προγραφές

φωτογραφίαεπανέρχεται

'Η σχέση μεταξύ λόγου και πράξης περιπλέκεται απελπιστικά στην οικογενειακή σκηνή, κάθε λόγος μεταλλάσσεται σε συμβάν, ή μάλλον σε «θανάσιμο γεγονός», όπως το λέει ο Χάιλντερλιν. Κάθε πράξη είναι το εμφανές χρονικό αποτέλεσμα κάποιου προγενέστερου λόγου, που εγκαθιδρύει τη χρονικότητα της τραγικής καθυστέρησης, τη συνθήκη ότι όλα όσα συμβαίνουν έχουν ήδη συμβεί, όλα θα φανούν ως τα ανέκαθεν ήδη συμβαίνοντα, ένας λόγος και μια πράξη που διαπλέκονται κι εκτείνονται μέσα στο χρόνο με τη δύναμη της επανάληψης. Ο μοιραίος χαρακτήρας του έγκειται, από μία άποψη, στη δυναμική της χρονικότητάς του και στην ατέρμονη εξορία του στο μη είναι που σημαδεύει την απόστασή του από κάθε έννοια εστίας. Σύμφωνα με τον Χάιλντερλιν, αυτή η θαυμαστή επιτελεστικότητα του λόγου είναι τραγική τόσο με τη μοιραία όσο και με τη θεατρική έννοια. Στο θέατρο, ο λόγος παίζεται, ο λόγος ως πράξη προσλαμβάνει ένα συγκεκριμένο νόημα·η οξεία επιτελεστικότητα των λόγων σ’ αυτό το έργο σχετίζεται απόλυτα με το γεγονός ότι οι λόγοι λαμβάνουν χώρα σ’ ένα θεατρικό έργο, όπου παίζονται, εκδραματίζονται.
Υπάρχουν βέβαια και άλλα συμφραζόμενα στα οποία οι λόγοι γίνονται αδιαχώριστοι από τις πράξεις, όπως συνεδριάσεις πανεπιστημιακών τμημάτων ή οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η ιδιαίτερη δύναμη του λόγου ως πράξης μέσα στην οικογένεια ή, γενικότερα, όπως κυκλοφορεί μέσα στη συγγένεια, επιβάλλεται ως νόμος. Αλλά αυτή η επιβολή δεν συμβαίνει χωρίς μια επανάληψη –μια ιδιότροπη, πρόσκαιρη αντήχηση– η οποία επίσης υποβάλλει το νόμο στον κίνδυνο να ξεφύγει από την πορεία του.'

