
Το δικό του άλμα
διαλέγει ο άνθρωπος·
έπειτα
την πόρτα μισανοίγοντας
αποχαιρετά τον Θεό του
Τον έχω δει
πολλές φορές
Αυτός·
τον λώρο του χρόνου
τεντώνοντας
—επιδέξια δάχτυλα—
κόμπους σφίγγοντας
αίμα στάζοντας
Ύστερα
μέσα στο σκοτάδι
σηκώνει κανείς το κεφάλι
ανατέλλοντας ή δύοντας
στο φως Του
*
Schwanengesang
Όταν κοπάσει ο θρήνος των πουλιών, στην απλόχωρη νύχτα που συχωράει τη θύμηση, θα υποκρίνομαι πως ποτέ δεν υπήρξες.
Ήσουν το επιδέξιο μαχαίρι στις κατάστικτες λέξεις· η λαθραία φωνή σκαλίζοντας δυο πράσινα κηπάκια στον απέναντι δρόμο —οι χλωροί μας τάφοι.
Άκου! Θέλω να σου πω την αλήθεια: Αυτό π’ αρχίνησε στο βόρειο δάσος πρέπει τώρα να τελειώσει. Να μην υπάρχει. Να μην υπάρχει εδώ, στον κάτω ουρανό, που οι άνθρωποι θα καρφώσουν τα λουλούδια τους όταν θ’ ακουστεί το τραγούδι του κύκνου.
Να μην υπάρχει εδώ, στον κάτω ουρανό, όταν ανέγγιχτα μέσα στη μεγάλη νύχτα —δυο σώματα γυμνά σε κουκούλια ανθρακονήματος— θα επωαζόμαστε στον ουράνιο κατακλυσμό περιφέροντας στον γαλαξία τον Θεό που σκοτώσαμε
—αναζητώντας τα πουλιά, ψηλά, ψηλότερα, ανάμεσα στ’ άστρα.
Στις παραμορφωμένες σου πεδιάδες θερίζω τα μάτια της άνοιξης. Τα γαλάζια σου λουλούδια φωτίζουνε τον δρόμο του βασιλιά. Στο κεφάλι μου, σ’ εκείνο το παλιό τραύμα που στάζει η αγάπη, φύτρωσε ένα περιστρεφόμενο κουμπί. Έχω δυναμώσει τη φωνή όλου του κόσμου για ν’ αντέξω τη σιωπή.
Είναι τόσο απλό: Όταν ταυτίζονται οι ώρες, οι ψυχές δεν αντέχουν· εμείς αγαπήσαμε, εμείς πολεμήσαμε.
Άκου! Θέλω, όταν ξαπλώνεις, να καπνίζεις τ’ άστρα.
Γιάννης Αντιόχου, Αυτός ο Κάτω Ουρανός, εκδ. Ίκαρος
