προγραφές

Εξώφυλλο: Έντγκαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα

Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Ἀργά μεσάνυχτα, στὸ μήνα τοῦ Ἁλωνάρη,
Στέκομαι κάτω ἀπ' τὸ μυστηριακὸ φεγγάρι.
Μιὰ ράθυμη ἄχνα, θαμπερή, δροσολουσμένη,
Ἀπ’ τὸν ὀλόχρυσο τὸ δίσκο του ἀνασαίνει,
Κι ἀργοσταλάζοντας, σταλιὰ σταλιά,
Πάνω στὴν ἥσυχη βουνοπλαγιά,
Γλιστράει μελωδικὰ κι ὑπνοπαρμένα
Τριγύρω στὰ λαγκάδια τ’ ἁπλωμένα.
Γέρνει τὸ νεκρολούλουδο πάνω στό μνῆμα·
Λικνίζεται τ’ ἀφρόκρινο πάνω στὸ κῦμα.
Τυλίγοντας τὰ στήθια του στὴν καταχνιά,
Τὸ έρείπιο ναρκωμένο θρεῖ στὴ λησμονιά.
Κοίταξε! πέρα ἡ λίμνη, ὡς μοιάζει μὲ τὴ Λήθη,
Σάμπως συνειδητὰ θαρρεῖς ν’ ἀποκοιμήθη,
Καὶ γιὰ κανένα δὲ θὰ ξύπναγε ἀπ’ τὴ βύθη.
Κοιμᾶται ὅλ’ ἡ ὀμορφιά! - καὶ νά! κορμί γυρμένο,
(Τὸ παραθύρι της στὰ οὑράνια εἶν’ ἀνοιγμένο)
Νείρετ’ ἡ Εἰρήνη μὲ τ’ ὠχρὸ της Πεπρωμένο!
Ὤ, κόρη αἰθέρια! ποιὰ τάχα χέρια

Τὸ παραθύρι σου ν’ ἀνοίξανε στ’ ἀστέρια;
Τ’ ἀγέρια ἀσώματα, δαιμονικῶν κοπάδι,
Φτεροκοποῦν μέσ’ ἀπ' τὴν κάμαρά σου ὁμάδι,
Κι ὅλο ἀναδεύουν τὴν κουρτίνα ἑκεῖ ψηλὰ
Τόσο σπαραχτικὰ - τόσο τρομαχτικὰ -
Πάνω ἀπ’ τοῦ βλέφαρου τὸ κρόσι τὸ κλειστὸ
Μὲ τὴν ψυχὴ ὑπνωμένη σου κάτω ἀπ’ αύτό,
Ποὺ ἀπὸ τὸ πάτωμα ὥς τῶν τοίχων τὶς γωνιὲς
Ἀργοσαλεύουν σὰ φαντάσματα οἱ σκιές!
Κόρη, ὅποια νά ’σαι, πῶς δὲ φοβᾶσαι;
Γιατὶ καὶ τὶ ὀνειρεύεσαι ὡς κοιμᾶσαι;
Βέβαια θὲ νά ’ρθες ἀπὸ πέλαα μακρυνά,
Θάμα στοῦ κήπου αὐτοῦ τὰ δέντρα τὰ τρανά!
Παράξενη ἡ χλωμάδα σου! Παράξενη ἡ ντυσιά!
Παράξενα, πιὸ ἀπ’ ὅλα τὰ μακρυὰ πλεχτὰ μαλλιά,
Κι αὐτὴ ὅλη ἡ πένθιμη τριγύρω σιγαλιά!

Κοιμᾶται ἡ κόρη! Ὤ, νά ’ναι ὁ ὕπνος της αὐτὸς
Τόσο βαθύς, ὅσο βαστάει παντοτινός!
Νὰ τὴ φυλάγει σ’ ἅγια σκέπη ὁ Οὐρανός!
Σὲ κάμαρα ἄλλη, ἀπὸ θυμίαμα πιὸ γεμάτη,
Πάνω σ’ ἕν’ ἄλλο, πιὸ μελάγχολο κρεβάτι,
Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ κοίτεται ἡ μορφιὰ της
Χωρὶς ν’ ἀνοίξουνε ποτὲ τὰ βλέφαρά της,
Ἐνῶ περνοῦν τ’ ἀχνά φαντάσματα κοντὰ της!

Κοιμᾶτ’ ἡ ἀγάπη μου! Ὤ, νὰ ’ναι ὁ ὕπνος της αὐτός
Τόσο βαθύς, ὅσο κυλάει πιὸ μακρυνός!
Λαφριὰ νὰ σέρπουν τὰ σκουλήκια ἐκεῖθε μπρός!
Πέρα στὸ λὀγγο, τὸν πανάρχαιο καὶ θολό,
Γι’ αὐτὴν ν’ ἀνοίγονταν κάποιο μνημεῖο ψηλὸ -
Κάποιο μνημεῖο, ποὺ νὰ ξεδίπλωσε συχνὰ
Τὰ μαυροφτέρουγα πορτόφυλλα ξανά,
Θριαμβικά, πάνω ἀπ’ τὶς σκυθρωπὲς στολές,
Στὶς νεκρικὲς τῶν γονικῶν της συνοδιὲς -
Κανένα ἁπόμερο, μονάχο κοιμητήρι,
Ποὺ ὅταν μικρὴ ἦταν, στὸ βαρύ του φυλλοθύρι
Πολλές φορὲς κἄνα λιθάρι νά ’χε σύρει -
Κανένας τύμβος, ποὺ τὴν πόρτα τὴ βοερή του
Ποτὲ πιὰ τώρα δὲ θὰ κάνει ν’ ἀντηχεῖ του,
Ριγώντας νὰ θαρρεῖ, παιδούλα κολασμένη,
Πὼς ἐβογγοῦσαν ἀπὸ μέσα οἱ πεθαμένοι!

Έντγκαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα, μτφρ. Νίκος Σημηριώτης, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος

Το έργο της ποίησης

το έργο της ποίησης
είναι η εικόνα ενός νεαρού
που φτιάχνει μουσική για ένα κορίτσι
και έρωτα κάνει
του οποίου το ενδιαφέρον
στον έρωτα και τη μουσική ταυτίζεται
με μια απέραντη απόγνωση και στις δύο
ψυχές τους σαν μια χαλασμένη κιθάρα
στον ξηρό καυτό ήλιο της
ελπίδας όπου άγριοι και βάναυσοι άνθρωποι σκίζουν τη ζωή σαν σελίδα
από ένα πανάρχαιο
και κιτρινισμένο
βιβλίο.

*

Συζήτηση στο φως της φωτιάς

Ζεσταινόμαστε γύρω από τη φωτιά
και θαυμάζουμε τον κολοσσιαίο θάνατο
που είναι μια αναλαμπή της ιστορίας.
Οι φλόγες υψώνονται.
Τεντωνόμαστε γύρω απ’ το φως της φωτιάς,
παίρνουμε θέσεις και κάνουμε προβλέψεις.
Οι φλόγες φουντώνουν και ξοδεύουν
τα ξύλα κι εμείς ξοδευόμαστε.

*

Το άγαλμα μέσα στο χιόνι

Η χρονιά του χιονιού. Ωδή στην καταστροφή. Το άσμα
γράφτηκε στον πάγο- υπέροχα φωνήεντα αστράφτουν
σαν σταλακτίτες που κρέμονται απ΄ το γυάλινο
κλαδί της μαγικής φτελιάς.

Η χρονιά του ψύχους. Σταγόνες, γαλακτερές σαν πέρλες,
παγωμένες πάνω στις άκρες των βλεφάρων, δάκρυα
πάνω στα βλέφαρα του αγάλματος δίπλα στον ναό-
ο λυρικός της πέτρας, στημένος πιο ψηλά από τους
παλαβούς σκίουρους, πηγούνι

που ζυγιάζεται πιο ψηλά απ’ τα παγώνια, το γρασίδι.
Είναι η πρόκληση της προτομής που αποφεύγουμε.
της κεφαλής την κλίση, τα μάτια με το βλέμμα που
διαπερνά του χιονιά τα σύννεφα;
Γιατί, στη λίμνη, ένα παγωμένο ρόδο, πιο πορφυρό
απ’ την κάνναβη, αστράφτει

μέσα στον πάγο σαν πυρετός που καίει κόντρα στο θάνατο;
Κάποιος είχε πετάξει το ρόδο απ’ του πεζοδρομίου τις
πλάκες, και τώρα το ρόδο και η προτομή, άκαμπτα όπως
οι μνήμες της γιορτής, για ποιο άγγιγμα προσμένουν,
για ποια δύναμη να λιώσει μέσα στην παρούσα αίσθηση.

*

Παραποίημα

στο αιμάτινο όραμα του ονείρου της μήτρας που ούρλιαξε
τη νεογέννητη στιγμή

ένα φεγγάρι από μηρούς
σαν τοίχος υψώνεται σε παραποτάμια φώτα
σφαδάζει η στιγμή
με τον άνθρωπο βασιλιά να φθάνει

θα τρέξει στις ακτές ανάμεσα στα πόδια
ενός μάταιου φιλιού

σκοτωμένος σε ταξί
σε γωνίες μαρτυρίων
ο άγιος κυλά στο όνειρο
της πορείας του ήλιου

η μήτρα που γέννησε μικρούς θανάτους
και το εκτυφλωτικό όσιο
κέντρο
απέκρυψε τον δικό μου
όπου ακούω το στάρι να κραυγάζει

η μητέρα με φύλο διάτρητο από το αγκάθι
της σκοτεινής κοιλιάς
γέννησε τον πετσοκομμένο μοναχικό
μητράνθρωπο
και τον νανούρισε
σε σιωπή μουσκεμένη

ο πόλεμος του χτίζει
το αιμάτινο δωμάτιο
και η μητέρα είναι η
καταδίκη.

Χάρολντ Νορς, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Εξώφυλλο: Σάμουελ Μπέκετ, Πώς Είναι

'η ζωή η ζωή η άλλη ψηλά στο φως λέγεται πως ήταν δική μου από καιρού εις καιρόν δεν έχει επιστροφή εκεί ψηλά δεν τίθεται θέμα κανείς δεν μου το ζητάει αυτό ποτέ εκεί λίγες εικόνες από καιρού εις καιρόν μέσα στη λάσπη γη ουρανός λίγα πλάσματα στο φως μερικά ακόμη όρθια'

'η ζωή μετά χωρίς επισκέπτες παρούσα διατύπωση ούτε επισκέπτες αυτή τη φορά ούτε ιστορίες άλλες παρεκτός η δική μου ούτε σιωπή άλλη από τη σιωπή που πρέπει να σπάσω όταν δεν θα την αντέχω άλλο με αυτά πρέπει να τα βγάλω πέρα'

'όργιο ψεύτικης ύπαρξης η κοινή ζωή μικρές ντροπές δεν έχω χαθεί στην ανυπαρξία όχι ανεπανόρθωτα ο χρόνος θα δείξει δείχνει αλλά τι γουρουνοστάσι μπα ούτε καν ούτε καν μπα μικρές κινήσεις του κάτω προσώπου επωφεληθείτε όσα σας παίρνει σιωπή στοιβάξτε όσο σας παίρνει νεκρική σιωπή υπομονή υπομονή

η εκγύμναση συνεχίζεται ουδείς λόγος παράλειψης'

'σιωπή όλο και μεγαλύτερη όλο και μεγαλύτερες σιωπές αχανή διαστήματα χρόνου εμείς σε δεινή απορία όλο και περισσότερο αυτός για απαντήσεις εγώ για ερωτήσεις σιχαθήκαμε τη ζωή στο φως ερώτηση πόσο συχνά όχι άλλο αριθμοί όχι άλλο χρόνος αχανής αριθμός αχανείς εκτάσεις χρόνου στη ζωή του στο σκοτάδι στη λάσπη πριν από μένα περιέργεια κυρίως ήταν άραγε ακόμη ζωντανός Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΕΔΩ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΝΑ πλήρης σύγχυση'

'δειγματοληπτικά ό,τι έρχεται απ’ όσα θυμάσαι φαντάζεσαι κανείς δεν ξέρει η ζωή ψηλά η ζωή εδώ ο Θεός στον ουρανό ναι ή όχι αν μ’ αγαπούσε λίγο αν ο Πιμ μ’ αγαπούσε λίγο ναι ή όχι αν εγώ τον αγαπούσα λίγο στο σκοτάδι στη λάσπη εις πείσμα όλων λίγη τρυφερότητα βρίσκεις κάποιον επιτέλους κάποιος σε βρίσκει επιτέλους ζείτε μαζί κολλημένοι αγαπάτε ο ένας τον άλλον λίγη αγάπη λίγη χωρίς να αγαπιέστε αγαπιέστε λίγο χωρίς να αγαπάτε απάντησε σ’ αυτό άφησέ το αόριστο αφησέ το σκοτεινό'

'δεν πάει καλά γιατί ποτέ δυο φορές η ίδια εκτός κι αν ο χρόνος αχανή διαστήματα γερασμένη αναγνώριση όχι γιατί συχνά πιο ζωηρή πιο δυνατή ύστερα απ’ όσο πριν εκτός κι αν αρρώστια θλίψη μερικές φορές περνούν νιώθει κανείς καλύτερα λιγότερο άθλιος ύστερα από όσο πριν'

Σάμουελ Μπέκετ, Πώς Είναι, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ύψιλον

Εξώφυλλο: Κώστας Αξελός, Αυτοβιογραφικές Σημειώσεις

'Το μικρό παιδί τα θέλει όλα, αμέσως. Το μεγάλο παιδί, που είναι ο ενήλικος, αντιμέτωπος με μια αίσθηση πτώσης, απώλειας, ενοχής, επιθυμεί και θέλει ένα σκοπό, μια αιτία, ένα νόημα, ψάχνει να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Τι χαρά για το παιδί να σπάει τα παιχνίδια του. Κατόπιν ο άνθρωπος θα πρέπει να μάθει ότι είναι ο ίδιος ένα παιχνίδι προορισμένο να σπάσει.

Τα όντα τα προικισμένα, τα ταλαντούχα ή τα ιδιοφυή πραγματοποιούν αργότερα τα παιδικά και τα εφηβικά τους όνειρα, με κάποιους συμβιβασμούς και με πολλές απορρίψεις, απώλειες, μετατροπές, μεταμορφώσεις.'

'Η θεμελιακή ετερότητα, δώθε και πέρα από την αποξένωση και από εκείνο που είναι παράξενο ή ξένο, φωτιά και πάγος μαζί, ζητάει να τη σκεφτούμε και να τη δοκιμάσουμε.'

'Να μην κάνεις τη ζωή σου μυθιστόρημα. Όμως είναι τόσο γοητευτικό το μυθιστορηματικό στοιχείο. Να κάνεις τα πάντα προκειμένου να μην είσαι ή να μη γίνεις λογοτεχνικός, συμμετέχοντας δημιουργικά, πιο πολύ κι απ' την ποίηση, στην ποιητικότητα. Να επιτρέπουμε στην ποιητικότητα να ξεδιπλώνεται μέσα από εμάς.'

Κώστας Αξελός, Αυτοβιογραφικές Σημειώσεις, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Νεφέλη

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα

Ματσούο Μπασό (1644-1694)

*

πρώτα ανθίζουν,
έπειτα μαραίνονται,
πάλι και πάλι...

Ονιτσούρα (1661-1707)

*

σύντομο βράδυ·
το σκοτάδι έθρεψε
λευκό λουλούδι

Τανιγκούτσι Μπυσόν (1715-1783)

*

μεγάλη μέρα
ωκεάνια άμμος
τα ίχνη σβήνουν

Μασαόκα Σίκι (1867-1902)

από το 132 Γιαπωνέζικα Χαϊκού, μτφρ. Ρούμπη Θεοφανοπούλου, εκδ. Πρόσπερος

David Chan, 'The Girls of Washington' series (1976)
from David Chan’s 'The Girls of Washington' series, Playboy (September 1976) [model: Marianne Sears]

Εξώφυλλο: Βαλερί Λαρμπό, Εραστές, Ευτυχισμένοι Εραστές...

'Ὡστόσο, οἱ ὡραιότερες θαλασσινὲς πόλεις εἶναι ἐκείνες ποὺ ἀπὸ ραθυμία ποτὲ δὲν ἁπλώθηκαν ὥς τὴ γειτονικὴ τους ἀκτή: ἡ Ἀθήνα, ἡ Βαλέντσια, αὐτὴ ἐδῶ καὶ μερικὲς ἄλλες -ὄχι πολλὲς- ποὺ δὲν τὶς ξέρω. Σεμνότυφες, δῆθεν συνεσταλμένες, καὶ ποὺ δύσκολα σ' ἀφήνουν νὰ δεῖς τὸ πρόσωπό τους - ὅπως αὐτὴ ποὺ σκέφτομαι, μὲ τὸ ἐσώρουχό της τὸ ὁποῖο, τσαλακωμένο, θὰ χωροῦσε στὴν παλάμη μου, καὶ μὲ τὶς ἀραχνοΰφαντες δαντέλες της κάτω ἀπ' τὴ σεπτὴ φορεσιὰ τῆς Παρθένου Μαρίας.'

Βαλερί Λαρμπό, Εραστές, Ευτυχισμένοι Εραστές..., μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Μορίς Πονς, Παρθενικές

'Ἐμεῖς μέναμε ἐκεῖ, ἀκίνητοι, αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτασία. Μὲ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο στὸν κόσμο, ἡ νεαρὴ αὐτὴ ὕπαρξη ἔφερνε μέσα μας τὴν ἀναστάτωση μιᾶς ἀποκάλυψης. Ἦταν γιὰ μᾶς ἡ γλυκιὰ ἑρμηνεία τόσων καὶ τόσων σκοτεινῶν ὀνείρων, τόσων κρυφῶν φαντασιώσεων. Ἡ κοπέλα αὐτὴ ἦταν τὸ ξύπνημά μας, ἄνοιγε μέσα μας τοὺς κρουνοὺς ἑνὸς ἐκθαμβωτικοῦ αἰσθησιασμοῦ. Τίποτε ἀκόλαστο, τίποτε νοσηρὸ δὲν ὑπῆρχε σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ βλἐμματα ποὺ τὴν καταβρόχθιζαν. Μιὰ πρωτόγνωρη ἁγνότητα τύλιγε, ἐρήμην μας θὰ ἔλεγες, αὐτὴ τὴν τόσο ἀπόλυτα ἐπιτρεπτικὴ εἰκόνα ποὺ ξαφνικὰ καὶ ἐντελῶς ἀπροκάλυπτα ἐμφανιζόταν μπροστά μας· μᾶς μιλοῦσε· δὲν μᾶς καλοῦσε καὶ τὸ πρῶτο ἐρωτικὸ σκίρτημα ποὺ γεννιόταν μέσα μας εἶχε μιὰν ἀπόχρωση ἀπαραβίαστου. Ἦταν ἕνας ἔρωτας ἱερὸς ποὺ πήγαινε πίσω στὸ χρόνο νὰ συναντήσει τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ τῆν ἐποχὴ τῶν θρύλων, ὅταν οἱ πρίγκιπες πέθαιναν ἀπὸ ἔρωτα. Μιὰ λησμονημένη πνοὴ λατρευτικοῦ μυστικισμοῦ διαπερνοῦσε τὶς καρδιές μας.'

'Ἡ ἀδερφὴ τοῦ Ζοὺβ ἦταν ὑπερβολικὰ ὄμορφη. Μᾶς ἦταν ἀδύνατον νὰ τὸ ἀνεχτοῦμε.
Ὅταν πήγαινε γιὰ μπάνιο στὸ ποτάμι, ἄφηνε τὸ ποδήλατό της κλειδωμένο μὲ τὸ λουκέτο του μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῶν λουτρῶν. Καθὼς κυκλοφοροῦσε πάντα μὲ τὴ φούστα της νὰ ἀνεμίζει, καὶ βεβαίως χωρὶς μισοφόρι, καμιὰ φορὰ τὶς ζεστὲς μέρες ἡ σέλα τοῦ ποδηλάτου της ἦταν κάθυγρη. Ὅσο περνοῦσαν οἱ βδομάδες ὅλο καὶ πιὸ ἐμφανεῖς ἀσπριδεροὶ κυκλικοὶ λεκέδες σχηματίζονταν πάνω στὴ σέλα. Στριφογυρίζαμε μαγεμένοι γύρω ἀπὸ κεῖνο τὸ καυτὸ δερμάτινο λουλούδι - ἕνας ἄσσος κούπα ἀποτυπωμένος ἐκεῖ ψηλὰ καὶ ποῦ ζηλεύαμε τὰ ταξίδια του. Συχνὰ κάποιος ἀπὸ μᾶς, φτάνοντας τὰ ὅριά του, ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὴν παρέα καὶ χωρὶς καυχησιολογίες καὶ ψευτοντροπές, πήγαινε κι άκουμποῦσε φευγαλέα τὸ πρόσωπό του πάνω σ' ἐκείνη τὴ σέλα, θεματοφύλακα ἑνὸς ἄγνωστου μυστηρίου.'

Μορίς Πονς, Παρθενικές, μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Αναΐς Νιν, Σπίτι Αιμομιξίας

'Ο πόθος που είχε τεντώσει το νεύρο έσπασε, και κάθε νεύρο έμοιαζε να σπάζει χωριστά, ολοένα, ανοίγοντας σχισμές, και οξύ έτρεχε αντί για αίμα. Σφάδαζα μέσα στην ίδια τη ζωή μου, γυρεύοντας μια ανοιχτή λεωφόρο όπου θα μετέφερα τις αναλυτές κραυγές, θα έλυωνα τον πόνο μέσα σε ένα καζάνι λέξεων στο οποίο θα μπορούσε να βουτάει όποιος γύρευε λέξεις για τον δικό του πόνο. Σε τι πελώριο καζάνι ανακατώνω τώρα· με πελώριες μπουκιές από οξύ τρέφω τους άλλους τώρα, λέξεις τόσο πικρές που σβήνουν κάθε άλλη πικρίλα.
Κάνε να ραγίσει η καφετιά κρούστα της γης κι η θάλασσα ολόκληρη και τα νεκρά καράβια θα τελειώνουν τα ταξίδια τους μέσα στον κήπο μου. Εξόρκισε τους δαίμονες που σημαίνουν τις ώρες πάνω από το κεφάλι μου τη νύχτα που όλες οι μετρήσεις θα έπρεπε να αναβάλλονται· σημαίνουν γιατί ξέρουν πως μέσα στα όνειρά μου τους κλέβω αιώνες. Πρέπει να μετρηθεί αυτό με μια ώρα εναντίον μου.'

Αναΐς Νιν, Σπίτι Αιμομιξίας, μτφρ. Μυρτώ Αναγνωστοπούλου-Πισσαλίδου, εκδ. Παρατηρητής

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