προγραφές

Εξώφυλλο: Ανώνυμος, Η Μεσαλίνα της Γαλλίας

'Ὅταν ξαναβρῆκα τὶς αἰσθήσεις μου, ἡ ἀγαπημένη μου δὲν εἶχε ἀκόμη ξαναβρεῖ τὶς δικές της. Ἤθελα νὰ τὴ λατρέψω στὴν κατάσταση τῆς ἀπόλυτης ἐκμηδένισης. Τράβηξα μία κουρτίνα. Θεέ μου! Φαντάσου τὴν ἔκπληξή μου. Δὲν ἀναγνώρισα τὴν ἄγνωστη ἀγαπημένη μου. Ἦταν ἡ φίλη της, ἐκείνη ποὺ τὴν ἀποκαλοῦσε ἀδελφή της, ἐκείνη ποὺ τὴ συνόδευε στὶς συναντήσεις μας στὸ ἄλσος.
Σοῦ ὁμολογῶ πὼς ἔνιωσα νὰ μὲ ἐμψυψώνει ἕνας νέος, πρωτόγνωρος πόθος, ποὺ δὲν εἶχα νιώσει τόσο ἔντονα μὲ τὴν ἄγνωστη ἐρωμένη μου. Πῶς θὰ μποροῦσα, ἀτιμώρητα, νὰ ἀντικρίζω τὸ ἐξαίσιο σῶμα μιᾶς γυναίκας γυμνῆς χωρὶς νὰ τῆς ἀνταποδώσω τὶς τιμὲς ποὺ δικαιοῦται; Θαύμαζα τὴν τελειότητα τῆς μορφῆς της, τὸ θεῖο στῆθος της... Οἱ όρθάνοιχτοι μηροί της μοῦ πρόσφεραν τὴ θέα τοῦ ἄνθους ποὺ μόλις πρὶν ὰπὸ λίγο μοῦ εἶχε ἀφειδῶς δωρίσει τὴν ἔκσταση. Τὸ ἀπαράμιλλο χρῶμα του εἶχε ἐπισκιάσει καὶ τὴν πορφύρα τοῦ πιὸ ὄμορφου ρόδου. Τὰ δύο σάρκινα πέταλα, στεφανωμένα ἀπὸ ἕνα κατάμαυρο χνούδι, σὲ θαυμαστὴ ἀντίθεση μὲ τὴν πορσελάνη τῆς ἐπιδερμίδας της, μισάνοιγαν αὐθαδέστατα καὶ μὲ προσκαλοῦσαν σὲ μία νέα εὐωχία. Ἤδη ἡ ἄγνωστη σιγὰ σιγὰ ἀνακτοῦσε τὶς αἰσθήσεις της. Τὰ μάτια της μοῦ ἔριξαν ἕνα χαμηλὸ βλέμμα αἰδημοσύνης. Ἔπραξα ὅ,τι μποροῦσα γιὰ νὰ ἐξαφανίσω τὴν ντροπή της. Ἔπεσα στὴν ἀγκαλιά της καὶ βυθιστήκαμε πάλι στὸν ὠκεανὸ τῶν ἀπολαύσεων. Οἱ περιπτύξεις μας ἀτόνησαν μόνο ὅταν μᾶς πρόδωσαν οἱ δυνάμεις μας... τὰ σώματά μας εἶχαν ἐξαντληθεῖ ἀλλὰ δὲν εἶχαν κορεστεῖ. Γιατί ἡ φύση νὰ μᾶς ἔχει πλάσει τόσο ἀνίσχυρους;'

Ανώνυμος, Η Μεσαλίνα της Γαλλίας, μτφρ. Ανδρέας Στάικος, εκδ. Κίχλη

* * *

'Ἡ ὑποκρισία τῶν ἡρωίδων δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ὑποκρισία ὡς κοινωνικὴ ἤ ἠθικὴ ἔννοια ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποκρισία ὡς ὑψηλὴ τέχνη, τὴν ὑποκριτικῆ τέχνη τοῦ θεάτρου, προσδίδοντας στὸ κυνήγι τῆς ἡδονῆς τὸ πρόσθετο καὶ σαγηνευτικὸ στοιχεῖο τοῦ παιχνιδιοῦ, τῆς μεταμφίεσης, τῆς ἐναλλαγῆς τῶν ρόλων, τῆς μετάβασης ἤ τῆς διολίσθησης ἀπὸ προσωπεῖο σὲ προσωπεῖο.
Ἡ Μεσσαλίνα τῆς Γαλλίας θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ «μυθιστόρημα τῶν διολισθήσεων». Χωρὶς νὰ καταργοῦνται τὰ προσωπεῖα, ἀκόμη καὶ στὴν ὑπέρτατη στιγμὴ τοῦ παροξυσμοῦ, κυριαρχεῖ ἡ διολίσθηση ἀπὸ σῶμα σὲ σῶμα, ἀπὸ δωμάτιο σὲ δωμάτιο, ἀπὸ κρεβάτι σὲ κρεβάτι, ἡ διολίσθηση ἀπὸ τὴ μυστικὴ πόρτα, τὴν πόρτα κινδύνου, τὴν κερκόπορτα, τὴν πίσω πόρτα, ἡ κατάχρηση καὶ ἡ ἐμμονὴ στὰ ἐξ ὀπισθίων εἰσόδια. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ὐποβλητική. Τὰ κεριὰ καὶ οἱ ἀντανακλάσεις τῆς πενιχρῆς φλόγας τους στὰ κρυστάλλινα δάκρυα τῶν σβησμένων πολυελαίων καὶ οἱ ἀχτίδες τοῦ σεληνόφωτος ποὺ διολισθαίνουν ἀπὸ τὶς γρίλιες τῶν κλειστῶν παραθύρων εἶναι ὁ μόνιμος φωτισμὸς ποὺ ἀξιοποιεῖ τὰ ἡμίγυμνα σώματα τῶν γυναικῶν, τὰ ἐνδεδυμένα ἀπάτην, τὴν ἀπάτη τῆς μαύρης δαντέλας στὰ παράτολμα καὶ παραξυστικὰ νεγκλιζέ τους.
Στὴ Μεσσαλίνα τῆς Γαλλίας ἡ τέχνη καὶ ἡ τεχνικὴ τῆς γραφῆς ταυτίζονται ὅσο ποτὲ ἄλλοτε καὶ ἀλλοὺ μὲ τὴν τέχνη καὶ τὴν τεχνικὴ τῆς δαντέλας καὶ τοῦ κεντήματος.'

Ανδρέας Στάικος, από το επίμετρο της έκδοσης 'Τα εξ Οπισθίων Εισόδια ή Η Τέχνη της Διολίσθησης'

'Η σχέση μεταξύ λόγου και πράξης περιπλέκεται απελπιστικά στην οικογενειακή σκηνή, κάθε λόγος μεταλλάσσεται σε συμβάν, ή μάλλον σε «θανάσιμο γεγονός», όπως το λέει ο Χάιλντερλιν. Κάθε πράξη είναι το εμφανές χρονικό αποτέλεσμα κάποιου προγενέστερου λόγου, που εγκαθιδρύει τη χρονικότητα της τραγικής καθυστέρησης, τη συνθήκη ότι όλα όσα συμβαίνουν έχουν ήδη συμβεί, όλα θα φανούν ως τα ανέκαθεν ήδη συμβαίνοντα, ένας λόγος και μια πράξη που διαπλέκονται κι εκτείνονται μέσα στο χρόνο με τη δύναμη της επανάληψης. Ο μοιραίος χαρακτήρας του έγκειται, από μία άποψη, στη δυναμική της χρονικότητάς του και στην ατέρμονη εξορία του στο μη είναι που σημαδεύει την απόστασή του από κάθε έννοια εστίας. Σύμφωνα με τον Χάιλντερλιν, αυτή η θαυμαστή επιτελεστικότητα του λόγου είναι τραγική τόσο με τη μοιραία όσο και με τη θεατρική έννοια. Στο θέατρο, ο λόγος παίζεται, ο λόγος ως πράξη προσλαμβάνει ένα συγκεκριμένο νόημα·η οξεία επιτελεστικότητα των λόγων σ’ αυτό το έργο σχετίζεται απόλυτα με το γεγονός ότι οι λόγοι λαμβάνουν χώρα σ’ ένα θεατρικό έργο, όπου παίζονται, εκδραματίζονται.
Υπάρχουν βέβαια και άλλα συμφραζόμενα στα οποία οι λόγοι γίνονται αδιαχώριστοι από τις πράξεις, όπως συνεδριάσεις πανεπιστημιακών τμημάτων ή οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η ιδιαίτερη δύναμη του λόγου ως πράξης μέσα στην οικογένεια ή, γενικότερα, όπως κυκλοφορεί μέσα στη συγγένεια, επιβάλλεται ως νόμος. Αλλά αυτή η επιβολή δεν συμβαίνει χωρίς μια επανάληψη –μια ιδιότροπη, πρόσκαιρη αντήχηση– η οποία επίσης υποβάλλει το νόμο στον κίνδυνο να ξεφύγει από την πορεία του.'

