ ἕνα παράξενο βουβὸ ἄλγος, ἕνα ἀβαρὲς μούδιασμα ποὺ μὲ κυρίευσε σὰν μιὰ νέα, ἀκόμα θερμότερη ἐποχή. Ἕνα αἴσθημα ποὺ προκαλοῦσε ὄχι ἡ τρυφερότητα, ὅπως θὰ συνέβαινε μ’ ἕνα χάδι, ἀλλὰ τὸ σῶμα πού, μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐπιλογή, προσάρμοζε τὸν πόνο μαλακώνοντάς τὸν σὲ μιὰ ἀπόλαυση ἀπέραντη ποὺ ἁπλωνόταν παντοῦ. Εἶναι ὡραῖο νὰ εἶσαι δυνατότερος ἀπὸ τὸν δικὸ σοῦ πόνο.
Λέει ἡ Σιμόν Βέιγ: Ἡ ἀπόλυτη χαρὰ ἀποκλείει ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ συναίσθημα τῆς χαράς, γιατὶ μὲς στὴν ψυχὴ ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, δὲν ἔχει ἀπομείνει οὔτε μιὰ γωνιὰ γιὰ νὰ πεῖ «Ἐγώ».
Καθὼς ἐκεῖνος ἀγκομαχοῦσε πάνω μοῦ, ἅπλωσα ἀσυναίσθητα πίσω τὸ χέρι μοῦ ν’ ἀγγίξω τὸν ἑαυτὸ μοῦ, νὰ βεβαιωθῶ πὼς ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ, πὼς ἤμουν ἀκόμη ἐγώ, βρῆκα ὅμως τὸ χέρι τοῦ Τρέβορ — λὲς κι ἐπειδὴ ἤτανε μέσα μοῦ, ἀποτελοῦσε μιὰ νέα προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μοῦ. Οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι τὸ σὲξ ἦταν ἡ προσπάθεια δύο σωμάτων, διαχωρισμένων ἀπὸ καιρό, νὰ ἐπανέλθουν σὲ μία ἑνιαία ζωή. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πιστεύω, τότε ὅμως αὐτὸ ένιωσα· λὲς κι ἤμασταν δύο ἄνθρωποι ποὺ εξορύσσαμε ἕνα σῶμα καί, μέσω τῆς πράξης αὐτῆς, συγχωνευόμασταν, ὥσπου δὲν ἀπέμενε οὔτε μιὰ γωνιὰ γιὰ νὰ πεῖ Ἐγώ.

Όσιαν Βουόνγκ, Στη Γη Είμαστε Πρόσκαιρα Υπέροχοι, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg

Εξώφυλλο: Αλέξανδρος Σχισμένος, Μικρή Πραγματεία για τον Ερωτικό Χρόνο

Μια έξοχη εικόνα της εγκλωβισμένης ιδιωτικής χρονικότητας του ανεκπλήρωτου έρωτα μας δίνει ο Marcel Proust στον Ανακτημένο Χρόνο:

«Από αυτή τη στιγμή εκείνη έχει καταλάβει ότι, αν του προσφέρει μόνο τη συντροφιά ή τη φιλία της, αυτή η εύνοια θα φανεί τόσο σημαντική σε εκείνον που έχει πιστέψει ότι την έχει χάσει, ώστε αυτή μπορεί να αποφύγει να του παραχωρήσει κάτι περισσότερο και να επωφεληθεί από τη στιγμή που αυτός, μην μπορώντας πια να μην τη βλέπει, θα είναι πρόθυμος να τελειώσει με κάθε θυσία τον πόλεμο...»

