
ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
Không có gì bằng cơm với cá.
Không có gì bằng má với con.
Βιετναμέζικο ρητό
Δὲν τὸ ’ξερες; Τῆς μάνας ἡ ἀγάπη
ἀγνοεῖ τὴν περηφάνια
ὅπως ἡ φωτιὰ
ἀγνοεῖ τὰ οὐρλιαχτὰ
αὐτοῦ ποὺ καίει. Γιέ μου,
ἀκόμα κι αὔριο
θὰ ἔχεις τὸ σήμερα. Δὲν τό ’ξερες;
Ὑπάρχουν ἄντρες ποὺ ἀγγίζουν στήθη
ὅπως θ’ ἄγγιζαν
τὶς κορυφὲς κρανίων. Ἄντρες
ποὺ κουβαλᾶνε ὄνειρα
πάνω ἀπὸ βουνὰ μὲ τοὺς νεκροὺς
στὴν πλάτη.
Μὰ μόνο μία μάνα μπορεῖ νὰ περπατήσει
μὲ τὸ φορτίο
δεύτερης παλλόμενης καρδιᾶς.
Ἠλίθιο ἀγόρι.
Μπορεῖς νὰ χαθεῖς μέσα σ’ ὁποιοδήποτε βιβλίο
μὰ ποτὲ δὲν θὰ ξεχαστεῖς
μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ θεὸς ξεχνάει
τὰ χέρια του.
Ὅταν σὲ ρωτήσουν
ἀπὸ ποῦ εἶσαι,
πές τους ὅτι τ’ ὄνομά σου
ἀρθρώθηκε ἀπὸ τὸ στόμα μιᾶς φαφούτας
πολεμίστριας.
Ὅτι δὲν γεννήθηκες
μὰ μπουσούλησες, μὲ τὸ κεφάλι —
μὲς στὴν πείνα τῶν σκυλιών. Γιέ μου, πές τους
τὸ σῶμα εἶναι λεπίδι ποὺ ἀκονίζεται
κόβοντας.
*
ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ
Τόσο νέοι ὥστε νὰ πιστεύουν πὼς τίποτα
δὲν θὰ τοὺς ἀλλάξει, μπαίνουν, χέρι-χέρι
στὸν κρατήρα τῆς ὀβίδας. Νύχτα ὅλη
μαῦρα δόντια. Τὸ ψεύτικο Ρόλεξ του, βδομάδες
πρὶν θρυμματιστεῖ πάνω στὸ μάγουλό της, τώρα σβήνει
σὰν μινιατούρα σελήνης μὲς στὰ μαλλιά της.
Σ’ αὐτὴ τὴν ἐκδοχή, τό φίδι εἶναι ἀκέφαλο — παγωμένο
σὰν κορδόνι λυμένο ἀπ’ ἀστραγάλους ἐραστῶν.
Τῆς σηκώνει τὴ λευκὴ βαμβακερὴ φούστα, φανερώνοντας
ἄλλη μία ὥρα. Τὸ χέρι του. Τᾶ χέρια του. Οἱ συλλαβὲς
βαθιά τους. Ἄχ πατέρα, ἄχ προμήνυμα, πιέσου
μέσα της — καθὼς ὁ ἀγρὸς σκίζεται
ἀπ’ τὶς κραυγὲς τῶν γρύλων. Δεῖξε μου πῶς τὸ ἐρείπιο φτιάχνει
σπιτικὸ ἀπὸ γοφούς. Ἄχ μάνα,
ἄχ μικροσκοπικὸ χέρι, μάθε μου
πῶς νὰ ἀγκαλιάζω ἕναν ἄντρα ὅπως ἡ δίψα
ἀγκαλιάζει τὸ νερό. Ἄς ζηλεύει κάθε ποτάμι
τὸ στόμα μας. Ἄς χτυπάει κάθε μας φιλὶ τὸ σῶμα
σὰν ἐποχή. .Ὅπου τὰ μῆλα βροντοῦν
στὴ γῆ σὰν κόκκινες ὁπλές. Κι ἐγὼ εἶμαι γιός σας.
