
'Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε. Το στράτευμα ξαποσταίνει, με το αριστερό πόδι βυθισμένο στα σάπια φύλλα. «Τσαπουρνιά» μού έρχεται ασυναίσθητα στο μυαλό — όχι το δέντρο αλλά η λέξη· η λέξη «τσαπουρνιά». Όμως, αντ’ αυτού, βλέπω πεταμένη παραδίπλα μια παλιά ρόδα ποδηλάτου χωρίς σαμπρέλα, με κόκκινες καρδιές ζωγραφισμένες ολόγυρα στο στεφάνι. Από τα ίχνη των τροχών στη στροφή φαίνεται ότι εδώ έχουν χάσει το δρόμο τους κάμποσοι οδηγοί. Στο δάσος περνώ μπροστά από ένα πανδοχείο, μεγάλο σαν στρατόπεδο. Το μάτι μου πέφτει σ’ έναν σκύλο, ένα τέρας, ένα μοσχάρι. Περιμένω να μου ορμήσει από στιγμή σε στιγμή, αλλά, για καλή μου τύχη, η πόρτα ανοίγει, και το θηρίο περνά το κατώφλι σιωπηλά και υπάκουα. Χαλίκια μπαίνουν στο πλάνο, ύστερα τρίζουν κάτω από τις σόλες μου· νωρίτερα είχα δει χωματουργικές εργασίες. Ανήλικα κορίτσια με μίνι φούστες ετοιμάζονται να καθίσουν σε μηχανάκια ανηλίκων αγοριών. Αφήνω μια οικογένεια να περάσει από δίπλα μου· η κόρη τους λέγεται Έστερ. Ένα χωράφι με καλαμποκιές μες στον χειμώνα, αθέριστο και γκρίζο σαν στάχτη, με τα καλάμια να θροΐζουν, κι ας μην κουνιέται φύλλο. Ένα χωράφι που ονομάζεται θάνατος. Σήκωσα από χάμω ένα κομμάτι λευκό χειροποίητο χαρτί, ποτισμένο από την υγρασία, ανυπομονώντας να διαβάσω τι έγραφε στην άλλη πλευρά, που ήταν στραμμένη στη νοτισμένη γη. Ναι, εκεί θα έβρισκα γραμμένη την απάντηση. Τώρα που το χαρτί είναι άγραφο, δεν νιώθω καμία απογοήτευση.'
'Οι γεωσκώληκες σέρνονται στην άσφαλτο πασχίζοντας να ξεφύγουν από τον παγετό. Είναι όλοι τους μακρόστενοι και λεπτοί σαν κορδόνι. Ένας δεντροτσοπανάκος χτυπά με το ράμφος του τον κορμό ενός δέντρου. Στάθηκα κάμποση ώρα και τον άκουγα να ραμφίζει, νιώθοντας το ρυθμικό σφυροκόπημα να γαληνεύει την ψυχή μου. Λίγο παρακάτω, στην καρδιά της απόλυτης ερημιάς, είδα μια αλεπού. Η άκρη της ουράς της είχε βαφτεί λευκή. Σβύπφλινγκεν — Μπιχαλφίνγκεν. Κάθομαι σε μια σκεπαστή στάση λεωφορείου. Παραδίπλα το σχολείο έχει διάλειμμα. Ένα παιδί ήρθε προς το μέρος μου, με καλημέρισε και το έβαλε στα πόδια. Ο ιερέας έχει μια καλή κουβέντα για μένα. Το σχολείο έχει καταπιεί τα παιδιά. Τα σπουργίτια ξεπαγώνουν στη στέγη, στάζοντας από την υγρασία. Ψηλά στον λόφο τα μήλα στα γυμνά κλαριά των δέντρων έχουν παγώσει.'
Βέρνερ Χέτσογκ, Οδοιπορία στον Πάγο: Μόναχο - Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδ. Alloglotta
