
Είσαι ηδονή, με κάθε κύμα να χωρίζεται απ’ όσα το ακολουθάνε. Κι επί τέλους όλα τους ταυτόχρονα σκάνε. Η θάλασσα βρίσκει τα θεμέλιά της η ίδια, επινοεί τον εαυτό της. Είσαι ηδονή, είσαι σπασμών κοράλλι.
Ποιος δεν έχει ονειρευτεί, περπατώντας σε βουλεβάρτα πόλεων, έναν κόσμο που, αντί να ξεκινάει με τα λόγια, ν’ άρχιζε με τις προθέσεις;
Τα λόγια μας αργούνε να μας φτάσουν, σαν νά ’χαν μέσα τους, έτσι χωρισμένα, επαρκείς οπούς για να μείνουν κλειστά έναν χειμώνα ολόκληρο· ή μάλλον, σάμπως, κυνηγημένα στα άκρα της σιωπηλής απόστασης, να του ήταν απαγορευμένο να γκρεμίζονται και να ενώνονται πάλι. Η φωνή μας κυλάει απ’ τον έναν στον άλλον· αλλά κάθε λεωφόρος, κάθε πέργκολα, κάθε άλσος, την τραβάει προς το μέρος του, καθυστερεί, τη ρωτάει. Και όλα πρόσχημα είναι απλώς, της επιβραδύνσεως χάριν.
Πολύ συχνά μιλάω μόνο για σένα, για να με αποξεχνάει η γη. Μετά τον άνεμο ήταν πάντοτε ωραιότερα, κι ας συνεχιζότανε της φύσης ο πόνος.
Μόλις επέστρεψα. Και περπάτησα πολύ. Είσαι η Αέναη. Ανάβω φωτιά. Στης πανάκειας κάθομαι την πολιθρόνα. Μες στων βαρβαρικών φλογών τις πτυχώσεις η κόπωσή μου κλιμακώνεται, ανεβαίνει. Μεταμόρφωση καλόβολη που με τη μοιραία εναλλάσσεται.
Έξω σέρνεται η ανώδυνη μέρα, και οι βέργες στις ιτιές παραιτούνται και πλέον δεν δέρνουν. Ψηλότερα υπάρχει το μέτρο του λαγκαδιού που οι υλακές το σκίζουν των σκυλιών και των κυνηγών τα σκουξίματα.
Η αψίδα μας, το τέλειο τόξο, ναυαγεί μόλις φτάνει στο απόγειό της. Στα συντρίμμια και τη σκόνη της επανεμφανίζεται ο νεογένννητος άντρας. Ήδη μισός υγρό, μισός ανθός ήδη.
Τις νύχτες του ζευγαρώματος φλέγεται η γη. Συνωμοσία νεκρών κλαδιών να στηθεί και να σταθεί θα ’ταν αδύνατο.
Αν δεν υπήρχαν άλλοι στη γη από εμάς, θα ήμασταν, αγάπη μου, χωρίς συμμάχους και χωρίς συνεργούς. Αφελείς πρόδρομοι ή επιζώντες κατάπληκτοι.
Η άσκηση της ζωής, κάτι μάχες χωρίς έκβαση, αλλά με κίνητρα ισχυρά, με δίδαξαν να κοιτάζω το ανθρώπινο πρόσωπο από τη γωνία εκείνη του ουρανού που έχει το γαλάζιο της καταιγίδας να τού ’ναι ευνοϊκότερο.
Όλο το στόμα και όλη η πείνα για κάτι καλύτερο απ’ το φως (ολοένα κόβεται κι άλλο, ολοένα και πιο συγκλονιστικό) σπάει τις αλυσίδες, αποδεσμεύεται, απελευθερώνεται.
Όποιος αγρυπνάει στην κορυφή της ηδονής είναι ίσος με τον ήλιο όπως και με τη νύχτα. Και όποιος αγρυπνάει δεν έχει φτερά, δεν είναι διώκτης.
μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, Παρέμβαση: Περιοδικό Λόγου και Τέχνης, 200
