προγραφές

Εξώφυλλο: Πολ Ελιάρ, Των Αλγηδόνων Πρωτεύουσα

ΑΠΟΥΣΙΕΣ, 2

Βγαίνω στὸ βραχίονα τῶν ἴσκιων,
Εἶμαι ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἴσκιους,
Μόνος στέκομαι, ὁλόμονος εἶμαι.

Ὁ οἶκτος βρίσκεται ἐπάνω
Μπορεῖ κάλλιστα νὰ μείνει ἐκεῖ,
Ἠ ἀρετὴ ἐλλεεῖται ἀπὸ τὰ στήθη της
Ἡ δὲ χάρις πιάνεται στὰ δίχτυα τῶν βλεφάρων της.
Εἶναι ὡραιότερη ἀπ᾽ τὶς φιγοῦρες τῶν κερκίδων,
Εἶναι καὶ πιὸ σκληρή,
Εἶναι ἀποκάτω μὲ τὶς πέτρες καὶ τοὺς ἴσκιους.
Τὴν ἔχω οὐκ ὀλίγες φορὲς συναπαντήσει.

Ἐδὼ ἀκριβῶς δίνει κι ἡ διαύγεια τὴν τελευταία της μάχη.
Ἄν κοιμᾶμαι, εἶναι γιὰ νὰ μὴν ὀνειρεύομαι ἄλλο.
Ποιὰ θὰ εἶναι, ἄραγες, τὰ ὅπλα τοῦ θριάμβου μου;
Στὰ ὁλάνοιχτά μου μάτια ὁ ἤλιος ἁρμολογάει τυφέκια,
Ὤ ἵππε-κῆπε τῶν ἀτιῶν-ματιῶν μου!
Τὸ ἅπαν τῶν καρπῶν εἶν᾽ ἐδῶ νὰ παριστάνει ἄνθη,
Ἄνθη στὸν κόλπο μέσα τῆς νυκτός.
Ἔνα φύλλινο παράθυρο νυκτὸ ἀνοικτὸ
Ἀνοίγει ξάφνου κι ἄλλο μπρὸς στὰ μάτια σου.
Ποῦ θ᾽ ἀποθέσω τὰ χείλη μου, φύση μου ἀνόχθια;

Μιὰ γυναίκα εἶν᾽ ὀμορφότερη ἀπὸ τὸν κόσμο ὅπου ζῶ
Καὶ κλείνω τὰ μάτια.
Βγαίνω στὸ βραχίονα τῶν ἴσκιων,
Εἶμαι ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἴσκιους,
Κι οἱ ἴσκιοι ὅλοι τους ἐμένα καρτερᾶνε να ᾽ρθω.

*

ΛΟΥΟΜΕΝΗ ΥΠΟ ΤΟ ΣΚΙΟΦΩΣ

Τὸ ἀπομεσήμερο τῆς ἴδιας μέρας. Ἀνάλαφρη ἐσὺ, κινεῖσαι, καὶ ἀνάλαφρες ἡ ἄμμος καὶ ἡ θάλασσα, κινοῦνται ὁμοίως.
Θαυμάζουμε τὴν τάξη τῶν πραγμάτων, τὴν τάξη τῶν λίθων, τὴν τάξη τῶν διαυγῶν φώτων, τὴν τάξη τῶν ὡρῶν. Πλὴν ὅμως ὑπάρχει κι αὐτὴ ἡ σκιὰ ποὺ ἐξαφανίζεται καὶ αὐτὸ τὸ ἐπώδυνο στοιχεῖο ποὺ ἐξαφανίζεται ἐπίσης.
Τὸ βράδυ, ἡ εὐγένεια ἀναχωρεῖ ἀπὸ τοῦτο τὸν οὐρανό, ἀπέρχεται. Ἐδῶ τὰ πάντα κουλουριάζονται μέσα σὲ μιὰ φωτιὰ ποὺ σιγοσβήνει.
Τὸ βράδυ. Ἡ θάλασσα δὲν ἔχει ἄλλο φῶς, ὁπότε ἐσὺ, ὅπως καὶ στ᾽ ἀρχαῖα χρόνια, θὰ μποροῦσες νὰ πέσεις γιὰ ὕπνο ξανὰ μὲς στὰ νερά της.

Πολ Ελιάρ, Των Αλγηδόνων Πρωτεύουσα, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Ύψιλον

·

↑