Ο εραστής εδώ παρουσιάζεται παγιδευμένος και όμηρος στον ιδιωτικό χρόνο της ερωμένης, θρέφοντας τις επιθυμίες του με φαντάσματα μελλοντικών στιγμών. Η ερωτική σχέση περιγράφεται σαν Πόλεμος και η απειλή της Στέρησης ισοδυναμεί με την περιφρόνηση της Θυσίας, αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι πλέον η κυριαρχία, αλλά η υποτέλεια. Η ερωμένη του ανεκπλήρωτου έρωτα εδώ δεν είναι το απρόσιτο αντικείμενο του πνευματικού πόθου όπως η Δέσποινα του ιπποτικού έρωτα, ούτε το παιγνιώδες υποκείμενο του σωματικού πόθου, όπως η Παμπινέα του Βοκκάκιου. Είναι το ενεργό υποκείμενο της ψυχικής άρνησης. Ο εραστής δεν έχει να αντιμετωπίσει ούτε την κοσμολογική ετερονομία των ψυχών, ούτε την αισθησιακή ετερονομία των σωμάτων, αλλά την ανυπέρβλητη άρνηση μιας αυθεντικής αυτονομίας. Ο δρόμος εκπλήρωσης του Έρωτα μπλοκάρεται από το ίδιο το αντικείμενο του πόθου, την ερωμένη που όμως, ως αυτόνομη υποκειμενικότητα, είναι επίσης το υποκείμενο της άρνησης.
Μετά την θανάτωση της Θείας ετερονομίας και μετά την εσωτερίκευση του Θανάτου στην ανθρώπινη αυτονομία, ο νεωτερικός ανεκπλήρωτος έρωτας εμφανίζεται ως η ετερονομία της σχέσης, η ετερονομία του Εγώ που προκύπτει ως η αρνητικότητα της αυτονομίας του Άλλου.
Κι όμως, στην νεωτερική ερωτική σχέση, η οποία δομείται σαν Πόλεμος, δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο παρά μόνο για την κυριαρχία του ενός ή του άλλου, για την αφομοίωση της αυτονομίας του ενός μέσα στην αυτονομία του άλλου, για τον αναδιπλασιασμό της ετερονομίας.
Ακόμη και εκπληρωμένος, ο νεωτερικός έρωτας παραμένει ετερόνομος, καθώς η εκπλήρωση ισοδυναμεί με την συμβολική Θυσία του εαυτού μέσω της Υποταγής. Ακόμη και μετά τη ‘νίκη’, μια σχέση που δομήθηκε μέσα στην ετερονομία της πολεμικής προσπάθειας, ακυρώνει και τις δύο αυτονομίες, τις αναδεικνύει ως επίπλαστες, και ο Πόλεμος συνεχίζεται.
Υπ’ αυτή την έννοια, η ερωτική σχέση, αν συντίθεται με όρους Κυριαρχίας μένει ουσιωδώς ανεκπλήρωτη, αφού βαθαίνει και οχυρώνει την ψυχική απομόνωση στον εαυτό ακόμη και την στιγμή της σωματικής συνένωσης. Σαν ουσιωδώς ανεκπλήρωτη, οδηγεί στην υπέρβαση του Εγώ μόνο στο βαθμό που δεν εκπληρώνεται, σαν πόθος εκπλήρωσης που υπάρχει μόνο στο βαθμό που είναι απρόσιτος. Ο εραστής νιώθει τον έρωτά του να μεγαλώνει όσο τείνει προς την εκπλήρωση, αλλά να εξατμίζεται όταν εκπληρωθεί. Είναι η ίδια η φύση του ετερόνομου κυριαρχικού Έρωτα που δικαιώνει την άρνηση της ερωμένης.
Η ερωμένη μπορεί να διατηρεί την αυτονομία της μόνο αν είναι συνάμα αντικείμενο της άρνησης. Τη στιγμή που εγκαταλείπει την άρνηση, χάνει την υποκειμενικότητά της, χάνει την αυτονομία της.
Αυτό συμβαίνει γιατί εξαρχής, το αντικείμενο του πόθου δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη υποκειμενικότητα αλλά ως αυτόνομη αρχή ετερονομίας, υπεύθυνη για τον πόθο που προκαλεί και τον οποίο αρνείται και τον οποίο επιτείνει μέσω της άρνησής της. Σαν αρχή ετερονομίας, η άρνησή της, το ύστατο δικαίωμα της αυτονομίας της, δεν μπορεί να καμφθεί, μπορεί μόνο να εκμηδενιστεί. Και καθώς στην ετερόνομη ερωτική σχέση τελεστής είναι το σχήμα της Στέρησης, αυτή η εκμηδένιση της άρνησης ισοδυναμεί με ακύρωση της ερωτικής σχέσης, που συνάφθηκε ως σχέση κυριαρχίας. Μετά την ισοπέδωση της Καρχηδόνας οι Ρωμαίοι όργωναν το χώμα με αλάτι. Παρομοίως, ο ετερόνομος έρωτας μόνο αποκαλυπτικά μπορεί να εκπληρωθεί, καθώς ορίζεται από τις απωθήσεις του παρελθόντος και όχι από τις δυνατότητες του μέλλοντος.
Η κυριαρχική ερωτική σχέση ανάμεσα σε δυο αντιθετικές αυτονομίες, δείχνει πως και οι δύο αυτές αυτονομίες είναι επίπλαστες. Χωρίς βλέψη και έρεισμα στην κοινωνική αυτονομία, η ατομική αυτονομία μένει ανάπηρη και επιρρεπής στην ετερονομία των κοινωνικών φαντασιακών σημασίων.

Αλέξανδρος Σχισμένος, Μικρή Πραγματεία για τον Ερωτικό Χρόνο, εκδ. Redmarks

Εξώφυλλο: Μαριέλ Νικόδημος, 40 Γράμματα Πένθους: Επιστολική Κομεντί

Αγαπημένη μου,
Βλέπεις πόσο καλή σκηνοθέτις είμαι, βλέπεις πώς οργανώνω μεθοδικά τον αφανισμό μου, με ανθρωπιά και αξιοπρέπεια, ο μεγάλος πόνος δεν βοηθά τη ζωή, η αγρύπνια ναρκώνει σιγά σιγά τις επιθυμίες, βαδίζω σιωπηρά προς το τέλος· δεν είναι έγκλημα να πεθαίνεις από παράφορη αγάπη. Δεν λύγισα και το ξέρεις, δεν συγχρωτίστηκα με εγκληματίες, με κιβδηλοποιούς, με κλέφτες, είδα πολλές φορές το ξημέρωμα, την ώρα που το μαύρο μετανιώνει για την επιμονή του και υποχωρεί, η νύχτα λυγίζει, εγώ όχι. «Πάμε να φύγουμε από δω» μου λέει ο Αυτοκράτορας, αλλά κανείς δεν του απαντά, ούτε Εγώ ούτε Εκείνη. Πάλεψα, αντιστάθηκα, κρατήθηκα γιατί σε είχα δει να σκοτώνεις, δεν θέλω να μετρήσω τις δολοφονικές σου απόπειρες εναντίον μου, θυμάμαι αμυδρά την τελευταία, τη χθεσινή. Την έγραψα με μαύρο μολύβι, τη μίλησα στη σιωπή, κι ύστερα είπα ήρθε η ώρα: βούτηξα τα χέρια μου σε σινική μελάνη και άφησα τα δακτυλικά μου αποτυπώματα πάνω στις λέξεις με το μολύβι, ήταν λέξεις αληθινές όπως εκείνες που γράφαμε παλιά στο σχολείο, αυτές που τώρα ψέγεται, στον σκουπιδότοπό του, ο μέγας και τρανός αυνανιστής σου, το γελοίο υποκείμενο, το καρκίνωμα που θα σε τελειώσει. Κάθε φορά που ακουμπά το χέρι στο αιδοίο σου φτύνω αίμα, έτσι το καταλαβαίνω, έτσι βιώνω τις ανάπηρες και αποτυχημένες συνουσίες σας, την ώρα που αγκομαχείς καταπίνοντας μισό γραμμάριο ασθενικό σπέρμα για να το κάνεις εμετό στα δημόσια ουρητήρια. Πάλι τον κουβαλήσανε απόψε δυο λεγεωνάριοι στην Cloaca με την κωλοτρυπίδα να πυορροεί. Τον ακουμπάς αλλά πάσχει από αφλογιστία, φοράς το πλαστικό γάντι και ερεθίζεται, αλλά that’s all και το ξέρεις· δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, ονειρεύεσαι το σώμα μου, ονειρεύεσαι την αγκαλιά μου, ονειρεύεσαι τα χάδια μου. Όχι, δεν ντρέπομαι, ήταν όμορφα, γλυκά και αθώα, ήταν αγάπη γεμάτη φως, έτσι την ένιωθα, έτσι τη ζούσα και έτσι τη ζω ακόμη, έτσι μου έλεγες χθες στο τηλέφωνο. Σε πίστεψα. «Πάμε» μου λέει ο Ηλιογάβαλος, «πάμε στην κόλαση, αφού το θέλεις, απόψε θα τα δεις όλα».
