
Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Ἀργά μεσάνυχτα, στὸ μήνα τοῦ Ἁλωνάρη,
Στέκομαι κάτω ἀπ' τὸ μυστηριακὸ φεγγάρι.
Μιὰ ράθυμη ἄχνα, θαμπερή, δροσολουσμένη,
Ἀπ’ τὸν ὀλόχρυσο τὸ δίσκο του ἀνασαίνει,
Κι ἀργοσταλάζοντας, σταλιὰ σταλιά,
Πάνω στὴν ἥσυχη βουνοπλαγιά,
Γλιστράει μελωδικὰ κι ὑπνοπαρμένα
Τριγύρω στὰ λαγκάδια τ’ ἁπλωμένα.
Γέρνει τὸ νεκρολούλουδο πάνω στό μνῆμα·
Λικνίζεται τ’ ἀφρόκρινο πάνω στὸ κῦμα.
Τυλίγοντας τὰ στήθια του στὴν καταχνιά,
Τὸ έρείπιο ναρκωμένο θρεῖ στὴ λησμονιά.
Κοίταξε! πέρα ἡ λίμνη, ὡς μοιάζει μὲ τὴ Λήθη,
Σάμπως συνειδητὰ θαρρεῖς ν’ ἀποκοιμήθη,
Καὶ γιὰ κανένα δὲ θὰ ξύπναγε ἀπ’ τὴ βύθη.
Κοιμᾶται ὅλ’ ἡ ὀμορφιά! - καὶ νά! κορμί γυρμένο,
(Τὸ παραθύρι της στὰ οὑράνια εἶν’ ἀνοιγμένο)
Νείρετ’ ἡ Εἰρήνη μὲ τ’ ὠχρὸ της Πεπρωμένο!
Ὤ, κόρη αἰθέρια! ποιὰ τάχα χέρια
Τὸ παραθύρι σου ν’ ἀνοίξανε στ’ ἀστέρια;
Τ’ ἀγέρια ἀσώματα, δαιμονικῶν κοπάδι,
Φτεροκοποῦν μέσ’ ἀπ' τὴν κάμαρά σου ὁμάδι,
Κι ὅλο ἀναδεύουν τὴν κουρτίνα ἑκεῖ ψηλὰ
Τόσο σπαραχτικὰ - τόσο τρομαχτικὰ -
Πάνω ἀπ’ τοῦ βλέφαρου τὸ κρόσι τὸ κλειστὸ
Μὲ τὴν ψυχὴ ὑπνωμένη σου κάτω ἀπ’ αύτό,
Ποὺ ἀπὸ τὸ πάτωμα ὥς τῶν τοίχων τὶς γωνιὲς
Ἀργοσαλεύουν σὰ φαντάσματα οἱ σκιές!
Κόρη, ὅποια νά ’σαι, πῶς δὲ φοβᾶσαι;
Γιατὶ καὶ τὶ ὀνειρεύεσαι ὡς κοιμᾶσαι;
Βέβαια θὲ νά ’ρθες ἀπὸ πέλαα μακρυνά,
Θάμα στοῦ κήπου αὐτοῦ τὰ δέντρα τὰ τρανά!
Παράξενη ἡ χλωμάδα σου! Παράξενη ἡ ντυσιά!
Παράξενα, πιὸ ἀπ’ ὅλα τὰ μακρυὰ πλεχτὰ μαλλιά,
Κι αὐτὴ ὅλη ἡ πένθιμη τριγύρω σιγαλιά!
Κοιμᾶται ἡ κόρη! Ὤ, νά ’ναι ὁ ὕπνος της αὐτὸς
Τόσο βαθύς, ὅσο βαστάει παντοτινός!
Νὰ τὴ φυλάγει σ’ ἅγια σκέπη ὁ Οὐρανός!
Σὲ κάμαρα ἄλλη, ἀπὸ θυμίαμα πιὸ γεμάτη,
Πάνω σ’ ἕν’ ἄλλο, πιὸ μελάγχολο κρεβάτι,
Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ κοίτεται ἡ μορφιὰ της
Χωρὶς ν’ ἀνοίξουνε ποτὲ τὰ βλέφαρά της,
Ἐνῶ περνοῦν τ’ ἀχνά φαντάσματα κοντὰ της!
Κοιμᾶτ’ ἡ ἀγάπη μου! Ὤ, νὰ ’ναι ὁ ὕπνος της αὐτός
Τόσο βαθύς, ὅσο κυλάει πιὸ μακρυνός!
Λαφριὰ νὰ σέρπουν τὰ σκουλήκια ἐκεῖθε μπρός!
Πέρα στὸ λὀγγο, τὸν πανάρχαιο καὶ θολό,
Γι’ αὐτὴν ν’ ἀνοίγονταν κάποιο μνημεῖο ψηλὸ -
Κάποιο μνημεῖο, ποὺ νὰ ξεδίπλωσε συχνὰ
Τὰ μαυροφτέρουγα πορτόφυλλα ξανά,
Θριαμβικά, πάνω ἀπ’ τὶς σκυθρωπὲς στολές,
Στὶς νεκρικὲς τῶν γονικῶν της συνοδιὲς -
Κανένα ἁπόμερο, μονάχο κοιμητήρι,
Ποὺ ὅταν μικρὴ ἦταν, στὸ βαρύ του φυλλοθύρι
Πολλές φορὲς κἄνα λιθάρι νά ’χε σύρει -
Κανένας τύμβος, ποὺ τὴν πόρτα τὴ βοερή του
Ποτὲ πιὰ τώρα δὲ θὰ κάνει ν’ ἀντηχεῖ του,
Ριγώντας νὰ θαρρεῖ, παιδούλα κολασμένη,
Πὼς ἐβογγοῦσαν ἀπὸ μέσα οἱ πεθαμένοι!
Έντγκαρ Άλαν Πόε, Τα Ποιήματα, μτφρ. Νίκος Σημηριώτης, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος













