προγραφές

Εξώφυλλο: Πλάτων, Γοργίας (ή Περί Ρητορικής)

'ΚΑΛΙΚΛΗΣ. Πάνυ γε σφόδρα, ὦ Σώκρατες. ἐπεὶ πῶς ἂν εὐδαίμων γένοιτο ἄνθρωπος δουλεύων ὁτῳοῦν; ἀλλὰ τοῦτ’ ἐστὶν τὸ κατὰ φύσιν καλὸν καὶ δίκαιον, ὃ ἐγώ σοι νῦν παρρησιαζόμενος λέγω, ὅτι δεῖ τὸν ὀρθῶς βιωσόμενον τὰς μὲν ἐπιθυμίας τὰς ἑαυτοῦ ἐᾶν ὡς μεγίστας εἶναι καὶ μὴ κολάζειν, ταύταις δὲ ὡς μεγίσταις οὔσαις ἱκανὸν εἶναι ὑπηρετεῖν δι’ ἀνδρείαν καὶ φρόνησιν, καὶ ἀποπιμπλάναι ὧν ἂν ἀεὶ ἡ ἐπιθυμία γίγνηται. ἀλλὰ τοῦτ’ οἶμαι τοῖς πολλοῖς οὐ δυνατόν· ὅθεν ψέγουσιν τοὺς τοιούτους δι’ αἰσχύνην, ἀποκρυπτόμενοι τὴν αὑτῶν ἀδυναμίαν, καὶ αἰσχρὸν δή φασιν εἶναι τὴν ἀκολασίαν, ὅπερ ἐν τοῖς πρόσθεν ἐγὼ ἔλεγον, δουλούμενοι τοὺς βελτίους τὴν φύσιν ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ οὐ δυνάμενοι ἐκπορίζεσθαι ταῖς ἡδοναῖς πλήρωσιν ἐπαινοῦσιν τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν αὑτῶν ἀνανδρίαν. ἐπεὶ ὅσοις ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξεν ἢ βασιλέων ὑέσιν εἶναι ἢ αὐτοὺς τῇ φύσει ἱκανοὺς ἐκπορίσασθαι ἀρχήν τινα ἢ τυραννίδα ἢ δυναστείαν, <τί ἂν> τῇ ἀληθείᾳ αἴσχιον καὶ κάκιον εἴη σωφροσύνης καὶ δικαιοσύνης τούτοις τοῖς ἀνθρώποις, οἷς ἐξὸν ἀπολαύειν τῶν ἀγαθῶν καὶ μηδενὸς ἐμποδὼν ὄντος, αὐτοὶ ἑαυτοῖς δεσπότην ἐπαγάγοιντο τὸν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων νόμον τε καὶ λόγον καὶ ψόγον; ἢ πῶς οὐκ ἂν ἄθλιοι γεγονότες εἶεν ὑπὸ τοῦ καλοῦ τοῦ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς σωφροσύνης, μηδὲν πλέον νέμοντες τοῖς φίλοις τοῖς αὑτῶν ἢ τοῖς ἐχθροῖς, καὶ ταῦτα ἄρχοντες ἐν τῇ ἑαυτῶν πόλει; ἀλλὰ τῇ ἀληθείᾳ, ὦ Σώκρατες, ἣν φῂς σὺ διώκειν, ὧδ’ ἔχει· τρυφὴ καὶ ἀκολασία καὶ ἐλευθερία, ἐὰν ἐπικουρίαν ἔχῃ, τοῦτ’ ἐστὶν ἀρετή τε καὶ εὐδαιμονία, τὰ δὲ ἄλλα ταῦτ’ ἐστὶν τὰ καλλωπίσματα, τὰ παρὰ φύσιν συνθήματα ἀνθρώπων, φλυαρία καὶ οὐδενὸς ἄξια.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Οὐκ ἀγεννῶς γε, ὦ Καλλίκλεις, ἐπεξέρχῃ τῷ λόγῳ παρρησιαζόμενος· σαφῶς γὰρ σὺ νῦν λέγεις ἃ οἱ ἄλλοι διανοοῦνται μέν, λέγειν δὲ οὐκ ἐθέλουσιν. δέομαι οὖν ἐγώ σου μηδενὶ τρόπῳ ἀνεῖναι, ἵνα τῷ ὄντι κατάδηλον γένηται πῶς βιωτέον. καί μοι λέγε· τὰς μὲν ἐπιθυμίας φῂς οὐ κολαστέον, εἰ μέλλει τιςοἷον δεῖ εἶναι, ἐῶντα δὲ αὐτὰς ὡς μεγίστας πλήρωσιν αὐταῖς ἁμόθεν γέ ποθεν ἑτοιμάζειν, καὶ τοῦτο εἶναι τὴν ἀρετήν;
ΚΑΛ. Φημὶ ταῦτα ἐγώ.
ΣΩ. Οὐκ ἄρα ὀρθῶς λέγονται οἱ μηδενὸς δεόμενοι εὐδαίμονες εἶναι.
ΚΑΛ. Οἱ λίθοι γὰρ ἂν οὕτω γε καὶ οἱ νεκροὶ εὐδαιμονέστατοι εἶεν.
ΣΩ. Ἀλλὰ μὲν δὴ καὶ ὥς γε σὺ λέγεις δεινὸς ὁ βίος. οὐ γάρ τοι θαυμάζοιμ’ ἂν εἰ Εὐριπίδης ἀληθῆ ἐν τοῖσδε λέγει, λέγων—

τίς δ’ οἶδεν, εἰ τὸ ζῆν μέν ἐστι κατθανεῖν,
τὸ κατθανεῖν δὲ ζῆν;

καὶ ἡμεῖς τῷ ὄντι ἴσως τέθναμεν· ἤδη γάρ του ἔγωγε καὶ ἤκουσα τῶν σοφῶν ὡς νῦν ἡμεῖς τέθναμεν καὶ τὸ μὲν σῶμά ἐστιν ἡμῖν σῆμα, τῆς δὲψυχῆς τοῦτο ἐν ᾧ ἐπιθυμίαι εἰσὶ τυγχάνει ὂν οἷον ἀναπείθεσθαι καὶ μεταπίπτειν ἄνω κάτω, καὶ τοῦτο ἄρα τις μυθολογῶν κομψὸς ἀνήρ, ἴσως Σικελόςτις ἢ Ἰταλικός, παράγων τῷ ὀνόματι διὰ τὸ πιθανόν τε καὶ πειστικὸν ὠνόμασε πίθον, τοὺς δὲ ἀνοήτους ἀμυήτους, τῶν δ’ ἀνοήτων τοῦτο τῆς ψυχῆς οὗ αἱ ἐπιθυμίαι εἰσί, τὸ ἀκόλαστον αὐτοῦ καὶ οὐ στεγανόν, ὡς τετρημένος εἴη πίθος, διὰ τὴν ἀπληστίαν ἀπεικάσας. τοὐναντίον δὴ οὗτος σοί, ὦ Καλλίκλεις, ἐνδείκνυται ὡς τῶν ἐν Ἅιδου—τὸ ἀιδὲς δὴ λέγων—οὗτοι ἀθλιώτατοι ἂν εἶεν, οἱ ἀμύητοι, καὶ φοροῖεν εἰς τὸντετρημένον πίθον ὕδωρ ἑτέρῳ τοιούτῳ τετρημένῳ κοσκίνῳ. τὸ δὲ κόσκινον ἄρα λέγει, ὡς ἔφη ὁ πρὸς ἐμὲ λέγων, τὴν ψυχὴν εἶναι· τὴν δὲ ψυχὴν κοσκίνῳἀπῄκασεν τὴν τῶν ἀνοήτων ὡς τετρημένην, ἅτε οὐ δυναμένην στέγειν δι’ ἀπιστίαν τε καὶ λήθην. ταῦτ’ ἐπιεικῶς μέν ἐστιν ὑπό τι ἄτοπα, δηλοῖ μὴν ὃἐγὼ βούλομαί σοι ἐνδειξάμενος, ἐάν πως οἷός τε ὦ, πεῖσαι μεταθέσθαι, ἀντὶ τοῦ ἀπλήστως καὶ ἀκολάστως ἔχοντος βίου τὸν κοσμίως καὶ τοῖς ἀεὶπαροῦσιν ἱκανῶς καὶ ἐξαρκούντως ἔχοντα βίον ἑλέσθαι. ἀλλὰ πότερον πείθω τί σε καὶ μετατίθεσθαι εὐδαιμονεστέρους εἶναι τοὺς κοσμίους τῶνἀκολάστων, ἢ οὐδ’ ἂν ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα μυθολογῶ, οὐδέν τι μᾶλλον μεταθήσῃ;
ΚΑΛ. Τοῦτ’ ἀληθέστερον εἴρηκας, ὦ Σώκρατες.
ΣΩ. Φέρε δή, ἄλλην σοι εἰκόνα λέγω ἐκ τοῦ αὐτοῦ γυμνασίου τῇ νῦν. σκόπει γὰρ εἰ τοιόνδε λέγεις περὶ τοῦ βίου ἑκατέρου, τοῦ τε σώφρονος καὶ τοῦἀκολάστου, οἷον εἰ δυοῖν ἀνδροῖν ἑκατέρῳ πίθοι πολλοὶ εἶεν καὶ τῷ μὲν ἑτέρῳ ὑγιεῖς καὶ πλήρεις, ὁ μὲν οἴνου, ὁ δὲ μέλιτος, ὁ δὲ γάλακτος, καὶ ἄλλοι πολλοὶ πολλῶν, νάματα δὲ σπάνια καὶ χαλεπὰ ἑκάστου τούτων εἴη καὶμετὰ πολλῶν πόνων καὶ χαλεπῶν ἐκποριζόμενα· ὁ μὲν οὖν ἕτερος πληρωσάμενος μήτ’ ἐποχετεύοι μήτε τι φροντίζοι, ἀλλ’ ἕνεκα τούτων ἡσυχίαν ἔχοι· τῷ δ’ ἑτέρῳ τὰ μὲν νάματα, ὥσπερ καὶ ἐκείνῳ, δυνατὰ μὲν πορίζεσθαι, χαλεπὰ δέ, τὰ δ’ ἀγγεῖα τετρημένα καὶ σαθρά, ἀναγκάζοιτο δ’ ἀεὶ καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν πιμπλάναι αὐτά, ἢ τὰς ἐσχάτας λυποῖτο λύπας· ἆρα τοιούτου ἑκατέρου ὄντος τοῦ βίου, λέγεις τὸν τοῦ ἀκολάστου εὐδαιμονέστερον εἶναι ἢ τὸντοῦ κοσμίου; πείθω τί σε ταῦτα λέγων συγχωρῆσαι τὸν κόσμιον βίον τοῦ ἀκολάστου ἀμείνω εἶναι, ἢ οὐ πείθω;
ΚΑΛ. Οὐ πείθεις, ὦ Σώκρατες. τῷ μὲν γὰρ πληρωσαμένῳ ἐκείνῳ οὐκέτ’ ἔστιν ἡδονὴ οὐδεμία, ἀλλὰ τοῦτ’ ἔστιν, ὃ νυνδὴ ἐγὼ ἔλεγον, τὸ ὥσπερ λίθον ζῆν, ἐπειδὰν πληρώσῃ, μήτε χαίροντα ἔτι μήτε λυπούμενον. ἀλλ’ ἐν τούτῳ ἐστὶν τὸ ἡδέως ζῆν, ἐν τῷ ὡς πλεῖστον ἐπιρρεῖν.
ΣΩ. Οὐκοῦν ἀνάγκη γ’, ἂν πολὺ ἐπιρρέῃ, πολὺ καὶ τὸ ἀπιὸν εἶναι, καὶ μεγάλ’ ἄττα τὰ τρήματα εἶναι ταῖς ἐκροαῖς;'

*

'ΚΑΛΙΚΛΗΣ. Έτσι απολύτως, Σωκράτη. Πώς άλλωστε άνθρωπος δούλος στον οποιοδήποτε θα ήταν ευτυχισμένος; Τούτο όμως είναι το σύμφωνα με τη φύση ωραίο και δίκαιο, το οποίο σου αναφέρω τώρα με θάρρος, ότι δηλαδή αυτός που εννοείς να ζήσει σωστά πρέπει ν’ αφήνει τις επιθυμίες του να γίνουν όσο μεγαλύτερες και να μην τις εμποδίζει και να μπορεί να τις υπηρετεί, καθώς είναι μεγάλες, χάρη στην ανδρεία και στη φρόνησή του, και να ικανοποιεί αυτά που κάθε φορά αφορούν την επιθυμία του. Νομίζω όμως ότι τούτο δεν είναι δυνατό για τους πολλούς. Εξ αυτού κατηγορούν τους τέτοιου είδους ανθρώπους από ντροπή, κρύβοντας τη δική τους αδυναμία, και λένε πως η ακολασία είναι πράγμα άσχημο, κάτι που έλεγα κι εγώ προηγουμένως, υποδουλώνοντας τους ανθρώπους ανώτερης φύσης. Και κείνοι, επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν για τις ηδονές τους ικανοποίηση, επαινούν τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη εξαιτίας της ανανδρίας τους. Άλλωστε για όσους συνέβη να είναι εξαρχής γιοι βασιλιάδων ή ήταν από τη φύση τους ικανοί να κατακτήσουν κάποια εξουσία ή τυραννίδα ή δυναστεία, τι θα ήταν στ’ αλήθεια χειρότερο από τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη για τους ανθρώπους τούτους, οι οποίοι, παρ’ ότι έχουν τη δυνατότητα ν’ απολαμβάνουν τα αγαθά και κανείς να μην τους εμποδίζει, οι ίδιοι θα έθεταν κύριο του εαυτού τους τον νόμο των πολλών ανθρώπων, τον λόγο και την κατηγορία; Ή πώς δεν θα γινόταν δυστυχισμένοι από το καλό της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης, μη μπορώντας να προσφέρουν περισσότερα στους φίλους των απ’ ό,τι στους εχθρούς, και τούτο ενώ κυβερνούν την πόλη; Όμως η αλήθεια, την οποία λες ότι αναζητάς, Σωκράτη, έτσι έχει· η τρυφηλότητα, η ακολασία και η ελευθερία, αν κάποιος έχει τη δυνατότητα, αυτά είναι αρετή και ευδαιμονία, και τα υπόλοιπα τούτα, τα στολίδια, οι αντίθετες προς τη φύση ανθρώπινες συμβάσεις, είναι ανοησίες και πράγματα ανάξια λόγου;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ευγενικά, Καλλικλή, αναπτύσσεις τον συλλογισμό και με θάρρος. Αναφέρεις με σαφήνεια αυτά που οι άλλοι σκέπτονται μεν, αλλά δεν θέλουν να λένε. Σε παρακαλώ λοιπόν, να μη σταματήσεις με κανένα τρόπο, ώστε να γίνει πραγματικά ολοφάνερο πώς πρέπει να ζει κάποιος. Πες μου λοιπόν· λες πως δεν πρέπει να εμποδίζουμε τις επιθυμίες, αν θέλουμε να είμαστε όπως πρέπει, και αφήνοντάς τες να γίνουν όσο μεγαλύτερες, να τους εξασφαλίζουμε με οποιοδήποτε τρόπο ικανοποίηση, και πως τούτο είναι η αρετή;
ΚΑΛ. Έτσι μίλησα.
ΣΩ. Δεν είναι λοιπόν σωστό να λέγεται πως ευτυχισμένοι είναι αυτοί που δεν έχουν καμία ανάγκη.
ΚΑΛ. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι πέτρες και οι νεκροί θα ήταν ευτυχέστατοι.
ΣΩ. Αλλά σύμφωνα με όσα λες και η ζωή είναι δύσκολη. Δεν θ’ απορούσα λοιπόν αν ο Ευριπίδης έχει δίκιο λέγοντας

και ποιος το ξέρει, αν η ζωή ‘ναι θάνατος
και ο θάνατος ζωή,

Ίσως και μεις έχουμε πεθάνει. Άκουσα κάποτε από κάποιον σοφό πως είμαστε πεθαμένοι και πως το σώμα είναι τάφος μας, ενώ το μέρος αυτό της ψυχής στο οποίο υπάρχουν οι επιθυμίες είναι τέτοιο ώστε να μεταπείθεται και ν’ αλλάζει προς κάθε κατεύθυνση, και τούτο διηγούνταν ως μύθο κάποιος καλλιεπής άνδρας, Σικελός ίσως ή από την Ιταλία, ο οποίος εξαιτίας της ομοιότητας των λέξεων έδωσε λόγω του εύπιστου και πειστικού την ονομασία πίθος, και στους ανόητους την ονομασία αμύητοι. Το μέρος της ψυχής των ανόητων, στο οποίο υπάρχουν οι επιθυμίες, το ακόλαστο και όχι στεγανό, είπε πως είναι τρυπημένο πιθάρι, κάνοντας την παρομοίωση εξαιτίας της απληστίας του. Αντίθετα από σένα, Καλλικλή, αυτός φανερώνει πως απ’ όσους βρίσκονται στον Άδη —μιλώντας βέβαια για τα αόρατα— δυστυχέστατοι είναι τούτοι, οι αμύητοι, και μεταφέρουν στο τρύπιο πιθάρι νερό με τρυπημένο κόσκινο. Κόσκινο εννοεί, όπως μου είπε ο συνομιλητής μου, την ψυχή. Παρομοίασε την ψυχή των ανόητων με κόσκινο, επειδή είναι διάτρητη, καθώς δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα εξαιτίας της δυσπιστίας και της λήθης. Τούτα είναι βεβαίως κάπως παράδοξα, αλλά φανερώνουν αυτό που θέλω να σου δείξω, αν είμαι κάπως ικανός να σε πείσω ν’ αλλάξεις γνώμη, και στη θέση της άπληστης και ακόλαστης ζωής να προτιμήσεις κόσμια ζωή, που ικανοποιείται και αρκείται στα παρόντα. Σε πείθω όμως καθόλου, και, αλλάζοντας γνώμη, θεωρείς τους κόσμους ευτυχέστερους από τους ακόλαστους ή, αν και πολλά τέτοια σου διηγούμαι, καθόλου δεν αλλάζεις απόψεις;
ΚΑΛ. Τούτο είναι το πιο αληθινό, Σωκράτη.
ΣΩ. Έλα λοιπόν, σου παρουσιάζω άλλη εικόνα από την ίδια σχολή με την τωρινή. Παρατήρησε αν κάτι τέτοιο λες για τη ζωή και των δύο, του σώφρονος ανθρώπου και του ακόλαστου, όπως, αν δύο άνθρωποι έχουν ο καθένας πολλά πιθάρια και του ενός είναι καλά και γεμάτα, το ένα με κρασί, το άλλο με μέλι, το άλλο με γάλα και τα άλλα με διάφορα. Και των δύο τα υγρά ήταν σπάνια και δύσκολα στην παρασκευή τους, και η εξασφάλισή τους γινόταν με πολλούς κόπους και δυσκολίες. Ο ένας λοιπόν, αφού γέμισε τα πιθάρια του, δεν πρόσθετε ούτε μεριμνούσε καθόλου, αλλά εξαιτίας τους ήταν ήσυχος. Του άλλου τα υγρά ήταν, όπως και του προηγούμενου, δυνατό να εξασφαλιστούν, αλλά με δυσκολία, ενώ τα πιθάρια ήταν τρύπια και παλιωμένα, και ήταν αναγκασμένος συνέχεια να τα γεμίζει νυχθημερόν, διαφορετικά έπαιρνε τις μεγαλύτερες λύπες. Εφόσον λοιπόν η ζωή καθενός είναι τέτοια, νομίζεις ότι πιο ευτυχισμένη είναι η ζωή του ακόλαστου ή του κόσμιου; Σε πείθω με τα λόγια μου τούτα να συμφωνήσεις πως η κόσμια ζωή είναι καλύτερη από την ακόλαστη ή δεν σε πείθω;
ΚΑΛ. Δεν με πείθεις, Σωκράτη. Άλλωστε εκείνος που γέμισε τα πιθάρια δεν είχε πλέον καμιά ευχαρίστηση, αλλά είναι αυτό που έλεγα πριν από λίγο, ότι ζούσε όπως η πέτρα, αφότου τα γέμισε, χωρίς να έχει πια ούτε χαρά ούτε λύπη. Αντίθετα η ευχάριστη ζωή έγκειται σε τούτο, να κυλούν στα πιθάρια όσο πιο πολλά υγρά.
ΣΩ. Κατ’ ανάγκη όμως, αν προστίθενται πολλά υγρά, πολύ θα είναι κι αυτό που χάνεται, αλλά και μεγάλες οι τρύπες στις εκροές;'

Πλάτων, Γοργίας (ή Περί Ρητορικής), μτφρ. Μεταφραστική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Pierre Jamet, Miguel Demuynck et Hélène Rosenberg près de l’auberge de jeunesse du Petit Morond (Jura) (1938)
Miguel Demuynck et Hélène Rosenberg près de l’auberge de jeunesse du Petit Morond (Jura) (1938) - Pierre Jamet

Εξώφυλλο: Έντιθ Σεντεργκραν, Ποιήματα

ο ι μ έ ρ ε ς τ ο υ χ ι ν ό π ω ρ ο υ

Οι μέρες του χινόπωρου διάφανες
ζωγραφισμένες στο χρυσο φόντο του δάσου...
Οι μέρες του χινόπωρου χαμογελουν σε όλους τους ανθρώπους.
Είναι τόσο ωραία ν’ αποκοιμιέσαι χωρις επιθυμίες
αποκαμωμένος από τα λούλουδα κι από την πρασινάδα
με το κόκκινο στεφάνι της κληματαριάς στο προσκέφαλο...
Η μέρα του χινόπωρου δεν έχει πια καμια λαχτάρα
τα δάχτυλά-της άσπλαχνα κρύα,
στα όνειρά-της βλέπει άσπρες νιφάδες
παντου χωρίς αναπαμο να πέφτουν...

*

α σ τ ρ ο φ ε γ γ ι α

Μάταιη οδύνη
μάταιη προσμονη
ο κόσμος αδειανος όπως το γέλιο-σου.
Τ’ αστέρια πέφτουν —
ψυχρη, εξαίσια νύχτα.
Ο έρωτας χαμογελα στον ύπνο-του,
ο έρωτας νειρέβεται την αιωνιότητα...
Μάταιος φόβος, άσκοπο μαρτύριο,
λιγότερο απ’ το τίποτε είναι ο κόσμος,
από το χέρι του έρωτα έπεσε στη θάλασσα
το δαχτυλόδι της αιωνιότητας.

*

τ ρ ε ι ς α δ ε λ φ ε ς

Η μια αδελφη αγαπούσε τα γλυκα χαμόκερασα,
η δέφτερη αφελφη αγαπούσε τα κόκκινα τριαντάφυλλα,
η τρίτη αφελφη αγαπούσα τα νεκροστέφανα.

Η πρώτη αδελφή παντρέφτηκε :
λένε πως είναι εφτυχισμένη .

Η δέφτερη αδελφη αγάπησε ολόψυχα,
λένε πως δυστύχησε.

Η τρίτη αδελφη άγιασε,
λένε πως θα κερδίσει το στέφανο της αιώνιας ζωης.

*

v i e r g e m o d e r n e

Δεν είμαι γυναίκα. Είμαι ουδέτερο.
Είμαι παιδι, νιος αβλικος, μια παράτολμη απόφαση,
είμαι δέσμη γελαστη από έναν άλικο ήλιο...
Είμαι δίχτυ για όλα τα ακόρεστα ψάρια,
είμαι μια κούπα κρασί στην υγεία όλων των γυναικών,
είμαι ένα βήμα κατά τη μοίρα και τον αφανισμο,
ένα πήδημα στο λυτρωμο και στον εαφτο-μου...
Του αιμάτου είμαι κελάρυσμα στο αφτί του ανθρώπου,
είμαι της ψυχης αναρίγημα, πόθος και άρνηση της σάρκας,
είμαι μια επιγραφη στην είσοδο του νέου παράδεισου.
Είμαι ανήσυχη και πέρφανη φλόγα,
ρέμα βαθυ, μα τολμηρο ώς τα γόνατα,
είμαι φωτια και νερο σ’ ανυπόκριτο λέφτερο σμίξιμο...

*

τ α α χ ν ά ρ ι α τ ω ν θ ε ω ν

Με την καρδια πάνω απ’ τον πόνο οι θεοι πορέβουνται μέσα από τη ζωη...
Διαβαίνουν κρατώντας-την ανάλαφρα ίδιες κολόνες αέρινους θόλους.
Ολομόναχοι οι θεοι μέσα από τη ζωη περνουν, στέκουμ κι αγνώριστοι τα αιώνια μάτια-τους κοιτουν τη ζοφερη σφαίρα-μας.
Κι όπου τα μάτια-τους πέφτουν στο λόγγο και στη λίμνη εκει νερα και δέντρα αγιάζουν.
Το πέρασμά-τους γίνεται παρηγορια να οδέβει για όποιον αγωνίζεται καθως η οδύνη το στήθος-του φουσκώνει.
Απ’ όπου πέρασαν είναι χαρα να περπατει
όποιος το δρόμο ακολουθεί της νίκης-του.
Τα αχνάρια των θεων δε σβήνουν απ’ τον κόσμο·
καθώς περνουν σηκώνουν πιο ψηλα τη γη
χαρίζοντας στον άνθρωπο συγγνώμη.