Όσιαν Βουόνγκ, Νυχτερινός Ουρανός με Τραύματα Εξόδου, μτφρ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg
* * *
Ὁ ἄνεμος, ἀποπνικτικός, φορτωμένος μὲ τὴ ζέστη τοῦ αποκαλόκαιρου, σφύριζε σιγανὰ μέσα στὴν ἀποθήκη. Κόλλησα πάνω στὸ ἡλιοκαμένο δέρμα τοῦ, ζεστὸ ἀκόμη ἀπὸ μία ἡμέρα στὰ χωράφια. Τὰ δόντια τοῦ, φιλντισένια καὶ γερά, πιπίλισαν τὸ στῆθος, τὶς θηλές, τὸ στομάχι μοῦ. Κι ἐγὼ τὸν ἄφησα. Γιατὶ τίποτα δὲν μποροῦσαν νὰ μοῦ πάρουν, σκεφτόμουν, ἀφοῦ τὸ εἶχα ἤδη μόνος μοῦ παραχωρήσει. Τὰ ροῦχα ἔπεσαν ἀπὸ πάνω μᾶς σὰν ἐπίδεσμοι.
«Ἔλα νὰ τὸ κάνουμε». Ἦταν ἀπὸ πάνω μου καὶ ἡ φωνὴ τοῦ βγῆκε ζορισμένη καθὼς πάλευε νὰ βγάλει τὸ μποξεράκι του.
Ἔγνεψα καταφατικά.
«Θὰ τὸ κάνω σιγὰ σιγά, ἐντάξει;» Τὸ στόμα τοῦ μιὰ χαρακιὰ νιότης. «Εὔκολο θὰ ’ναι».
Γύρισα ―διστακτικά, συνεπαρμένος― πρὸς τὸ χωμάτινο δάπεδο, στήριξα τὸ μέτωπό μου στὸ μπράτσο μου καὶ περίμενα.
Τὸ σλὶπ μοῦ κατεβασμένο στοὺς ἀστραγάλους, ὁ Τρέβορ τοποθετημένος πίσω μου μὲ τὸ ἐφήβαιό τοῦ νὰ τρίβεται πάνω μου. Ἔφτυσε κάμποσες φορὲς τὸ χέρι τοῦ, ἔτριψε τὸ σάλιο ἀνάμεσα στὰ πόδια μοῦ, ὥσπου τὰ πάντα ἔγιναν πυκνὰ καὶ γλιστερὰ καὶ ἀδιαμφισβήτητα.
Κατέβασα πάλι τὸ κεφάλι. Μυρωδιὰ χώματος στὸ πάτωμα τῆς ἀποθήκης, σημάδια ἀπὸ χυμένη μπίρα σὲ ἔδαφος πλούσιο σὲ σίδηρο, κι ὁ ἦχος τοῦ βρεμμένου πούτσου τοῦ καθὼς ἐκεῖνος ἅπλωνε τὸ σάλιο πάνω τοῦ.
Ὅταν ἔσπρωξε νόμισα ὅτι θὰ οὐρλιάξω ― δὲν τὸ ’κανα ὅμως. Τὸ στόμα μοῦ γέμισε ἀπὸ τὸ ἁλάτι τοῦ δέρματος, ἔπειτα τὸ κόκαλο ἀπὸ κάτω καθὼς δάγκωνα τὸ χέρι μοῦ. Ὁ Τρέβορ σταμάτησε, δὲν εἶχε μπεῖ ὁλόκληρος ἀκόμη, ἀνακάθισε καὶ μὲ ρώτησε ἂν εἶναι ὅλα ἐντάξει.
«Δὲ ξέρω», εἶπα, κοιτώντας τὸ πάτωμα, μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα.
«Μὴ μοῦ μπήξεις πάλι τὰ κλάματα. Μὴ βάλεις τὰ κλάματα τώρα». Ἔφτυσε ἀκόμα ἕνα σβώλο σάλιου καὶ τὸν ἄφησε νὰ πέσει σ’ ὅλο τοῦ τὸ μῆκος. «Ἔλα νὰ ξαναπροσπαθήσουμε. Ἂν δὲν γίνεται θὰ σταματήσουμε τελείως».
«Ἐντάξει».
Αὐτὴ τὴ φορὰ ἔσπρωξε βαθύτερα, πίεσε ὅλο τοῦ τὸ βάρος μὲ δύναμη ― καὶ γλίστρησε μέσα μοῦ. Ὁ πόνος μιὰ λευκὴ σπίθα στὸ πίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ μοῦ. Δαγκώθηκα, τὸ κόκαλο τοῦ καρποῦ μοῦ ἄγγιξε τὸ περίγραμμα τῶν δοντιῶν μοῦ.