Ανοίγει το καπάκι και κατεβαίνουμε στην Cloaca, κρατώ τα κομμένα χέρια μου, το αίμα στάζει πάνω στο χώμα, πάνω στη βρόμα, πάνω στα ερπετά, πάνω στα περιττώματα, αλλά πάντα κυκλικά, συμμετρικά, οι κόκκινες βούλες η μια μετά την άλλη. Περνάμε από δαιδαλώδεις διαδρόμους, στην άκρη περιμένει γυμνή η αδελφή Ζηναΐς, με σπρώχνει πάνω σε έναν βρόμικο καναπέ και παίρνει την τσάντα μου. «Πρέπει να ειδοποιήσουμε κάποιον δικό της» λέει και παίζει με το τηλέφωνό μου. «Δεν έχω κανέναν» της απαντώ. Δίπλα από μένα, πάνω σε μια σανίδα, ο πορνοκόπος σου, από την κωλοτρυπίδα του ένας λόχος σαρκοβόρες πεταλούδες, οι δικές σου. «Thysania agrippinahomicidarius;» του λέω ειρωνικά· δεν απαντά. Τα μάτια του είναι γυρισμένα, στα γένια του κίτρινοι αφροί, αυτό που ακούγεται δεν είναι ροχαλητό αλλά επιθανάτιος ρόγχος. Τα κατάφερα, τον σκότωσα, τον αφάνισα, με μια απλή κίνηση, με μια προσευχή, με ένα παράπονο, με ένα ξόρκι που δεν έχω πει σε κανέναν, ένα ξόρκι που είναι ραμμένο, αν κάποτε το ξεχάσω, στο πανί με τα γαλάζια πουλιά. Γι’ αυτό επιμένω να μου το επιστρέψεις, δεν θέλω να αφήνω φονικό όπλο στα χέρια σου, φοβάμαι πως θα κάνεις κατάχρηση. Έρχονται δυο λεγεωνάριοι, παίρνουν όλα μου τα πράγματα, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω, δεν έχω φωνή, χτυπιέμαι σαν ψάρι, με δένουν με δυο πέτσινα λουριά και μου δίνουν να πιω το κάτουρό τους, δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Από πάνω μου η Ζηναΐς, γυμνή όπως είναι εκπέμπει μια παράξενη, μια αρρωστημένη θερμότητα. Βάζει στο χέρι μου ένα ξύλινο ψάρι σαν αυτά του Βιτρούβιου και με ρωτάει «Τι κάνει η καλή σου;» Προσπαθώ να της δώσω να καταλάβει πως δεν μπορώ να μιλήσω. «Αύριο» μου λέει και φεύγει. Σκοτάδι. Ακούω μόνο τον Ηλιογάβαλο να ουρλιάζει: «Πλάνο 37».
Ξύπνησα στον ίδιο σκοτεινό διάδρομο δεμένη πάνω στον ίδιο βρόμικο καναπέ, μόνη μου, με το ξύλινο σκαλιστό ψάρι δίπλα μου· εφιαλτικό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτά τα ξυλόγλυπτα ψάρια με αναστατώνουν, τώρα τα βλέπω παντού, πολλαπλασιάζονται, πετούν, απειλούν, χτυπούν πάνω μου με δύναμη και το δέρμα μου γεμίζει κόκκινες κηλίδες, θαρρώ πως είναι σαρκοβόρα, πως θα με φάνε ζωντανή, όλο και πιο ξύλινα, όλο και πιο σκαλιστά, όλο και πιο υστερικά. Περιμένω να μάθω γιατί ξέρω πως μια ζαριά ποτέ δεν θα καταργήσει το τυχαίο, έφτασα ίσαμε εδώ για να γνωρίσω καλύτερα αυτή που με τράβηξε στον σκουπιδότοπο και με κουρέλιασε, αυτή που πίσω από τη θλίψη του θύματος κρύβει τον θύτη. Εσένα.

Μαριέλ Νικόδημος, 40 Γράμματα Πένθους: Επιστολική Κομεντί, εκδ. Εξάντας

Εξώφυλλο: Ζαν-Λικ Νανσί, Ο Παρείσακτος

Ο παρείσακτος εισδύει διά της βίας, αιφνιδιαστικά ή ύπουλα, σε κάθε περίπτωση χωρίς να το δικαιούται και χωρίς να έχει γίνει εκ των προτέρων δεκτός. Στον ξένο πρέπει να υπάρχει ο παρείσακτος, ειδάλλως χά­νει την ξενότητά του. Αν έχει ήδη δικαίωμα εισόδου και παραμονής, αν τυγχάνει αναμονής και αποδοχής χωρίς τίποτα από αυτόν να παραμένει απρόσμενο και απορριπτέο, δεν είναι πια παρείσακτος, αλλά δεν εί­ναι πια ούτε και ξένος. Έτσι, δεν είναι ούτε λογικά παραδεκτό ούτε ηθικά αποδεκτό να αποκλειστεί κά­θε παρείσφρηση κατά την έλευση του ξένου.

Από τη στιγμή που είναι εδώ, αν μένει ξένος, και για όσο διάστημα παραμένει τέτοιος, αντί απλά να «πολιτογραφηθεί», η έλευσή του δεν σταματά: αυτός εξακολουθεί να έρχεται, και ο ερχομός του δεν παύει να είναι από μιαν άποψη μια παρείσφρηση: δηλαδή να στερείται δικαιωμάτων και οικειότητας, να μη χαί­ρει εξοικείωσης, και να συνιστά, αντίθετα, μια ενόχλη­ση, μια διατάραξη της πιο βαθιάς μας εσωτερικότητας.

Αυτό καλούμαστε να σκεφτούμε, και συνεπώς να κάνουμε πράξη: Αλλιώς, η ξενότητα του ξένου εξα­λείφεται προτού καν ο ίδιος διαβεί το κατώφλι μας, δεν πρόκειται πια γι’ αυτήν. Η υποδοχή του ξένου πρέπει να είναι επίσης βίωση της παρείσφρησής του. Συνηθέστερα, δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε: το μοτίβο του παρείσακτου είναι αυτό καθαυτό μια παρείσφρηση στην ηθική μας ορθότητα (συνιστά, μά­λιστα, ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα του politically correct). Εντούτοις, είναι αδιαχώριστο από την αλή­θεια του ξένου. Η εν λόγω ηθική ορθότητα προϋποθέ­τει πως δεχόμαστε τον ξένο απαλείφοντας στο κατώ­φλι μας την ξενότητά του: Θέλει, λοιπόν, να μην τον έχουμε καν δεχτεί. Αλλά ο ξένος επιμένει, και παρει­σφρέει. Αυτό ακριβώς δεν είναι εύκολο να αποδεχθού­με, ίσως ούτε καν να συλλάβουμε…

Ζαν-Λικ Νανσί, Ο Παρείσακτος, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, εκδ. Petites Maisons

Εξώφυλλο: Γιάννης Αντιόχου, Αυτός ο Κάτω Ουρανός

Το δικό του άλμα
διαλέγει ο άνθρωπος·
έπειτα
την πόρτα μισανοίγοντας
αποχαιρετά τον Θεό του

Τον έχω δει
πολλές φορές

Αυτός·
τον λώρο του χρόνου
τεντώνοντας
—επιδέξια δάχτυλα—
κόμπους σφίγγοντας
αίμα στάζοντας

Ύστερα
μέσα στο σκοτάδι
σηκώνει κανείς το κεφάλι
ανατέλλοντας ή δύοντας

στο φως Του

*

Schwanengesang

Όταν κοπάσει ο θρήνος των πουλιών, στην απλόχωρη νύχτα που συχωράει τη θύμηση, θα υποκρίνομαι πως ποτέ δεν υπήρξες.

Ήσουν το επιδέξιο μαχαίρι στις κατάστικτες λέξεις· η λαθραία φωνή σκαλίζοντας δυο πράσινα κηπάκια στον απέναντι δρόμο —οι χλωροί μας τάφοι.

Άκου! Θέλω να σου πω την αλήθεια: Αυτό π’ αρχίνησε στο βόρειο δάσος πρέπει τώρα να τελειώσει. Να μην υπάρχει. Να μην υπάρχει εδώ, στον κάτω ουρανό, που οι άνθρωποι θα καρφώσουν τα λουλούδια τους όταν θ’ ακουστεί το τραγούδι του κύκνου.

Να μην υπάρχει εδώ, στον κάτω ουρανό, όταν ανέγγιχτα μέσα στη μεγάλη νύχτα —δυο σώματα γυμνά σε κουκούλια ανθρακονήματος— θα επωαζόμαστε στον ουράνιο κατακλυσμό περιφέροντας στον γαλαξία τον Θεό που σκοτώσαμε

—αναζητώντας τα πουλιά, ψηλά, ψηλότερα, ανάμεσα στ’ άστρα.

Στις παραμορφωμένες σου πεδιάδες θερίζω τα μάτια της άνοιξης. Τα γαλάζια σου λουλούδια φωτίζουνε τον δρόμο του βασιλιά. Στο κεφάλι μου, σ’ εκείνο το παλιό τραύμα που στάζει η αγάπη, φύτρωσε ένα περιστρεφόμενο κουμπί. Έχω δυναμώσει τη φωνή όλου του κόσμου για ν’ αντέξω τη σιωπή.

Είναι τόσο απλό: Όταν ταυτίζονται οι ώρες, οι ψυχές δεν αντέχουν· εμείς αγαπήσαμε, εμείς πολεμήσαμε.