Έντιθ Σεντεργκραν, Ποιήματα, μτφρ. Αντώνης Μουστακίδης, εκδ. Ελληνοσκανδιναβική Βιβλιοθήκη

Εξώφυλλο: Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο: Μαθήματα Ζωής

'ΜΕ ΡΩΤΑΣ τι οφείλεις κυρίως να αποφεύγεις. Τον όχλο. Δεν μπορείς ακόμη να τον εμπιστευθείς με ασφάλεια. Εγώ τουλάχιστον θα ομολογήσω την αδυναμία μου: ποτέ δεν επιστρέφω στο σπίτι μου με τον ηθικό χαρακτήρα που είχα όταν βγήκα απ’ αυτό· κάτι από εκείνα που είχα διευθετήσει μέσα μου ταράχτηκε και κάποιο από εκείνα τα κακά που είχα διώξει ξαναγυρίζει. Ό,τι συμβαίνει με τους αρρώστους, οι οποίοι μετά από μια μακρόχρονη αδυναμία έχουν τόσο εξαντληθεί, ώστε να μην μπορούν να βγουν στον καθαρό αέρα δίχως να αδιαθετήσουν. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς, που οι ψυχές μας αναλαμβάνουν μετά από μακρά ασθένεια.
Η συναναστροφή με τον όχλο είναι βλαβερή: πάντα εμφανίζεται κάποιος για να μας μεταδώσει ένα ελάττωμα, να μας το εντυπώσει ή, άθελά μας, να μας το προσάψει. Πάντως, όσο μεγαλύτερο είναι το πλήθος με το οποίο αναμειγνυόμαστε, τόσο μεγαλύτερος και ο κίνδυνος. Πράγματι, τίποτε δεν είναι τόσο επιζήμιο στα χρηστά ήθη όσο η συμμετοχή στα θεάματα. Τότε, διαμέσου του ευχάριστου θεάματος, τα ελαττώματα εισχωρούν ευκολότερα μέσα μας.
Τι φαντάζεσαι ότι θέλω να πω; Επιστρέφω σπίτι μου πιο φιλάργυρος, πιο φιλόδοξος, πιο άσωτος. Στην πραγματικότητα, χειρότερος. Σκληρότερος και πιο απάνθρωπος, επειδή αναμείχθηκα με τους ανθρώπους. Παρακολούθησα τυχαία το θέαμα του μεσημεριού, περιμένοντας να δω παιχνίδια, αστεία, κάποια διασκέδαση που να ξεκουράζει τα μάτια των ανθρώπων από το ανθρώπινο αίμα. Συνέβη το αντίθετο: όλοι οι προηγούμενοι αγώνες ήταν συγκριτικά ευχάριστοι. Τώρα που εγκαταλείψαμε τα κωμικά θεάματα, ήταν καθαρές δολοφονίες. Δεν υπάρχει τίποτε να προστατεύει τους αγωνιστές: τα κορμιά τους ολόκληρα είναι εκτεθειμένα στα χτυπήματα, και κανένα χτύπημα δεν πάει χαμένο.
Οι περισσότεροι προτιμούν κάτι τέτοιο, αντί για τις συνηθισμένες μονομαχίες και τους περίφημους μονομάχους. Πώς να μην το προτιμούν; Χωρίς κράνος και χωρίς ασπίπδα που να προστατεύει από τα ξίφη. Προς τι οι τόσες προστασίες; Προς τι η τεχνική; Όλα αυτά καθυστερούν μονάχα το θάνατο. Το πρωί ρίχνουν τους ανθρώπους στα λιοντάρια και στις αρκούδες, και το μεσημέρι στους ίδιους τους θεατές! Διατάζουν τους φονιάδες να ριχτούν πάνω σε άλλους φονιάδες και φυλάνε τον νικητή για ένα επόμενο μακελειό· η έκβαση είναι ο θάνατος των αγωνιστών. Το θέαμα ολοκληρώνεται με τη φωτιά και το ατσάλι. Να τι συμβαίνει όταν αδειάσει η αρένα.
“Όμως ο τάδε έχει κλέψει και έχει σκοτώσει άνθρωπο”. Και λοιπόν; Επειδή σκότωσε, του αξίζει μια τέτοια τιμωρία; Εσύ τι αξίζεις, δυστυχισμένε, και τον κοιτάς; Σκότωσε, μαστίγωσε, κάψε! Γιατί δειλιάζεις να ορμήσεις στο ατσάλι; Γιατί δείχνεις τόση λίγη τόλμη στον φόνο; Γιατί πεθαίνεις τόσο απρόθυμα; Ας τον χτυπήσουν για να πληγωθεί, ας αλληλοχτυπηθούν πάνω στα γυμνά και απροστάτευτα στήθη τους! Τώρα είναι διάλειμμα: περιμένοντας, ας σφαχτούν μερικοί, έτσι για να περάσεις η ώρα! Δεν νιώθετε πως τα κακά παραδείγματα κάνουν κακό σ’ εκείνους που τα δίνουν! Ευχαριστήστε τους αθάνατους θεούς, που διδάσκουν να είμαστε αμείλικτοι σ’ εκείνον που δεν μπορεί να διδαχθεί.
Πρέπει να απομακρύνεται από τον όχλο εκείνος που έχει ψυχή τρυφερή και όχι ακόμη σταθερά προσανατολισμένη προς την αρετή: εύκολα παίρνει το μέρος των περισσότερων. Ακόμη και ο ηθικός χαρακτήρας ενός Σωκράτη, ενός Κάτωνα, ενός Λαίλιου, θα μπορούσε να αλλοιωθεί από τον ξένο προς τον χαρακτήρα τους πλήθος· πολύ περισσότερο η δική μας ψυχή, η οποία τώρα διαπλάσσεται, δεν είναι σε θέση να αποκρούσει την επίθεση εκείνων των ελαττωμάτων που ενσαρκώνονται σε τόσους πολλούς.
Ένα μόνο παράδειγμα ασωτίας ή φυλαργυρίας είναι ικανό να προκαλέσει μεγάλο κακό: ένας λεπτεπίλεπτος σύντροφος μειώνει τη δραστηριότητά μας και μας κάνει μαλθακούς· ένας πλούσιος γείτονας ξεσηκώνει τη ζήλια μας· ο κακόπιστος γνωστός μεταδίδει το μικρόβιό του, όσο αγνός και απλός κι αν είναι εκείνος που τον συναναστρέφεται. Τι νομίζεις ότι θα συμβεί σ’ έναν παρόμοιο χαρακτήρα, όταν δεχθεί την επίδραση των πολλών;
Κατ’ ανάγκη θα μιμηθείς ή θα μισήσεις. Όμως οφείλεις να αποφύγεις και τα δύο. Ούτε να μοιάζεις με τους κακούς, επειδή είναι πολλοί, ούτε να μισείς τους πολλούς, επειδή δεν σου μοιάζουν. Να επιστρέφεις στον εαυτό σου όσο μπορείς. Να συναναστρέφεσαι εκείνους που θα σε κάνουν καλύτερο. Να δέχεσαι εκείνους που μπορείς, εσύ, να τους κάνεις καλύτερους. Τέτοιες ενέργειες είναι αμοιβαίες και οι άνθρωποι μαθαίνουν διδάσκοντας ο ένας τον άλλο.
Η φιλοδοξία να επιδεικνύεις την ευφυΐα σου δεν πρέπει να σε οδηγεί στο κέντρο της σκηνής, για αν δίνεις διαλέξεις στο κοινό. Θα ήθελα να προσφέρεις σ’ αυτή τη μάζα ένα προϊόν που να τους αρμόζει: δεν θα βρεθεί κανείς που να μπορέσει να σε καταλάβει. Ίσως βρεθούν ένας ή δύο, αλλά και αυτοί πρέπει να διδαχθούν και να μορφωθούν για να μπορέσουν να σε καταλάβουν. “Για ποιον, λοιπόν, έμαθες όσα σου δίδαξα;”. Μη φοβηθείς ότι άδικα κόπιασες. Τα έμαθες για τον ίδιο σου τον εαυτό σου.
Αλλά για να μην έχω διδαχθεί σήμερα μόνον εγώ, θα μοιραστώ μαζί σου τρεις αξιόλογες φράσεις, οι οποίες μου φαίνονται ότι έχουν σχεδόν την ίδια σημασία. Με τη μια από αυτές τούτο το γράμμα ξεπληρώνει το χρέος απέναντί σου και τις άλλες δύο να τις δεχτείς προκαταβολικώς. Ο Δημόκριτος λέει: “Για μένα, ένας μόνον άνθρωπος αξίζει όσο όλος ο δήμος, και όλος ο δήμος όσο ένας άνθρωπος”.
Καλά μίλησε κι εκείνος (γιατί αμφιβάλλουν ποιος ήταν), ο οποίος απάντησε, όταν τον ρώτησαν προς τι η τόση επιμέλεια σε μια επιστήμη που απευθύνεται σε τόσο λίγους: “Μου αρκούν λίγοι”, είπε, “μου αρκεί ένας, μου αρκεί κανένας”. Πολύ αξιόλογη και η τρίτη φράση που ανήκει στον Επίκουρο, ο οποίος γράφει σε κάποιο οπαδό των θεωριών του: “Αυτά τα πράγματα δεν τα είπα σε πολλούς, αλλά μόνον σ’ εσένα· και αυτό, διότι είμαστε αρκετά μεγάλο ακροατήριο ο ένας για τον άλλο”.
Αυτές τις φράσεις να ενστερνισθείς, αγαπητέ Λουκίλιε, ώστε να είσαι ικανός να περιφρονείς την ευχαρίστηση των πολλών. Πολλοί σε επαινούν. Έχεις κανένα λόγο να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου όταν είσαι από εκείνους που γίνονται κατανοητοί στον όχλο; Οι αρετές σου ας στρέφονται προς τον εσώτερό σου εαυτό.'

Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο: Μαθήματα Ζωής, μτφρ. Γιώργος Αραμπατζής, εκδ. Ελληνικά Γράμματα

Εξώφυλλο: Αντώνης Ζέρβας, Το Ιπποτικό Μυθιστόρημα του Αριστείδη Κουτζοθεόδωρου

Ο Μ Α Υ Ρ Ο Σ Ε Φ Ε Ν Τ Η Σ

Ἀλλὰ στὶς 7 Αὐγούστου τοῦ ἐπιτροχάζοντος χρόνου εἶχε συμβεῖ νὰ ψιθυρίσει ὁ μαῦρος Ἐφέντης. Ἡ παρέα εἶχε μείνει ἐμβρόνητη, διότι ὁ μαῦρος Ἐφέντης δὲν ἀρκέστηκε στοὺς ψυθιρισμούς. Τὴν ὥρα ποὺ τὸν εἴχαμε στὴν πέδη καὶ ἐκεῖνος ἐκτελοῦσε τὶς ἀρμονικὲς περιελάσεις τῆς καθημερινῆς του ἄσκησης,

σκαιοβατώντας βίαια, ἄρχισε νὰ σπάζει μὲ αἰφνίδιες καὶ πολλαπλὲς κινήσεις τὰ χρυσοπόρφυρα φάλαρα ἐκείνου ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει τὸν χαλινὸ καὶ ἔστησε τὴν πόλη, ἀνατρέποντας ταυτοχρόνως (ἤ ἔτσι μᾶς φάνηκε τὴ στιγμὴ ἐκείνη καὶ τὶς συχνὲς ἑπόμενες),

ὅλη τὴ συμβολικὴ τοῦ γαλάζιου καὶ τοῦ λευκοῦ Βήτα ποὺ θεωρούσαμε ὡς κρατοῦσε συνέχεια, μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα νὰ διερωτόμαστε ἄν ἄξιζε πλέον τὸν κόπο νὰ συνεχίσουμε τὸ θρέψιμό του.

Ἦταν ἀπὸ θυμὸ ἤ ἀπὸ φαυλότητα; Ἦταν ἡ δεύτερη ἀρχῆ τῆς σύζευξης τῶν ἀδυνάτων. Ὁ θυμὸς τοῦ ἵππου εἶναι ὅ,τι καὶ ἡ ὀργὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἠ φαυλότητα ὅμως δὲν εἶναι ἐλεύθερη ἐπιλογή του. Ποιος εἶναι αὐτὸς ποὺ μοιάζει μὲ ὅλους μας χωρὶς νὰ μοιάζει μὲ κανένα ;

Ἦταν γέροντας στὰ χρόνια καὶ παιδίον στὸ πρόσωπο. Ἐκεῖνος ποὺ ψιθυρίζει μὲ τὴ φωνὴ τοῦ δροσάτου ἀέρα τὸ ρῆμα τοῦ μηδενός. Αὐτὸν ζητοῦσε ἡ ὁμιλία μας καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ φθόγγος τῆς ὁμιλίας μας. Ἐμεῖς μιλούσαμε ἀλλὰ ποιός ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τ᾽ ἄλογο στὰ νερά ;

Μᾶς κυρίευσε ἡ ἀνάμνηση τοῦ Ἐκθέτη, τοῦ μεγάλου θηρευτῆ, τοῦ ὑπνοποιοῦ, τοῦ ὑπογραμμοῦ τῆς συμπεριφορᾶς μας, τὸν ὁποῖον πασκίζαμε νὰ μιμηθοῦμε ἐπειδὴ τὸν μισούσαμε, ἐπειδὴ δὲν μπορούσαμε νὰ εἶμαστε χωρὶς τὰ τεμάχια τοῦ σώματός του,

καὶ ἡ Καταβαρία γέμισε χῶμα τὶς χοῦφτες της, τὶς ἔτριψε καὶ ἀπὸ τὴν ψίχα ἔγινε κονιορτός· ἀπὸ τὸν κονιορτὸ κόρα· καὶ ἀπὸ τὰ σουσάμια ποὺ στόλιζαν τὸ φόρεμά της ἐπανέκαμψε ὁ Ἐκθέτης.

Τότε μόνο ἔπαψε νὰ ψιθυρίζει ὁ Ἐφέντης, κληροδοτώντας μας τὸ πολυσύλλαβο φθέγμα : Σερβαλβανιτοβλαχοβούλγαρος.

Αντώνης Ζέρβας, Το Ιπποτικό Μυθιστόρημα του Αριστείδη Κουτζοθεόδωρου, εκδ. Περισπωμένη

Εξώφυλλο: Γαληνός, Για την Αποφυγή της Λύπης (Η Πραγματεία Περί Αλυπίας)

'Τελείως μὲν οὖν ‹οἶμαι› ἀποκρίνασθαί σοι πρὸς τὴν ἐρώτησιν ἣν ἐποιήσω περὶ τῆς ἀλυπίας· ἀτὰρ οὖν ἡγοῦμαι διορισμόν τινα προσθεῖναι. Τάχα γὰρ οἴει με, καθάπερ ἔνιοι τῶν φιλοσόφων ὑπέσχοντο, οὕτως καὶ αὐτὸν ἀποφαίνεσθαι μηδέποτ[ε δ]ὴ μηδὲ νῦν λυπηθήσεσθαι {τῶν φιλοσόφων} καὶ μάλιστα ἐπειδὴ φὴς ἑωρακέναι με μηδέποτε λυπούμενον. Ἐγὼ δὲ, εἰ μέν τίς ἐστιν τοιοῦτος σοφὸς ὡς ἀπαθὴς εἶναι τὸ πᾶν, οὐκ ἔχω λέγειν· τοῦ δ’ αὐτὸς <μὴ> εἶναι τοιοῦτος ἀκριβὴ γνῶσιν ἔχω. Χρημάτων μὲν γὰρ ἀπωλείας καταφρονῶ μέχρι τοῦ μὴ πάντων ἀποστερηθεὶς εἰς νῆσον ἐρήμην πεμφθῆναι, πόνου δὲ σωματικοῦ μέχρι τοῦ μὴ καταφρονεῖν ἐπάγγελεσθαι τοῦ Φαλάριδος ταύρου. Λυπήσει δέ με καὶ πατρὶς ἀνάστατος γενομένη καὶ φίλος ὑπὸ τυράννου κολαζόμενος ὅσα τ’ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ θεοῖς εὔχομαι μηδέν μοι τούτων συμβῆναί ποτε· καὶ διότι μέχρι τοῦ δεῦρό μοι μηδὲν τοιοῦτον συνέβη, διὰ τοῦτο ἄλυπόν με τεθέασαι.
Θαυμάζω δὲ Μουσώνιον ἑκάστοτε λέγειν εἰθισμένον, ὥς φασιν, ὦ Ζεῦ, πέμπε περίστασιν. Ἐγὼ δὲ τουναντίον εὔχομαι διὰ παντός· ὦ Ζεῦ, μηδεμίαν μοι πέμψῃς περίστασιν ἀνιᾶσαί με δυναμένην. Οὕτω δὲ καὶ περὶ τῆς τοῦ σώματος ὑγείας εὔχομαι διὰ παντὸς ὑγιαίνειν αὐτὸ, βουλόμενος οὐ καταγείσης τῆς κεφαλῆς ἐπιδείξασθαι καρτερίαν· ἀσκεῖν <δ’> ἀξιώσας τὰς φαντασίας εἰς ἅπαν δεινόν, ὡς μετρίως ἐνεγκεῖν αὐτό, περιπεσεῖν {δὲ} οὐκ ἂν εὐξαίμην οὐδενὶ τῶν λυπῆσαί με δυναμένων. Αἰσθάνομαι γὰρ ἀκριβῶς ἐγὼ παρακολουθῶν τῇ ποιότητι τῆς ἐμῆς ἕξεως ἣν ἔχω κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν· οὔκουν οὔτε τι τῶν ἔξωθεν αἰτίων τηλικοῦτόν τι γενέσθαι βουλοίμην <ἂν> ὡς διαφθεῖραί μου τὴν ὑγείαν, οὔτε περίστασιν ἰσχυροτέραν τῆς κατὰ τὴν ἐμὴν ψυχὴν ἕξεως. Οὐ μὴν ἀμελῶ γε τῆς εὐεξίας αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ παντὸς, ὅση <ἄν> δύναμις ἐμοὶ ᾖ, ῥώμην ἀμφοτέροις ἐντεθῆναι πειρῶμαι τοσαύτην, ὡς ἀντέχειν δύνασθαι τοῖς λυποῦσιν αὐτά. Καὶ γὰρ εἰ μήτε τὸ σῶμα τὴν Ἡρακλέους ῥώμην ἕξειν ἐλπίζω μήτε τὴν ψυχὴν, ἣν ἔνιοί φασι ὑπάρχειν οἱ σοφοί, βέλτιον εἶναι νομίζω μηδεμίαν ἄσκησιν ἑκόντα παραλιπεῖν –ἐπαινῶ γὰρ πάνυ τὸ Θησέως– καὶ μόνην γε ταύτην εὑρίσκω πρὸς τὰς ἀνιαρὰς περιστάσεις <ὁδόν>. Οὐ μὴν ὑπεράνω πασῶν εἰμι καὶ διὰ τοῦτο τοῖς συνήθεσιν ἑκάστοτε λέγειν πειρῶμαι ὡς οὐδὲν οὐδέποτε ἐπαγγειλάμενος ἱκανὸς εἶναι ποιεῖν ὃ καὶ μὴ διὰ τῶν ἔργων ἐπεδειξάμην, ὅτι χρημάτων μὲν ἀπώλειας ἁπάσης καταφρονῶ, μέχρις ἂν ὑπολείπηται τοσαύτη κτῆσις αὐτῶν, ὡς μήτε πεινῆν μήτε ῥιγοῦν –τὸ γὰρ διψῆν ὑπάρχει καὶ αὐτὸ τούτοις–, {ἕπεσθαι} ἀλγημάτων δὲ μέχρις ἂν ἐπιτρέπῃ μοι καὶ τοῦτο δύνασθαι διαλεχθῆναι φίλῳ, καί τινος ἀναγινώσκοντός μοι βιβλίον ἕπεσθαι τοῖς λεγομένοις. Οἱ γὰρ ἰσχυροὶ πόνοι τούτων ἡμᾶς στερίσκουσι, ἀγαπῴην δ’ <ἄν> ἐν αὐτοῖς εἰ καρτερίαν ἐπιδείξασθαι δυνηθείην.'

*

'Σου έδωσα, φαντάζομαι, μια πλήρη απάντηση στην ερώτηση που έκανες σχετικά με την «αλυπία»· νομίζω όμως ότι θα προσθέσω και μια διευκρίνηση: ίσως φαντάζεσαι ότι και ο ίδιος –όπως ακριβώς διαβεβαίωναν ορισμένοι φιλόσοφοι– δηλώνω κατηγορηματικά ότι σε καμία περίπτωση, ούτε και στη συγκεκριμένη, δεν πρόκειται να λυπηθώ, ιδίως επειδή υποστηρίζεις ότι ποτέ δεν με έχεις δει να λυπάμαι. Εγώ όμως δεν είμαι σε θέση να βεβαιώσω ότι υπάρχει κάποιος τόσο σοφός ώστε να είναι απόλυτα απαθής· ξέρω ωστόσο σίγουρα πως ο ίδιος δεν είμαι τέτοιος: αδιαφορώ για την απώλεια αγαθών, ως το σημείο που δεν θα με στείλουν σε κάποιο ερημονήσι, αφού μου στερήσουν τα πάντα· αδιαφορώ και για τον σωματικό πόνο, χωρίς να υπόσχομαι ότι αδιαφορώ και για το βασανιστήριο του ταύρου του Φαλάριδος. Θα μου προκαλέσει επίσης λύπη και η καταστροφή της πατρίδας μου και η τιμωρία που υφίσταται ένας φίλος μου από κάποιον τύραννο και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, και παρακαλώ τους θεούς ποτέ να μη μου συμβεί κάτι από αυτά. Και επειδή ως τώρα τίποτε τέτοιο δεν μου συνέβη, γι’ αυτό με έχεις δει να μη λυπάμαι καθόλου.
Και απορώ με τον Μουσώνιο που συνήθιζε κάθε φορά να λέει, όπως υποστηρίζουν, «Δία μου, στείλε μου μια δύσκολη κατάσταση»· εγώ αντίθετα παρακαλώ συνέχεια «Δία μου, μη μου στείλεις μια δύσκολη κατάσταση που θα μπορούσε να με στεναχωρήσει». Έτσι και για την υγεία του σώματός μου προσεύχομαι να είναι πάντοτε γερό, χωρίς να θέλω να σπάσει το κεφάλι μου για να δείξω καρτερικότητα· και παρ’ όλο που θεώρησα σωστό να ασκώ τη φαντασία μου για κάθε δεινό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να μπορώ να το αντέξω με τον σωστό τρόπο, δεν θα ευχόμουν να μου συμβεί τίποτε από αυτά που θα μπορούσαν πράγματι να με λυπήσουν. Γιατί έχω την αίσθηση ότι καταλαβαίνω ακριβώς την ποιότητα που διαθέτει το σώμα και η ψυχή μου· δεν θα ήθελα λοιπόν ούτε να προκύψει μια τόσο σοβαρή εξωτερική αιτία που θα μπορούσε να μου καταστρέψει την υγεία, ούτε μια δύσκολη κατάσταση που να ξεπερνάει τις δυνατότητες της ψυχής μου. Σε καμία περίπτωση, φυσικά, δεν παραμελώ την καλή τους κατάσταση, αλλά προσπαθώ διαρκώς, με όσες δυνατότητες διαθέτω, να τα εφοδιάσω με τόση δύναμη, ώστε να μπορούν να αντέξουν όσα τους προκαλούν λύπη. Γιατί, έστω και αν δεν περιμένω να αποκτήσω ούτε τη σωματική τη δύναμη του Ηρακλή, ούτε την ψυχική, η οποία, καθώς λένε οι σοφοί, υπάρχει μέσα μου, πιστεύω ότι είναι καλύτερα να μην παραλείψω με τη θέλησή μου καμία άσκηση –γιατί αυτό που είπε ο Θησέας έχει την απόλυτη επιδοκιμασία μου– και αυτή είναι η μόνη λύση που βρίσκω για τις καταστάσεις που προξενούν λύπη. Γιατί βέβαια δεν είμαι υπεράνω όλων αυτών των καταστάσεων, και γι’ αυτό προσπαθώ κάθε φορά να λέω στους φίλους μου ότι τίποτε ποτέ δεν υποσχέθηκα ότι είμαι ικανός να κάνω, χωρίς να το δείξω στην πράξη· ότι δηλαδή αδιαφορώ για οποιαδήποτε απώλεια χρημάτων, μέχρι το σημείο που μου απομένει τόση περιουσία ώστε ούτε να πεινάω ούτε να κρυώνω – και σε αυτά βέβαια προστίθεται και η δίψα· και για τους σωματικούς πόνους αδιαφορώ, μέχρι το σημείο που μου επιτρέπουν να συζητήσω με έναν φίλο ή, όταν μου διαβάζει κάποιος ένα βιβλίο, να καταλαβαίνω τι λέει. Γιατί αυτά μας στερούν οι δυνατοί πόνοι, και θα ήμουν ευχαριστημένος αν μέσα σε αυτούς θα μπορούσα να δείξω καρτερικότητα.'

Γαληνός, Για την Αποφυγή της Λύπης (Η Πραγματεία Περί Αλυπίας), μτφρ. Παρασκευή Κοτζιά, εκδ. Θύραθεν

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