'Σκεφτείτε ότι η Αντιγόνη προσπαθεί να θρηνήσει, να θρηνήσει ανοιχτά δημόσια, υπό συνθήκες στις οποίες ο θρήνος απαγορεύεται με ρητή διαταγή, μια διαταγή που δέχεται ως εγκληματικό το θρήνο για τον Πολυνείκη και ονομάζει εγκληματία οποιονδήποτε θα αμφισβητούσε το κύρος της. Στην περίπτωση της Αντιγόνης, ο δημόσιος θρήνος είναι από μόνος του έγκλημα. Όμως είναι άραγε ένοχη μόνο εξαιτίας των λόγων που την κατατρέχουν, λόγων που έρχονται από αλλού, ή μήπως επεδίωξε επίσης να καταστρέψει και να αποκηρύξει τους ίδιους τους δεσμούς συγγένειας που τώρα αξιώνει να θρηνήσει; Θρηνεί τον αδελφό της, αλλά ένα μέρος αυτού που παραμένει ανείπωτο σε τούτο το θρήνο είναι ο θρήνος για τον πατέρα της, κι ακόμη για τον άλλο αδελφό της. Η μητέρα της παραμένει σχεδόν ολότελα ακατονόμαστη, και μάλλον δεν υπάρχει ίχνος θλίψης για την αδελφή της, την Ισμήνη, την οποία έχει αποκηρύξει ρητά. Ο «αδελφός» δεν αποτελεί μία μοναδική θέση γι’ αυτήν, αν και μπορεί κάλλιστα όλοι οι αδελφοί της (ο Οιδίποδας, ο Πολυνείκης, ο Ετεοκλής) να συμπυκνώνονται στο εκτεθειμένο σώμα του Πολυνείκη, μια έκθεση που προσπαθεί να καλύψει, μια γύμνια που θα προτιμούσε να μη δει ή να μην έχει δει. Το διάταγμα ορίζει να παραμείνει εκτεθειμένο και αθρήνητο το νεκρό σώμα, και μόλο που η Αντιγόνη επιχειρεί να το ξεπεράσει, δεν είναι εντελώς σαφές τι απ’ όλα θρηνεί ή αν η δημόσια πράξη που επιτελεί μπορεί να είναι ο τόπος της επίλυσής του. Ανακαλεί την απώλεια του αδελφού της, Πολυνείκη, επιμένει στη μοναδικότητά του, αλλά αυτή ακριβώς η επιμονή είναι ύποπτη. Έτσι η επιμονή της στη μοναδικότητα του αδελφού της, στη ριζική μη αναπαραγωγιμότητά του, διαψεύδεται από το γεγονός ότι δεν πενθεί τους δύο άλλους αδελφούς της, εκείνους που δεν αναπαράγει δημόσια για μας. Εδώ φαίνεται ότι η απαγόρευση του πένθους δεν της επιβάλλεται απλώς, αλλά απαγορεύεται ανεξάρτητα, χωρίς άμεση πίεση από το δημόσιο δίκαιο.
Η μελαγχολία της, αν μπορούμε να την πούμε έτσι, φαίνεται να συνίσταται σε αυτή την άρνηση να θρηνήσει, που συντελείται με τους ίδιους δημόσιους όρους με τους οποίους επιμένει στο δικαίωμά της να θρηνήσει. Η διεκδίκηση της δικαιοδοσίας της μπορεί κάλλιστα να είναι το σημάδι μιας μελαγχολίας που διαπερνά την ομιλία της. Οι ηχηρές εξαγγελίες του θρήνου της προϋποθέτουν μια επικράτεια του αθρήνητου. Η επιμονή στον δημόσιο θρήνο είναι αυτό που την απομακρύνει από το θηλυκό φύλο και την οδηγεί στην ύβρη, αυτή τη χαρακτηριστικά ανδροπρεπή υπερβολή που κάνει τους φρουρούς, το χορό και τον Κρέοντα να αναρωτηθούν: ποιος είναι ο άνδρας εδώ; Φαίνεται να υπάρχουν εδώ κάποιοι φαντασματικοί άνδρες, στους οποίους ενοικεί η ίδια η Αντιγόνη, των αδελφών των οποίων έχει πάρει τη θέση και των οποίων τη θέση μετασχηματίζει καθώς την παίρνει. Ο μελαγχολικός, μας λέει ο Φρόυντ, με το θρήνο (plant) του καταθέτει αγωγή (registers a plant), προβαίνει σε μια νομική διεκδίκηση, όπου η γλώσσα γίνεται η εκδήλωση του παραπόνου, όπου, αναδυόμενη μέσα από το ανείπωτο, η γλώσσα φέρει μια βία που την οδηγεί στα όρια της ομιλησιμότητας.
Μπορούμε να ρωτήσουμε τι παραμένει ανείπωτο εδώ, όχι για να παράγουμε μια ομιλία που θα γεμίσει το κενό, αλλά για να αναρωτηθούμε σχετικά με τη σύγκλιση κοινωνικής απαγόρευσης και μελαγχολίας – πώς οι καταδίκες υπό τις οποίες ζει κανείς μετατρέπονται σε αποκηρύξεις τις οποίες επιτελεί, και πώς τα παράπονα που εγείρονται κατά του δημοσίου δικαίου συνιστούν επίσης αντιφατικές προσπάθειες να ξεπεράσει κανείς τη βουβή οργή των ίδιων του των αποκηρύξεων. Αντιμετωπίζοντας το ανείπωτο στην Αντιγόνη, μήπως αντιμετωπίζουμε έναν κοινωνικά θεσμισμένο αποκλεισμό του νοητού, μια κοινωνικά θεσμισμένη μελαγχολία στην οποία η αδιανόητη ζωή αναδύεται στη γλώσσα όπως ένα ζωντανό σώμα θα κλεινόταν σ’ έναν τάφο;'

Τζούντιθ Μπάτλερ, Η Διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η Συγγένεια Μεταξύ Ζωής και Θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, εκδ. Αλεξάνδρεια

·

↑