Άκου! Θέλω, όταν ξαπλώνεις, να καπνίζεις τ’ άστρα.

Γιάννης Αντιόχου, Αυτός ο Κάτω Ουρανός, εκδ. Ίκαρος

Εξώφυλλο: Ρενέ Σαρ, Παρέμβαση: Περιοδικό Λόγου και Τέχνης, 200
LETTERA AMOROSA [απόσπασμα] - René Char

Είσαι ηδονή, με κάθε κύμα να χωρίζεται απ’ όσα το ακολουθάνε. Κι επί τέλους όλα τους ταυτόχρονα σκάνε. Η θάλασσα βρίσκει τα θεμέλιά της η ίδια, επινοεί τον εαυτό της. Είσαι ηδονή, είσαι σπασμών κοράλλι.

Ποιος δεν έχει ονειρευτεί, περπατώντας σε βουλεβάρτα πόλεων, έναν κόσμο που, αντί να ξεκινάει με τα λόγια, ν’ άρχιζε με τις προθέσεις;

Τα λόγια μας αργούνε να μας φτάσουν, σαν νά ’χαν μέσα τους, έτσι χωρισμένα, επαρκείς οπούς για να μείνουν κλειστά έναν χειμώνα ολόκληρο· ή μάλλον, σάμπως, κυνηγημένα στα άκρα της σιωπηλής απόστασης, να του ήταν απαγορευμένο να γκρεμίζονται και να ενώνονται πάλι. Η φωνή μας κυλάει απ’ τον έναν στον άλλον· αλλά κάθε λεωφόρος, κάθε πέργκολα, κάθε άλσος, την τραβάει προς το μέρος του, καθυστερεί, τη ρωτάει. Και όλα πρόσχημα είναι απλώς, της επιβραδύνσεως χάριν.

Πολύ συχνά μιλάω μόνο για σένα, για να με αποξεχνάει η γη. Μετά τον άνεμο ήταν πάντοτε ωραιότερα, κι ας συνεχιζότανε της φύσης ο πόνος.

Μόλις επέστρεψα. Και περπάτησα πολύ. Είσαι η Αέναη. Ανάβω φωτιά. Στης πανάκειας κάθομαι την πολιθρόνα. Μες στων βαρβαρικών φλογών τις πτυχώσεις η κόπωσή μου κλιμακώνεται, ανεβαίνει. Μεταμόρφωση καλόβολη που με τη μοιραία εναλλάσσεται.

Έξω σέρνεται η ανώδυνη μέρα, και οι βέργες στις ιτιές παραιτούνται και πλέον δεν δέρνουν. Ψηλότερα υπάρχει το μέτρο του λαγκαδιού που οι υλακές το σκίζουν των σκυλιών και των κυνηγών τα σκουξίματα.

Η αψίδα μας, το τέλειο τόξο, ναυαγεί μόλις φτάνει στο απόγειό της. Στα συντρίμμια και τη σκόνη της επανεμφανίζεται ο νεογένννητος άντρας. Ήδη μισός υγρό, μισός ανθός ήδη.

Τις νύχτες του ζευγαρώματος φλέγεται η γη. Συνωμοσία νεκρών κλαδιών να στηθεί και να σταθεί θα ’ταν αδύνατο.

Αν δεν υπήρχαν άλλοι στη γη από εμάς, θα ήμασταν, αγάπη μου, χωρίς συμμάχους και χωρίς συνεργούς. Αφελείς πρόδρομοι ή επιζώντες κατάπληκτοι.

Η άσκηση της ζωής, κάτι μάχες χωρίς έκβαση, αλλά με κίνητρα ισχυρά, με δίδαξαν να κοιτάζω το ανθρώπινο πρόσωπο από τη γωνία εκείνη του ουρανού που έχει το γαλάζιο της καταιγίδας να τού ’ναι ευνοϊκότερο.
Όλο το στόμα και όλη η πείνα για κάτι καλύτερο απ’ το φως (ολοένα κόβεται κι άλλο, ολοένα και πιο συγκλονιστικό) σπάει τις αλυσίδες, αποδεσμεύεται, απελευθερώνεται.

Όποιος αγρυπνάει στην κορυφή της ηδονής είναι ίσος με τον ήλιο όπως και με τη νύχτα. Και όποιος αγρυπνάει δεν έχει φτερά, δεν είναι διώκτης.

μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, Παρέμβαση: Περιοδικό Λόγου και Τέχνης, 200

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