'Σκεφτείτε ότι η Αντιγόνη προσπαθεί να θρηνήσει, να θρηνήσει ανοιχτά δημόσια, υπό συνθήκες στις οποίες ο θρήνος απαγορεύεται με ρητή διαταγή, μια διαταγή που δέχεται ως εγκληματικό το θρήνο για τον Πολυνείκη και ονομάζει εγκληματία οποιονδήποτε θα αμφισβητούσε το κύρος της. Στην περίπτωση της Αντιγόνης, ο δημόσιος θρήνος είναι από μόνος του έγκλημα. Όμως είναι άραγε ένοχη μόνο εξαιτίας των λόγων που την κατατρέχουν, λόγων που έρχονται από αλλού, ή μήπως επεδίωξε επίσης να καταστρέψει και να αποκηρύξει τους ίδιους τους δεσμούς συγγένειας που τώρα αξιώνει να θρηνήσει; Θρηνεί τον αδελφό της, αλλά ένα μέρος αυτού που παραμένει ανείπωτο σε τούτο το θρήνο είναι ο θρήνος για τον πατέρα της, κι ακόμη για τον άλλο αδελφό της. Η μητέρα της παραμένει σχεδόν ολότελα ακατονόμαστη, και μάλλον δεν υπάρχει ίχνος θλίψης για την αδελφή της, την Ισμήνη, την οποία έχει αποκηρύξει ρητά. Ο «αδελφός» δεν αποτελεί μία μοναδική θέση γι’ αυτήν, αν και μπορεί κάλλιστα όλοι οι αδελφοί της (ο Οιδίποδας, ο Πολυνείκης, ο Ετεοκλής) να συμπυκνώνονται στο εκτεθειμένο σώμα του Πολυνείκη, μια έκθεση που προσπαθεί να καλύψει, μια γύμνια που θα προτιμούσε να μη δει ή να μην έχει δει. Το διάταγμα ορίζει να παραμείνει εκτεθειμένο και αθρήνητο το νεκρό σώμα, και μόλο που η Αντιγόνη επιχειρεί να το ξεπεράσει, δεν είναι εντελώς σαφές τι απ’ όλα θρηνεί ή αν η δημόσια πράξη που επιτελεί μπορεί να είναι ο τόπος της επίλυσής του. Ανακαλεί την απώλεια του αδελφού της, Πολυνείκη, επιμένει στη μοναδικότητά του, αλλά αυτή ακριβώς η επιμονή είναι ύποπτη. Έτσι η επιμονή της στη μοναδικότητα του αδελφού της, στη ριζική μη αναπαραγωγιμότητά του, διαψεύδεται από το γεγονός ότι δεν πενθεί τους δύο άλλους αδελφούς της, εκείνους που δεν αναπαράγει δημόσια για μας. Εδώ φαίνεται ότι η απαγόρευση του πένθους δεν της επιβάλλεται απλώς, αλλά απαγορεύεται ανεξάρτητα, χωρίς άμεση πίεση από το δημόσιο δίκαιο.
Η μελαγχολία της, αν μπορούμε να την πούμε έτσι, φαίνεται να συνίσταται σε αυτή την άρνηση να θρηνήσει, που συντελείται με τους ίδιους δημόσιους όρους με τους οποίους επιμένει στο δικαίωμά της να θρηνήσει. Η διεκδίκηση της δικαιοδοσίας της μπορεί κάλλιστα να είναι το σημάδι μιας μελαγχολίας που διαπερνά την ομιλία της. Οι ηχηρές εξαγγελίες του θρήνου της προϋποθέτουν μια επικράτεια του αθρήνητου. Η επιμονή στον δημόσιο θρήνο είναι αυτό που την απομακρύνει από το θηλυκό φύλο και την οδηγεί στην ύβρη, αυτή τη χαρακτηριστικά ανδροπρεπή υπερβολή που κάνει τους φρουρούς, το χορό και τον Κρέοντα να αναρωτηθούν: ποιος είναι ο άνδρας εδώ; Φαίνεται να υπάρχουν εδώ κάποιοι φαντασματικοί άνδρες, στους οποίους ενοικεί η ίδια η Αντιγόνη, των αδελφών των οποίων έχει πάρει τη θέση και των οποίων τη θέση μετασχηματίζει καθώς την παίρνει. Ο μελαγχολικός, μας λέει ο Φρόυντ, με το θρήνο (plant) του καταθέτει αγωγή (registers a plant), προβαίνει σε μια νομική διεκδίκηση, όπου η γλώσσα γίνεται η εκδήλωση του παραπόνου, όπου, αναδυόμενη μέσα από το ανείπωτο, η γλώσσα φέρει μια βία που την οδηγεί στα όρια της ομιλησιμότητας.
Μπορούμε να ρωτήσουμε τι παραμένει ανείπωτο εδώ, όχι για να παράγουμε μια ομιλία που θα γεμίσει το κενό, αλλά για να αναρωτηθούμε σχετικά με τη σύγκλιση κοινωνικής απαγόρευσης και μελαγχολίας – πώς οι καταδίκες υπό τις οποίες ζει κανείς μετατρέπονται σε αποκηρύξεις τις οποίες επιτελεί, και πώς τα παράπονα που εγείρονται κατά του δημοσίου δικαίου συνιστούν επίσης αντιφατικές προσπάθειες να ξεπεράσει κανείς τη βουβή οργή των ίδιων του των αποκηρύξεων. Αντιμετωπίζοντας το ανείπωτο στην Αντιγόνη, μήπως αντιμετωπίζουμε έναν κοινωνικά θεσμισμένο αποκλεισμό του νοητού, μια κοινωνικά θεσμισμένη μελαγχολία στην οποία η αδιανόητη ζωή αναδύεται στη γλώσσα όπως ένα ζωντανό σώμα θα κλεινόταν σ’ έναν τάφο;'

Τζούντιθ Μπάτλερ, Η Διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η Συγγένεια Μεταξύ Ζωής και Θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια

Εξώφυλλο: Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

'Στὸ πεπρωμένο ἀρέσει νὰ ἐπινοεῖ σχέδια καὶ μορφές. Ἡ δυσκολία του βασίζεται στὴν πολυπλοκότητα. Ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι δύσκολη λόγω τῆς ἁπλότητάς της. Ἐλάχιστα στοιχεῖα της εἶναι δυσανάλογα ὡς πρὸς ἐμᾶς. Ὁ ἅγιος ἀπορρίπτει τὸ πεπρωμένο καὶ προτιμᾶ νὰ βρεθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ἐκείνη ποὺ ρυθμίζει τὸ πεπρωμένο τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων εἶναι ἡ γυναίκα, ποὺ ἀκολουθώντας τὴ φύση της πρέπει νὰ κάνει τὶς ἴδιες ἐπιλογὲς ὑπολογίζοντας τὸν ἄνδρα: ἀνυποχώρητη καὶ ἄμοιρη, σὰν μιὰ αἰώνια ὕπαρξη, στέκει δίπλα στὸν ἄνδρα, ποὺ μεμαμορφώνεται σιγὰ σιγά. Ἡ ἐρωτευμένη γυναίκα πάντοτε ξεπερνᾶ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ μοίρα. Ἡ ἀφοσίωσή της φιλοδοξεῖ νᾶ εἶναι ἀπροσμέτρητη: αὐτὴ εἶναι ἡ φιλοδοξία της. Ὅμως ὁ ἀνώνυμος πόνος τῆς ἀγάπης της ἦταν πάντα τὸ ὅτι τῆς ζητοῦν νὰ περιστείλει αὐτὴν τὴν ἀφοσίωση.'

'Ἦταν στὸ θέατρο τῆς Ὀρἀγγης. Χωρὶς νὰ κοιτάζω προσεχτικά, μόνο μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ χοντροκομμένου ρήγματος, ποὺ τώρα ἀποτελεῖ τὴν πρόσοψή του, μπῆκα μέσα ἀπὸ τὴ γυάλινη πόρτα τοῦ φύλακα. Βρέθηκα ἀνάμεσα σὲ κολόνες ποὺ κείτονταν καταγῆς καὶ σὲ μικρὲς δεντρομολόχες, ποὺ γιὰ λίγο μοῦ ἔκρυβαν τὸ ἀνοιχτὸ κοχύλι τοῦ ἀμφιθεάτρου πού, ὅπως χωριζόταν ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τοῦ ἀπογεύματος, ἔμοιαζε μὲ τεραστίων διαστάσεων κοῖλο ἡλιακὸ ρολόι. Προχώρησα γρήγορα πρὸς τὰ ἐκεῖ. Καθὼς ἀνέβαινα τὶς κερκίδες, ἔνιωθα νὰ μικραίνω σιγὰ σιγὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ περιβάλλον. Ἐπάνω, κάπως ψηλότερα, στέκονταν σὲ ἄσχημους σχηματισμοὺς κάποιοι ξένοι ποὺ ἔμοιαζαν ἐπιπόλαια περίεργοι·τὰ ροῦχα τους ἦταν μὲ ἐνοχλητικὸ τρόπο φανταχτερά, ἀλλὰ ἡ κλίμακά τους ἦταν ἀνάξια λόγου. Γύρισαν καὶ μὲ κοίταξαν γιὰ λίγο μὲ ἕνα βλέμμα ποὺ μαρτυροῦσε ἀπορία γιὰ τὸ πόσο μικροκαμωμένος ἤμουν. Αὐτὸ μὲ ἀνάγκασε νὰ κάνω μεταβολὴ καὶ νὰ φύγω.
Ὤ, ἤμουν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστος. Ἕνα θεατρικὸ ἕργο παιζόταν ἐκεῖ! Ἕνα θεόρατο, πραγματικὰ ὑπεράνθρωπο δράμα βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, τὸ δράμα ἐκείνου τοῦ ἐπιβλητικοῦ παραπετάσματος, τοῦ ὁποίου ἦταν ὁρατὴ ἡ κάθετη τριμερὴς δομή, ποὺ μὲ τὸ βροντερό της μεγαλεῖο ἔμοιαζε συντριπτικὴ καὶ ἄξαφνα σύμμετρη στὴν ὑπερβολή της.
Ἤμουν τόσο εὐτυχισμένος καὶ κατάπληκτος ποὺ ἔπρεπε νὰ καθίσω. Αὐτὸ ποὺ ὑψωνόταν, μὲ τὶς σκιὲς μοιρασμένες ὅπως σὲ ἕνα πρόσωπο, μὲ τὸ συμπυκνωμένο σκοτάδι στὸ στόμα τοῦ κέντρου του, πλαισιωμένο ἀπὸ τὴ συμμετρικὰ βοστρυχωτὴ κόμμωση τοῦ θριγκοῦ: αὐτὸ ἦταν ἡ δυνατή, τὰ πάντα μεταμορφώνοντας ἄρχαϊκὴ μάσκα, πίσω ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἔσμιγε σὲ ἕνα πρόσωπο. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν κυκλικὴ διάταξη τῶν καθισμάτων, βασίλευε μιὰ γεμάτη προσδοκίες, κενὴ, ἀπορροφητικὴ ὕπαρξη: κάθε δράση βρισκόταν ἀπέναντι: οἱ θεοὶ καὶ ἡ μοίρα. Καὶ ἀπὸ κεῖ, ὅταν κοίταζες ψηλά, πάνω ἀπὸ τὸν περιμετρικὸ τοῖχο, κατέβαινε ἡ αἰώνια εἶσοδος τῶν οὐρανῶν.
Τώρα καταλαβαίνω πὼς ἐκείνη τὴν ὥρα ἀποξενώθηκα γιὰ πάντα ἀπὸ τὰ θέατρά μας. Γιατὶ τί γυρεύω μπροστὰ σὲ μιὰ σκηνή, ἀπὸ ὅπου ἔχει ἀφαιρεθεῖ ἐκεῖνος ὁ τοῖχος (τὸ τέμπλο τῶν ρωσικῶν ἐκκλησιῶν), ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε πιὰ τὴ δύναμη νὰ διαπεράσουμε τὴν ἀέρινη δράση μέσα ἀπὸ τὴ σκληρότητά του, ἕως ὅτου ἐξέλθει σὲ γεμάτες, βαριὲς σταγόνες λαδιοῦ. Στὶς μέρες μας τὰ θεατρικὰ ἔργα πέφτουν σὰν θρύμματα μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες ἑνός χονδροειδοῦς κόσκινου τῶν θεάτρων μας καὶ συσσωρεύονται κάπου, μέχρις ὅτου πεταχτοῦν ἐπειδὴ δὲν χωρᾶνε πιά. Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια στερεότυπη πραγματικότητα ποὺ συναντοῦμε στοὺς δρόμους καὶ μέσα στὰ σπίτια, μόνο ποὺ ἐκεῖ συσσωρεύονται πολὺ περισσότερα πράγματα ἀπὸ ὅσα χωροῦν σὲ μιὰ βραδιά.
(Ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς, δὲν ἔχουμε θέατρο, ὅπως δὲν ἔχουμε καὶ Θεό. Κάτι τέτοιο θὰ ἀπαιτοῦσε μιὰ ἀληθινὴ κοινότητα. Ὁ καθένας ἔχει τὶς δικές του ἰδέες καὶ τὶς δικές του φοβίες, ἐπιτρέποντας στοὺς ἄλλους νὰ δοῦν ὅσα χρειάζεται καὶ ὅσα τὸν βολεύουν. Ἀραιώνουμε διαρκῶς τὴν κατανόησή μας γιὰ νὰ ἐπαρκέσει, ἀντὶ νὰ θρηνοῦμε ἀναζητώντας τὸν τοῖχο τῆς κοινῆς μας ἔνδειας, πίσω ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὸ ἀκατανόητο ἔχει χρόνο νὰ συγκεντρωθεῖ καὶ νὰ ἁπλωθεῖ.)'

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Κίχλη

Εξώφυλλο: Φρανκ Βέντεκιντ, Το Ξύπνημα της Άνοιξης

'ΜΟΡΙΤΣ: Σε λίγο θα σκοτεινιάσει τόσο πολύ, που δεν θα βλέπουμε τη μύτη μας. – Δεν πιστεύεις κι εσύ, πως η ντροπή στον άνθρωπο είναι μόνο αποτέλεσμα της ανατροφής που του δίνουν;
ΜΕΛΧΙΟΡ: Προχθές το σκεφτόμουν. Εμένα μου φαίνεται πάντως πως η ντροπή είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση. Φαντάσου να πρέπει να γδυθείς εντελώς μπροστά στον καλύτερό σου φίλο. Θα το έκανες; Μόνο αν γδυνόταν ταυτόχρονα κι εκείνος! – Αλλά βέβαια είναι λίγο-πολύ και θέμα μόδας.
ΜΟΡΙΤΣ: Εγώ έχω πάρει μια απόφαση: όταν θα κάνω παιδιά, αγόρια και κορίτσια, θα τα βάζω από μικρά να κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο, αν είναι δυνατόν και στο ίδιο κρεβάτι, και θα τους επιβάλω, πρωί-βράδυ να βοηθούν το ένα το άλλο στο ντύσιμο και το γδύσιμο, και το καλοκαίρι, τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, θα φορούν όλη τη μέρα μόνο ένα άσπρο βαμβακερό ρούχο με μια δερμάτινη ζώνη. – Αν μεγαλώσουν έτσι, αργότερα θα είναι πιο ήρεμα απ’ ό,τι είμαστε εμείς τώρα.
ΜΕΛΧΙΟΡ: Αυτό το πιστεύω κι εγώ, Μόριτς! – Τι γίνεται όμως, αν κάποιο απ’ τα κορίτσια σου ξεφουρνίσει κανένα μωρό;
ΜΟΡΙΤΣ: Μωρό;
ΜΕΛΧΙΟΡ: Βέβαια,... γιατί υπάρχουν και τα ένστικτα. Αν κλείσεις, για παράδειγμα, έναν γάτο και μια γάτα μαζί, από μικρά, και τα απομονώσεις από κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο, δηλαδή αν τα αφήσεις τελείως στο έλεος των ορμών τους – η γάτα αργά ή γρήγορα θα μείνει έγκυος, παρόλο που ούτε αυτή ούτε ο γάτος είχαν κάποιον για να τους ανοίξει τα μάτια.
ΜΟΡΙΤΣ: Στα ζώα μάλλον αυτό θα πρέπει να έρχεται μόνο του.
ΜΕΛΧΙΟΡ: Και στους ανθρώπους το ίδιο... Έλα τώρα, Μόριτς, αν τα αγόρια σου κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι με τα κορίτσια και ξαφνικά τους έρθουν οι πρώτες αντρικές ορμές – πάω στοίχημα πως...
ΜΟΡΙΤΣ: Μπορεί να έχεις δίκιο. – Παρ’ όλα αυτά όμως...
ΜΕΛΧΙΟΡ: Και με τα κορίτσια σου, σ’ αυτή την ηλικία, το ίδιο ακριβώς θα γινόταν! Όχι πως τα κορίτσια λειτουργούν όπως εμείς... γι’ αυτό δεν μπορώ να είμαι απόλυτα σίγουρος... αλλά στα κορίτσια παίζει μεγάλο ρόλο κι η περιέργεια!'

'ΜΕΛΧΙΟΡ: – Εγώ δεν θέλω ελεημοσύνες! Τη δική μου ευτυχία δεν θέλω να μου τη χαρίσει κανένας!
ΜΟΡΙΤΣ: Γιατί;
ΜΕΛΧΙΟΡ: Δεν θέλω τίποτα, αν δεν το κατακτήσω με αγώνα.
ΜΟΡΙΤΣ: Μα και να στη χαρίσουν η απόλαυση παραμένει απόλαυση, Μέλχιορ! – Και το κορίτσι την απολαμβάνει όπως οι μακάριοι θεοί. Το κορίτσι αντιστέκεται χάρη στη φύση του. Διατηρείται ανέπαφο από κάθε αμαρτωλή πράξη ώς την τελευταία στιγμή, για να δει ξαφνικά όλο τον ουρανό να ξεσπάει επάνω του. Το κορίτσι πάει στην κόλαση την ίδια στιγμή που γνωρίζει τον ανθισμένο παράδεισο. Οι αισθήσεις του, εκείνη την ώρα, είναι τόσο φρέσκες, όπως η πηγή που αναβρύζει από τον βράχο. Το κορίτσι παίρνει ένα κύπελλο, που καμία γήινη ανάσα δεν το έχει αγγίξει ακόμα, ένα κύπελλο με νέκταρ, και πίνει μονορούφι το αφρισμένο και αστραφτερό περιεχόμενό του... Η ικανοποίηση που έχει αντίστοιχα ο άντρας, μου φαίνεται ρηχή και ξεθυμασμένη.'

Φρανκ Βέντεκιντ, Το Ξύπνημα της Άνοιξης, μτφρ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. Νεφέλη

Εξώφυλλο: Werner Herzog, Οδοιπορία στον Πάγο: Μόναχο - Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974

'Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε. Το στράτευμα ξαποσταίνει, με το αριστερό πόδι βυθισμένο στα σάπια φύλλα. «Τσαπουρνιά» μού έρχεται ασυναίσθητα στο μυαλό — όχι το δέντρο αλλά η λέξη· η λέξη «τσαπουρνιά». Όμως, αντ’ αυτού, βλέπω πεταμένη παραδίπλα μια παλιά ρόδα ποδηλάτου χωρίς σαμπρέλα, με κόκκινες καρδιές ζωγραφισμένες ολόγυρα στο στεφάνι. Από τα ίχνη των τροχών στη στροφή φαίνεται ότι εδώ έχουν χάσει το δρόμο τους κάμποσοι οδηγοί. Στο δάσος περνώ μπροστά από ένα πανδοχείο, μεγάλο σαν στρατόπεδο. Το μάτι μου πέφτει σ’ έναν σκύλο, ένα τέρας, ένα μοσχάρι. Περιμένω να μου ορμήσει από στιγμή σε στιγμή, αλλά, για καλή μου τύχη, η πόρτα ανοίγει, και το θηρίο περνά το κατώφλι σιωπηλά και υπάκουα. Χαλίκια μπαίνουν στο πλάνο, ύστερα τρίζουν κάτω από τις σόλες μου· νωρίτερα είχα δει χωματουργικές εργασίες. Ανήλικα κορίτσια με μίνι φούστες ετοιμάζονται να καθίσουν σε μηχανάκια ανηλίκων αγοριών. Αφήνω μια οικογένεια να περάσει από δίπλα μου· η κόρη τους λέγεται Έστερ. Ένα χωράφι με καλαμποκιές μες στον χειμώνα, αθέριστο και γκρίζο σαν στάχτη, με τα καλάμια να θροΐζουν, κι ας μην κουνιέται φύλλο. Ένα χωράφι που ονομάζεται θάνατος. Σήκωσα από χάμω ένα κομμάτι λευκό χειροποίητο χαρτί, ποτισμένο από την υγρασία, ανυπομονώντας να διαβάσω τι έγραφε στην άλλη πλευρά, που ήταν στραμμένη στη νοτισμένη γη. Ναι, εκεί θα έβρισκα γραμμένη την απάντηση. Τώρα που το χαρτί είναι άγραφο, δεν νιώθω καμία απογοήτευση.'

'Οι γεωσκώληκες σέρνονται στην άσφαλτο πασχίζοντας να ξεφύγουν από τον παγετό. Είναι όλοι τους μακρόστενοι και λεπτοί σαν κορδόνι. Ένας δεντροτσοπανάκος χτυπά με το ράμφος του τον κορμό ενός δέντρου. Στάθηκα κάμποση ώρα και τον άκουγα να ραμφίζει, νιώθοντας το ρυθμικό σφυροκόπημα να γαληνεύει την ψυχή μου. Λίγο παρακάτω, στην καρδιά της απόλυτης ερημιάς, είδα μια αλεπού. Η άκρη της ουράς της είχε βαφτεί λευκή. Σβύπφλινγκεν — Μπιχαλφίνγκεν. Κάθομαι σε μια σκεπαστή στάση λεωφορείου. Παραδίπλα το σχολείο έχει διάλειμμα. Ένα παιδί ήρθε προς το μέρος μου, με καλημέρισε και το έβαλε στα πόδια. Ο ιερέας έχει μια καλή κουβέντα για μένα. Το σχολείο έχει καταπιεί τα παιδιά. Τα σπουργίτια ξεπαγώνουν στη στέγη, στάζοντας από την υγρασία. Ψηλά στον λόφο τα μήλα στα γυμνά κλαριά των δέντρων έχουν παγώσει.'

Βέρνερ Χέτσογκ, Οδοιπορία στον Πάγο: Μόναχο - Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Alloglotta

Εξώφυλλο: Εμίλ Σιοράν, Για Δάκρυα και για Αγίους

'Τό ὅριο κάθε πόνου εἶναι ἕνας μεγαλύτερος πόνος.'

*

'Ἀρχίζουμε νά γνωρίζουμε τί εἶναι ἡ μοναξιά ὅταν ἀκοῦμε τή σιωπή τῶν πραγμάτων. Καταλαβαίνουμε τότε τό μυστικό, τό θαμένο μέσα στήν πέτρα καί ξυπνημένο μέσα στό φυτό, τόν κρυμμένο ἥ ὁρατό ρυθμό ὁλόκληρης τῆς φύσης. Τό μυστήριο τῆς μοναξιᾶς ἀπορρέει ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχουν γι’ αὐτήν ἄψυχα πλάσματα. Κάθε πράγμα ἔχει τή γλώσσα του πού ἀποκρυπτογραφοῦμε χάρη σέ μοναδικές σιωπές.'

*

'Ὅλες οἱ ἀποκλίσεις εἶναι ἐδῶ γιά νά μέ συγκρατήσουν.'

*

'Τό μόνο ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς ἀθανασίας εἶναι ἡ πλήξη. Ἀπό ἐκεῖ ἀπορρέουν ἄλλωστε ὅλες οἱ ἀρνήσεις μας.'

*

'Ὅλα εἶναι ἐπιπόλαια, ἀκόμη καί τό Ἔσχατο. Μόλις φθάσει κανείς ἐκεῖ, ντρέπεται γιά κάθε κεφαλαιώδη ἐρώτηση.'

Εμίλ Σιοράν, Για Δάκρυα και για Αγίους, μτφρ. Σοφία Μωραΐτη-Καπετσώνη, εκδ. Ευθύνη

'Τί θά μποροῦσε ὅμως νά ρωτήσει κάποιος πού δυσανασχετεῖ μέ τήν παρούσα ζωή; Γιατί μᾶς δόθηκε τό σώμα καί στή θέση τίνος ἄλλου, ἄν ἀποδείχθηκε μέ τό λόγο ὅτι ἡ ζωή χωρίς αὐτό εἶναι καλύτερη; Πρός αὐτόν θ᾽ ἀπαντήσουμε ὅτι δέν εἶναι κι ἀπ᾽ αὐτά μικρό τό κέρδος πού παίρνουν, ὅσοι μποροῦν νά βλέπουν σ᾽ ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς φύσης. Γιατί εἶναι βέβαια μακάριος ἐκείνος ὁ ἀγγελικός βίος πού δέν ἔχει καθόλου ἀνάγκη τό σωματικό βάρος. Ὅμως καί ἡ παρούσα ζωή δέν εἶναι χωρίς σκοπό ὡς πρός αὐτό πού ἐλπίζουμε, πράγμα πού μποροῦμε νά δούμε στά φυτά· στά ὁποῖα ὁ καρπός, ἀφοῦ ἀρχίσει ἀπ᾽ τό ἄνθος, ἀπ᾽ αὐτό προχωράει γιά νά γίνει καρπός, ἔστω κι ἄν τό ἄνθος δέν εἶναι καρπός. Ἀλλά καί τά σιτηρά φυτρώνοντας ἀπ᾽ τά σπέρματα δέν φαίνονται ἀμέσως στά στάχυα, ἀλλά τό φύτρο πρῶτα γίνεται χόρτο, ὕστερα ἀπ᾽ αὐτό σχηματίζεται καλαμιά, ἀφοῦ φθαρεῖ τό χόρτο κι ἔτσι ὡριμάζει ψηλά στό στάχυ ὁ καρπός. Ὅμως ὁ γεωργός δέν κατηγορεῖ τήν ἀναγκαία αὐτή περίοδο καί ἀκολουθία, ρωτώντας γιατί πρίν ἀπ᾽ τόν καρπό γίνεται τό ἄνθος, ἤ γιά ποιό λόγο βγαίνει πρῶτα τό χόρτο ἀπ᾽ τό σπόρο, ἀφοῦ καί τό ἄνθος φυλλορροεῖ καί τό χόρτο ξεραίνεται καί πάει χαμένο χωρίς νά συμβάλλει στή διατροφή τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί γνωρίζει ὅποιος παρακολουθεῖ τά θαυμάσια τῆς φύσης, ὅτι δέν ἦταν δυνατό μέ διαφορετικό τρόπο νά ὡριμάσει ὁ καρπός ἀπ᾽ τό σπόρο καί τό χόρτο, ἄν δἐν προετοιμάσει τό δρόμο γιά τήν ὡρίμανσή του αὐτή τή τεχνική ἀκολουθία. Ἐπειδή δηλαδή δέν συντελεῖ στήν ἀπόλαυσή μας τό χόρτο πού βλασταίνει πρῶτο ἀπ᾽ τό σπόρο, δέν σημαίνει ὅτι γιά τό λόγο αὐτό εἶναι περιττό κι ἀνώφελο αὐτό που γίνεται. Γιατί ὅποιος χρειάζεται τήν τροφή ἀποβλέπει στήν ἐξυπηρέτησή του· ὁ σκοπός ὅμως τῆς φύσης δέν ἀποβλέπει σέ κάτι ἄλλο, ἀλλά στό πῶς νά προωθήσει τήν καρποφορία στό ὡρίμασμα μέ τήν καθαγιασμένη σειρά.'

Γρηγόριος Νύσσης, 'Γιατί το Πένθος στη Ζωή Μας', Τα Μετά Θάνατων, μτφρ. Ευάγγελος Π. Λέκκος, εκδ. Λύχνος

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