«Μπῆκα. Μπῆκα, μικρούλη». Ἡ φωνὴ τοῦ ἔσπασε ― ἡ ψιθυριστὴ κραυγὴ τρόμου ἑνὸς ἀγοριοῦ ποὺ κατάφερε νὰ πάρει ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἤθελε. «Μπῆκα», εἶπε κατάπληκτος. «Τὸ νιώθω. Γαμῶτο. Ὦ γαμῶτο».
Τοῦ εἶπα νὰ μείνει ἀκίνητος, καθὼς στηριζόμουν στὸ χωμάτινο πάτωμα καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνέλθω. Ἕνας πόνος μ’ ἔσφαζε ἀνάμεσα στὰ πόδια μου.
«Ἔλα νὰ συνεχίσουμε», εἶπε ἐκεῖνος. «Πρέπει νὰ συνεχίσω. Δὲν θέλω νὰ σταματήσω».
Πρὶν προφτάσω νὰ ἀπαντήσω, ὁ Τρέβορ μπαινόβγαινε ξανά, τὰ χέρια τοῦ φυτεμένα δεξιὰ ἀριστερὰ τοῦ κεφαλιοῦ τοῦ, κάψα νὰ ἀναδύεται ἀπ’ αὐτὰ καθὼς μοχθοῦσε. Ὁ χρυσὸς σταυρὸς τοῦ, ἐκεῖνος ποὺ ποτὲ δὲν ἔβγαζε, μὲ χτυποῦσε στὸ μάγουλο. Τὸν πῆρα στὸ στόμα μοῦ γιὰ νὰ τὸν σταθεροποιήσω. Εἶχε μιὰ γεύση ἀπὸ σκουριά, ἁλάτι καὶ Τρέβορ. Μὲ κάθε σπρωξιὰ νόμιζα ὅτι τὸ κεφάλι μοῦ πετοῦσε σπίθες ἀπὸ παντοῦ. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ὁ πόνος ἔλειωσε σ’ ἕνα παράξενο βουβὸ ἄλγος, ἕνα ἀβαρὲς μούδιασμα ποὺ μὲ κυρίευσε σὰν μιὰ νέα, ἀκόμα θερμότερη ἐποχή. Ἕνα αἴσθημα ποὺ προκαλοῦσε ὄχι ἡ τρυφερότητα, ὅπως θὰ συνέβαινε μ’ ἕνα χάδι, ἀλλὰ τὸ σῶμα πού, μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐπιλογή, προσάρμοζε τὸν πόνο μαλακώνοντάς τὸν σὲ μιὰ ἀπόλαυση ἀπέραντη ποὺ ἁπλωνόταν παντοῦ. Εἶναι ὡραῖο νὰ εἶσαι δυνατότερος ἀπὸ τὸν δικὸ σοῦ πόνο.
Λέει ἡ Σιμόν Βέιγ: Ἡ ἀπόλυτη χαρὰ ἀποκλείει ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ συναίσθημα τῆς χαράς, γιατὶ μὲς στὴν ψυχὴ ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο, δὲν ἔχει ἀπομείνει οὔτε μιὰ γωνιὰ γιὰ νὰ πεῖ «Ἐγώ».
Καθὼς ἐκεῖνος ἀγκομαχοῦσε πάνω μοῦ, ἅπλωσα ἀσυναίσθητα πίσω τὸ χέρι μοῦ ν’ ἀγγίξω τὸν ἑαυτὸ μοῦ, νὰ βεβαιωθῶ πὼς ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ, πὼς ἤμουν ἀκόμη ἐγώ, βρῆκα ὅμως τὸ χέρι τοῦ Τρέβορ — λὲς κι ἐπειδὴ ἤτανε μέσα μοῦ, ἀποτελοῦσε μιὰ νέα προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μοῦ. Οἱ Ἕλληνες πίστευαν ὅτι τὸ σὲξ ἦταν ἡ προσπάθεια δύο σωμάτων, διαχωρισμένων ἀπὸ καιρό, νὰ ἐπανέλθουν σὲ μία ἑνιαία ζωή. Δὲν ξέρω ἂν τὸ πιστεύω, τότε ὅμως αὐτὸ ένιωσα· λὲς κι ἤμασταν δύο ἄνθρωποι ποὺ εξορύσσαμε ἕνα σῶμα καί, μέσω τῆς πράξης αὐτῆς, συγχωνευόμασταν, ὥσπου δὲν ἀπέμενε οὔτε μιὰ γωνιὰ γιὰ νὰ πεῖ Ἐγώ.
Όσιαν Βουόνγκ, Στη Γη Είμαστε Πρόσκαιρα Υπέροχοι, μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg
