
Το έργο της ποίησης
το έργο της ποίησης
είναι η εικόνα ενός νεαρού
που φτιάχνει μουσική για ένα κορίτσι
και έρωτα κάνει
του οποίου το ενδιαφέρον
στον έρωτα και τη μουσική ταυτίζεται
με μια απέραντη απόγνωση και στις δύο
ψυχές τους σαν μια χαλασμένη κιθάρα
στον ξηρό καυτό ήλιο της
ελπίδας όπου άγριοι και βάναυσοι άνθρωποι σκίζουν τη ζωή σαν σελίδα
από ένα πανάρχαιο
και κιτρινισμένο
βιβλίο.
*
Συζήτηση στο φως της φωτιάς
Ζεσταινόμαστε γύρω από τη φωτιά
και θαυμάζουμε τον κολοσσιαίο θάνατο
που είναι μια αναλαμπή της ιστορίας.
Οι φλόγες υψώνονται.
Τεντωνόμαστε γύρω απ’ το φως της φωτιάς,
παίρνουμε θέσεις και κάνουμε προβλέψεις.
Οι φλόγες φουντώνουν και ξοδεύουν
τα ξύλα κι εμείς ξοδευόμαστε.
*
Το άγαλμα μέσα στο χιόνι
Η χρονιά του χιονιού. Ωδή στην καταστροφή. Το άσμα
γράφτηκε στον πάγο- υπέροχα φωνήεντα αστράφτουν
σαν σταλακτίτες που κρέμονται απ΄ το γυάλινο
κλαδί της μαγικής φτελιάς.
Η χρονιά του ψύχους. Σταγόνες, γαλακτερές σαν πέρλες,
παγωμένες πάνω στις άκρες των βλεφάρων, δάκρυα
πάνω στα βλέφαρα του αγάλματος δίπλα στον ναό-
ο λυρικός της πέτρας, στημένος πιο ψηλά από τους
παλαβούς σκίουρους, πηγούνι
που ζυγιάζεται πιο ψηλά απ’ τα παγώνια, το γρασίδι.
Είναι η πρόκληση της προτομής που αποφεύγουμε.
της κεφαλής την κλίση, τα μάτια με το βλέμμα που
διαπερνά του χιονιά τα σύννεφα;
Γιατί, στη λίμνη, ένα παγωμένο ρόδο, πιο πορφυρό
απ’ την κάνναβη, αστράφτει
μέσα στον πάγο σαν πυρετός που καίει κόντρα στο θάνατο;
Κάποιος είχε πετάξει το ρόδο απ’ του πεζοδρομίου τις
πλάκες, και τώρα το ρόδο και η προτομή, άκαμπτα όπως
οι μνήμες της γιορτής, για ποιο άγγιγμα προσμένουν,
για ποια δύναμη να λιώσει μέσα στην παρούσα αίσθηση.
*
Παραποίημα
στο αιμάτινο όραμα του ονείρου της μήτρας που ούρλιαξε
τη νεογέννητη στιγμή
ένα φεγγάρι από μηρούς
σαν τοίχος υψώνεται σε παραποτάμια φώτα
σφαδάζει η στιγμή
με τον άνθρωπο βασιλιά να φθάνει
θα τρέξει στις ακτές ανάμεσα στα πόδια
ενός μάταιου φιλιού
σκοτωμένος σε ταξί
σε γωνίες μαρτυρίων
ο άγιος κυλά στο όνειρο
της πορείας του ήλιου
η μήτρα που γέννησε μικρούς θανάτους
και το εκτυφλωτικό όσιο
κέντρο
απέκρυψε τον δικό μου
όπου ακούω το στάρι να κραυγάζει
η μητέρα με φύλο διάτρητο από το αγκάθι
της σκοτεινής κοιλιάς
γέννησε τον πετσοκομμένο μοναχικό
μητράνθρωπο
και τον νανούρισε
σε σιωπή μουσκεμένη
ο πόλεμος του χτίζει
το αιμάτινο δωμάτιο
και η μητέρα είναι η
καταδίκη.
Χάρολντ Νορς, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός