προγραφές

Εξώφυλλο: Δημοσθένης Δαββέτας, Μόδα και Σύγχρονη Τέχνη

'Γιατί ἡ ὀμορφιά, ὅσο καί νά μοιάζει ὅτι μπορεῖ νά χειραγωγηθεῖ ἀπό τά μεγάλα ἐμπορικά συμφέροντα, ἄλλο τόσο ἔχει μέσα της, ἀπό τήν ἴδια της τή φύση, ἕνα οὐσιαστικό στοιχεῖο ἀνυπακοῆς, μία δυναμική ἐποικοδομητικῆς ἀντίδρασης. Ἔχει κάτι ἀπό τό ἀσύλληπτο, τό ἄπιαστο, αὐτό τό φῶς πού ἐμπνέει καί δίνει ζωή στα ὄνειρα, στη φαντασία, στην ἐξέλιξη.
Ἡ ὀμορφιά, τό ὠραῖο παραμένουν στό βάθος τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἦταν πάντα καί ὅπως θά εἶναι: ἀδιαχώριστα, ἄτμητα, ἕνας ζεστός ἤλιος πού θερμαίνει καί δίνει ζωή.
Εἶναι τό «καλόν» καί τό «κάλλος» ταυτόχρονα, αὐτό πού δέν διαχωρίζεται σέ καλό καί ὡραῖο, άλλά πού εἶναι καί τά δυό μαζί. Γιατί τό ὡραῖο, τό «ὄντως» ὡραῖο, εἶναι ταυτόχρονα καί καλό, κάνει καλό, γεμίζει τήν ψυχή ὀμορφιά καί ἔρωτα, ὄρεξη γιά ζωή. Τό «καλλόν κάλλος» τῆς τέχνης και τῆς μόδας εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐγγύηση ἐνάντια σέ κάθε προσπάθεια τοῦ οἰκονομικοῦ κυνισμοῦ, ἐνάντια σέ κάθε ἐμπορική ἰσοπέδωση. Εἶναι οἱ βάσεις τοῦ οὐσιαστικοῦ, ὀντολογικοῦ ὑλικοῦ πού ἔχει χτιστεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐξ ὁρισμοῦ: αὐτοῦ τῆς δημιουργικότητας.
Δέν πρόκειται γιά ἐπίδειξη αἰσιοδοξίας ἐκ μέρους μου. Ἀπλά πρόκειται γιά εὔλογη πεποίθηση ὅτι ἡ ζωή ὑπάρχει μόνο ὡς δημιουργία. Καθένας εἶναι καλλιτέχνης, ἔλεγε ὁ Joseph Beuys, κι ἐννοοῦσε πολύ σωστά πώς στόν καθένα ὑπάρχει ἕνας πυρήνας δημιουργικότητας ἀνεξάρτητα ἄν ἔχει αὐτός ἤ ὄχι συνείδηση αὐτῆς τῆς σύστασής του.
Ἄρα ὁ καθένας μπορεῖ νά εἶναι μέτοχος τῆς ὀμορφιᾶς, μία ἰδέα πού ὅσο διέπει τήν οὐσία τῆς μόδας δέν ἔχει νά φοβηθεῖ τίποτα ἀπό τούς κυνικούς καί τυχοδιῶκτες τῶν ψευδαισθήσεων τοῦ ὡραίου.
Ἡ ὀμορφιά εἶναι τό «ὄντως» ὡραῖο καί σάν τέτοιο θά συνεχίσει νά θερμαίνει, νά ἐνεργοποιεῖ καί νά ξυπνᾶ τή δημιουργικότητα τοῦ ἀνθρώπου.'

Δημοσθένης Δαββέτας, Μόδα και Σύγχρονη Τέχνη, εκδ. Ευρασία

Εξώφυλλο: Επίκουρος, Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα. Κύριαι Δόξαι. Επίκουρου Προσφώνησις

'Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηδὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιναἰσθήσεως ὁ θάνατος. Ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον, ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον. Οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. Ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών, ἀλλ᾽ ὅτι λυπεῖ μέλλων. Ὅ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ, προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν.'

*

'Ἡ μὲν σὰρξ ἀπέλαβε τὰ πέρατα τῆς ἡδονῆς ἄπειρα καὶ ἄπειρος αὐτὴν χρόνος παρεσκεύασεν· ἡ δὲ διάνοια τοῦ τῆς σαρκὸς τέλους καὶ πέρατος λαβοῦσα τὸν ἐπιλογισμὸν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους ἐκλύσασα τ῀ον παντελῆ βίον παρεσκεύασε, καὶ οὐθὲν ἔτι τοῦ ἀπείρου χρόνου προσεδεήθη· ἀλλ’ οὔτε ἔφυγε τὴν ἡδονὴν οὐδ’ ἡνίκα τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ ζῆν τὰ πράγματα παρασκεύαζεν, ὡς ἐλλείπουσά τι τοῦ ἀρίστου βίου κατέστρεψεν.'

*

'Τῶν πλείστων το μὲν ἡσυχάζον ναρκᾷ, τὸ δὲ κινούμενον λυττᾷ.'

* * *

'Νὰ συθνηθίζεις στὴν ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτα· γιατὶ κάθε καλὸ καὶ κάθε κακὸ ἔγκειται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γίνεται αἰσθητό — καὶ ὁ θάνατος εἶναι στέρηση τῆς αἴσθησης. Ἡ ἐπίγνωση, ἔτσι, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτα μᾶς κάνει εὐχάριστη τὴ θνητὴ ζωή μας, ὄχι γιατὶ προσθέτει ἄπειρο χρόνο σ’ αὐτὴν ἀλλὰ γιατὶ ἀφαιρεῖ τὸν πόθο τῆς ἀθανασίας. Γιατὶ τίποτε μέσα στὴ ζωὴ δὲν εἶναι φοβερὸ γιὰ ὁποιον ἔχει στ’ ἀλήθεια κατανοήσει ὅτι τίποτε φοβερὸ δὲν ὑπάρχει στὸ νὰ μὴ ζεῖ κανείς. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἀνόητος ὅποιος λέει ὅτι φοβᾶται τὸν θάνατο ὄχι ἐπειδὴ θὰ ὑποφέρει σὰν ἔρθει ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἐπειδὴ τοῦ εἶναι δυσάρεστη ἡ ἱδέα ὅτι πρόκειται νὰ ’ρθει ὁ θάνατος. Γιατὶ ἀδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ἕνα πράγμα ποὺ σὰν τό ’χουμε δίπλα μας δὲν ἐνοχλεῖ. Τὸ πιὸ φρικτὸ λοιπὸν ἀπ’ ὅλα τὰ ἄσχημα πράγματα, ὁ θάνατος, εἶναι γιὰ μᾶς ἕνα τίποτε, ἀκριβῶς γιατὶ ὅταν ἐμεῖς, ὑπάρχουμε ὁ θάνατος δὲν εἶναι κοντά μας, κι ὅταν πάλει ἔρθει ὁ θάνατος δίπλα μας, τότε πιὰ δὲν ὑπάρχουμε ἐμεῖς.'

*

'Γιὰ τὴ σάρκα τὰ ὅρια τῆς ἡδονῆς εἶναι ἀπέραντα, καὶ ἀπαιτεῖται ἄπειρος χρόνος γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει. Ὁ νοῦς ὅμως, ὁ ὁποῖος κατανόησε τὸν σκοπὸ καὶ τὰ ὅρια τῆς σάρκας καὶ διέλυσε τὸν φόβο γύρω ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, προσδιόρισε τὴν τέλεια ζωὴ καὶ διόλου πιὰ δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸν ἀπέραντο χρόνο. Καὶ οὔτε ἀποφεύγει τὴν ἡδονὴ οὔτε, πάλι, ὅταν οἱ περιστάσεις τὸν φέρνουν κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ βίου, κάνει σὰν νὰ τοῦ λείπει κάτι ἀπὸ τὴν τέλεια ζωή.'

*

'Στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ἡ ἀδράνεια εἶναι παράλυση καὶ ἡ δράση μανιασμένη λύσσα.'

Επίκουρος, Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα. Κύριαι Δόξαι. Επίκουρου Προσφώνησις, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Στιγμή

Εξώφυλλο: Πάμπλο Νερούδα, Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμμιάν Ελπίδα

Ι. ΓΥΝΑΙΚΑΙΟ ΣΩΜΑ, ΛΟΦΟΙ...

Γυναίκειο σῶμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις τοῦ κόσμου ὅπως μοῦ δίνεσαι ἔτσι.
Τὸ ἀργασμένο κορμί μου ἄγρια σὲ σκάβει
καὶ σοῦ ἀναδύει τὸν υἱὸ καὶ λόγο ἀπὸ τῆς γαῖας τὰ ἔγκατα.

Εἴμουνα μόνος κι ἔρημος, σὰν τὸ τοῦνελ καληώρα.
Μὲ βλέπαν τὰ πουλιὰ καὶ φεὐγανε,
καὶ μέσα μου ὅρμαγε ἡ νύχτα πανίσχυρη καὶ καταλυτική.
Γιὰ νὰ μείνω ἐγὼ ζωντανός, ἔφτιαξα ἐσένανε ὅπλο,
σ’ ἔβαλα βέλος στὸ τόξο μου, στὴ σφεντόνα μου πέτρα.

Ἐπέστη ὅμως τῆς πληρωμῆς ὁ καιρός, κι ἐγὼ σ’ ἀγαπάω.
Σῶμα ἀπὸ χνούδι κι ἀπὸ μούσκλια
κι ἀπὸ ἄπληστο γάλα καὶ κραταιό.
Ὤ, τ’ ἀγγεῖα τοῦ στήθους! Ὤ, τὰ μάτια τῆς ἀπουσίας!
Ὤ, τοῦ ἐφήβαιου τὰ ρόδα! Ὤ, ἡ συρτὴ καὶ θλιμμένη φωνή σου!

Σῶμα τῆς δικιᾶς μου γυναίκας,
ὑπήκοος θά ’μια πιστὸς τῶν θελγήτρων σου.
Δίψα μου, πόθε μου ἀτελεύτητε, ἀβέβαιε δρόμε μου!
Σκοῦρες νεροσυρμές, ὅπου ἡ δίψα αἰώνια ἀκολουθεῖ,
καὶ ὁ κάματος ἀκολουθεῖ, καὶ ὁ καημὸς ὁ άπέραντος.

*

XII. ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΡΚΕΙ...

Γιὰ τὴν καρδιά μου ἀρκεῖ τὸ στῆθος σου,
γιὰ τὴν ἐλευθερία σου ἀρκοῦν τὰ φτερά μου.
Ἀπ’ τὸ δικό μου στόμα φτάνουν ὥς τὸν οὐρανὸ
ὅσα ἐκοιμοῦνταν στὴν ψυχή σου μέσα.

Μέσα σου στέκει τὸ ξεγέλασμα τῆς κάθε ἡμέρας.
Ἔρχεσαι σὰν τὴ δροσιὰ πάνω στὰ στόματα τῶν λουλουδιῶν.
Στέλνει στὰ καταχθόνια τοὺς ὁρίζοντες ἡ ἀπουσία σου.
Στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων ἀλαργεύοντας
σὰν τῆς θαλάσσης τὰ κύματα.

Καὶ εἶπα τότε πὼς ἐτραγούδαγες στὸν ἄνεμο.
ὡσὰν τὰ πεῦκα καὶ ὡσὰν τὰ κατάρτια τῶν πλοίων.
Σὰν πεῦκο εἶσαι ἐσὺ καὶ σὰν κατάρτι πανύψηλη καὶ ἀμίλητη.
Καὶ ξαφνικὰ μελαγχολεῖς, σὰν ἐπιβάτης σὲ μπάρκο.

Φιλόξενη, ἀνοιχτόκαρδη σὰ δρόμος παλιός.
Σὲ κατοικοῦν φωνὲς καὶ ἀντίλαλοι τῆς νοσταλγίας.
Ξυπνάω ἐγώ, καὶ τότε, κάπου-κάπου, ἀποδημοῦνε
τὰ πουλιὰ ποὺ ἐκοιμοῦνταν στὴν ψυχή σου μέσα.

Πάμπλο Νερούδα, Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα και Ένα Τραγούδι Χωρίς Καμμιάν Ελπίδα, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδ. Τυπωθήτω

Εξώφυλλο: Ματσούο Μπασό, Νοζαράσι Κικό και Δέκα Οκτώ Χάικου

'Ενώ έσερνα τα βήματά μου πλάι στο ποτάμι, είδα ένα τόσο δα μικρό παιδί, να σπαράζει στο κλάμα σιμά στην όχθη, όπου προφανώς το είχαν οι γονείς του εγκαταλείψει. Πρέπει να είχαν πιστέψει πως αυτή η ψυχή δεν θα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα με τις δυσκολίες της ζωής που τρέχει σαν το ορμητικό ποτάμι, και πως ήταν καταδικασμένο να ζήσει λιγότερο απ’ όσο διαρκεί η δροσιά της αυγής. Το παιδί μού φάνηκε τόσο ευάλωτο όσο τα άνθη του σπάρτου που σκορπίζονται με την παραμικρή ριπή του φθινοπωρινού ανέμου, και το λυπήθηκα τόσο που του έδωσα το ελάχιστο φαγητό που είχα μαζί μου.

Ο αρχαίος ελεήμων
ποιητής τι θα ’κανε
για τούτο το παιδί;

Πως είναι δυνατόν αυτό το παιδί να έφτασε σε τέτοια τραγική κατάσταση; Φταίει η μητέρα του που γι’ αυτό αδιαφόρησε, ή ο πατέρας του που το παράτησε; Αλίμονο, έχω την εντύπωση πως αυτό το παιδί βασανίζεται άδικα από κάτι πιο μεγάλο και ανυπολόγιστο — εκείνο που μπορεί κανείς να ονομάσει ακατανίκητη βούληση του σύμπαντος. Αν όντως αυτό ισχύει, παιδί μου, πρέπει να φωνάξεις προς τον ουρανό, κι εγώ πρέπει να συνεχίσω τον δρόμο μου αφήνοντάς σε πίσω.'

Ματσούο Μπασό, Νοζαράσι Κικό και Δέκα Οκτώ Χάικου, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Μέδουσα

* * *

'Το «Νοζαράσι κικό» φέρει ορισμένες ατέλειες οι οποίες προέρχονταν από την απειρία του Μπασό στην σύνθεση των χάιμπουν και των ταξιδιωτικών ημερολογίων. Το πεζό κείμενο δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένο όσο εκείνα των μετέπειτα ταξιδιωτικών του καταγραφών. Επιπλέον, οι αράδες δεν συναρμόζονται επαρκώς, μα λειτουργούν ως προσημειώσεις των χάικου που ακολουθούν. Παρόλα αυτά, το «Νοζαράσι κικό» αποτελεί εισαγωγικό κόμβο στην αναζήτηση φώτισης, πνευματικής έλλαμψης του Μπασό, η οποία θα διέπνεε όλα τα επόμενα έργα του. Μα πέραν τούτου, το κείμενο παρουσίασε ένα εντόνως περιπαιχτικό περιεχόμενο, διττόκλιτο δε, ως προς την εστίασή του, το οποίο το μετέφερε πολύ μπροστά από την εποχή που γράφτηκε και το διέκρινε από όλα τα υπόλοιπα του Μπασό: κάθε εμπειρία απολήγει στο δίκαιο της αναίρεσης και της ματαιότητάς της, το οδοιπορικό ολοκληρώνεται με την προσγειωτική, μα συνάμα σαρδόνια κατευναστική, εμφάνιση των ψειρών.'

Γιάννης Λειβαδάς, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

Εξώφυλλο: Μισέλ Φουκό, Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας: 2. Η Χρήση των Ηδονών

'Με τον όρο «ηθική» εννοούμε ένα σύνολο αξιών και κανόνων δράσης που προτείνονται στα άτομα και τις ομάδες με τη μεσολάβηση διαφόρων προστακτικών μηχανισμών, όπως είναι η οικογένεια, οι παιδαγωγικοί θεσμοί, οι Εκκλησίες κ.λπ. Τυχαίνει αυτοί οι κανόνες και αυτές οι αξίες να διατυπώνονται επακριβώς σε μια συνεκτική θεωρία και σε μια ρητή διδασκαλία. Αλλά τυχαίνει επίσης να μεταδίδονται με διάχυτο τρόπο, με αποτέλεσμα όχι απλώς να μη σχηματίζουν ένα συστηματικό σύνολο, αλλά να διαμορφώνουν ένα περίπλοκο παιχνίδι στοιχείων που αντισταθμίζονται αμοιβαία, που διορθώνονται αμοιβαία, που ακυρώνονται αμοιβαία σε κάποια σημεία, επιτρέποντας έτσι συμβιβασμούς ή οδούς διαφυγής. Με αυτές τις επιφυλάξεις μπορούμε να αποκαλέσουμε «ηθικό κώδικα» ένα τέτοιο σύνολο εντολών. Αλλά με τον όρο «ηθική» εννοούμε επίσης την πραγματική συμπεριφορά των ατόμων, σε σχέση με τους κανόνες και τις αξίες που τους προτείνονται. Περιγράφεται έτσι ο τρόπος με τον οποίο υποτάσσονται περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένα σε μια αρχή διαγωγής, με τον οποίο υπακούουν ή αντιστέκονται σε μια απαγόρευση ή σε μια εντολή, με τον οποίο σέβονται ή αρνούνται ένα σύνολο αξιών· η μελέτη αυτής της πλευράς της ηθικής πρέπει να προσδιορίσει με ποιον τρόπο, και με ποια περιθώρια παραλλαγής ή αθέτησης, συμπεριφέρονται τα άτομα ή οι ομάδες σε συνάρτηση με ένα σύστημα εντολών που είναι ρητά ή όχι δοσμένο στον πολιτισμό τους και για το οποίο έχουν μια κατά το μάλλον ή ήττον διαυγή συνείδηση. Ας ονομάσουμε αυτό το επίπεδο φαινομένων «ηθικότητα των συμπεριφορών».
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Πράγματι, ένας κανόνας διαγωγής είναι ένα πράγμα, αλλά είναι διαφορετικό πράγμα η διαγωγή που μπορεί να σταθμιστεί με βάση αυτόν τον κανόνα. Και άλλο πράγμα είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο οφείλει κανείς να «διάγει» τον βίο του, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο οφείλει να συγκροτείται ως ηθικό υποκείμενο που δρα σε συνάρτηση με τις εντολές που απαρτίζουν τον κώδικα. Δοθέντος ενός κώδικα δράσης και για ένα καθορισμένο πεδίο δράσεων (που μπορούμε να τις ορίσουμε με βάση τον βαθμό εναρμόνισης ή απόκλισης σε σχέση με τον κώδικα), υπάρχουν διάφοροι τρόποι να «διάγει» κανείς ηθικά τον βίο του, διάφοροι τρόποι ώστε το δρων άτομο να ενεργεί όχι απλά ως φορέας δράσης, αλλά ως ηθικό υποκείμενο αυτής της δράσης.'

'Εν ολίγοις, για να θεωρηθεί «ηθική» μια δράση δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια πράξη ή σε μια σειρά πράξεων εναρμονισμένων με έναν κανόνα, έναν νόμο ή μια αξία. Είναι αλήθεια ότι κάθε ηθική δράση εμπεριέχει μια σχέση με το πραγματικό στο οποίο διενεργείται και μια σχέση με τον κώδικα στον οποίο αναφέρεται· αλλά ενέχει επίσης μια καθορισμένη σχέση με τον εαυτό· αυτή η σχέση δεν συνιστά απλώς «αυτοσυνειδησία» αλλά συγκρότηση του εαυτού ως «ηθικού υποκειμένου», στο πλαίσιο της οποίας το άτομο οριοθετεί την πλευρά του εαυτού του που αποτελεί αντικείμενο αυτής της ηθικής πρακτικής, ορίζει την θέση του σε σχέση με τη διδαχή που ακολουθεί, καθορίζει έναν τρόπο ύπαρξης που θα ισοδυναμεί με ηθική ολοκλήρωση του εαυτού του· και για να το κάνει αυτό, δρα επί του εαυτού του, επιχειρεί να γνωρίσει τον εαυτό του, να τον ελέγξει, να τον υποβάλλει σε δοκιμασίες, να τον τελειοποιήσει, να τον μετασχηματίσει. Δεν υπάρχει επιμέρους ηθική δράση που να μην αναφέρεται στην ενότητα μιας ηθικής διαγωγής· δεν υπάρχει ηθική διαγωγή που να μην παρακινεί στη συγκρότηση του εαυτού ως ηθικού υποκειμένου· και δεν υπάρχει συγκρότηση του ηθικού υποκειμένου χωρίς «τρόπους υποκειμενοποίησης», και δίχως μια «ασκητική» ή «πρακτικές εαυτού» που να τις στηρίζουν. Η ηθική δράση είναι αδιαχώριστη από αυτές τις μορφές δραστηριοτήτων επί του εαυτού, οι οποίες δεν διαφέρουν λιγότερο από τη μια ηθική στην άλλη όσο διαφέρει ένα σύστημα αξιών, κανόνων και απαγορεύσεων από ένα άλλο.'

Μισέλ Φουκό, Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας: 2. Η Χρήση των Ηδονών, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Κωστής Παπαγιώργης, Ίμερος και Κλινοπάλη

'Ὅταν ἐντέλει δύο ἄνθρωποι πέφτουν γυμνοί στό κρεβάτι, τό κύριο στοιχεῖο τῆς συνάντησής τους εἶναι ἡ ἀποφυγή τῶν ἄλλων. Μπορεῖ νά συντρώγουν μαζί μέ ἄλλους, νά συνομιλοῦν ἤ νά θεατρίζονται, ἀλλά στό ζήτημα τῆς ὁχείας ἐπιβάλλεται ἀπομόνωση. Βρίσκουν μιά στέγη, ἀμπαρώνονται, χαμηλώνουν φῶτα καί τηλέφωνα. Λές καί βγαίνουν ἀπό τόν κόσμο. Καί τό χρόνο τῶν ἄλλων. Ἡ γύμνια ἔχει κάτι τό ἀνιστορικό. Ἔξω ἀπό τά ροῦχα τους, οἱ ἄνθρωποι τῆς ὁμηρικῆς ἐποχῆς ὅσο καί τοῦ μεσαίωνα, οἱ ἄνθρωποι τῆς παλινόρθωσης ὅσο καί οἱ κάτοικοι ἑνός οὐρανοξύστη ἔχουν τήν κοινότητα τῆς γύμνιας τους. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ γύμνια τῆς κλινοπάλης σέ φέρνει κοντά στούς ἄλλους, ἀλλά ὅτι, ἔξω ἀπό τό τυπικό στίγμα μιᾶς ἐποχῆς, τήν ἐνδυμασία, οἱ ἐρωτευμένοι ἐπιστρέφουν σέ κάτι ἀρχέγονο. Ἡ κλινοπάλη προσλαμβάνει γοργά ἕνα χαρακτήρα μυητικῆς τελετουργίας πού δὲν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό της νά ἐκτίθεται. Ὑπάρχει ἕνα στοιχεῖο ἀκατανόητου μυστηρίου στή σωματική ἐπαφή (μάτια μέ μάτια, σάρκα μέ σάρκα), πού, στό μέτρο πού εἴμαστε ἀνίκανοι νά τό καταλάβουμε, τό περιβάλλουμε μέ σεβασμό καί σιωπηλή ὑπακοή.
Ἡ ὅραση, πού γιά τίς πληγές τῆς ψυχῆς κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, τώρα, στή σφαίρα τῆς κλινοπάλης, ὑποχωρεῖ σημαντικά. Τή θέση της ὑποβλέπει ἡ ἀφή. Δηλαδή ἡ αἴσθηση μέ τή μεγαλύτερη ἐσωτερικότητα. Μόνο τό ἅπτεσθαι πείθει σωματικά. Γιατί ἡ ὄραση εἶναι αἴσθηση ἐπηρμένη, πολυπράγμων. Εὔκολα ξεμυαλίζεται. Ρέπει σφοδρά πρός κάθε μορφή ὑπερβολῆς καί ἐπιπολαιότητας. Ἐνῶ ἡ ἀφή εἶναι πιστός σύμβουλος. Ὅ,τι λέει τό λέει χαμηλόφωνα καί ἐμπιστευτικά. Γι’ αὐτό ἄλλωστε τῆς πάει τό ἠμίφως. Ἕνα κλίμα ἄφωνης ντροπῆς.
Ὡς θωπεία, ἡ ἁφή μιλάει. Καί τό ἔργο πού αὐτή ἡ ὁμιλία πρέπει νά φέρει σέ πέρας εἶναι μεγάλο. Ἀγγίζοντας τή γυναίκα, ἐξαντλώντας πάνω στό γυμνό κορμί της τά ἀπτικά του ἐπιχειρήματα, ὁ ἄνδρας τήν καλεῖ νά ξεχάσει. Ὄχι μόνο τούς προηγούμενους ἄνδρες (πού ἐνίοτε δέν ὑπάρχουν), όχι τούς ἄλλους ἄνδρες (πού ὑπάρχουν καί ἀσκούν τό ἀναφαίρετο δικαίωμα τῆς ἀναμονῆς), ἀλλά τό ἀπτικό παρελθόν της. Γιατί ἡ γυναίκα —ὅπως καί ὁ ἴδιος ἄλλωστε— μεγάλωσε καί διαμορφώθηκε μέ τήν ἁφή. Ἀπό τή μήτρα στην κούνια κι ἀπό κεῖ στίς αγκαλιές τῆς οἱκογένειας, ἡ ὑποψήφια γυναίκα φέρει πάνω της ἕνα βαρύ φορτίο θωπείας πού, φιλικό ἀρχικά, γρήγορα ἀποδεικνύεται δεύτερο δέρμα. Ἀποφλοιώνοντας τήν ἐρωμένη, ὁ έραστής τήν ἀποσπᾶ ἀπό τήν οἰκογένεια καί ἀπό τοὐς ἄλλους προκατόχους.
Ὁ ἐναγκαλισμός, ἡ κατάσταση τοῦ σάρκα μέ σάρκα, ἐκδηλώνει παράφορα τή λαχτάρα τοῦ κατέχειν καί κατέχεσθαι. Ἤδη ἀπό τό Συμπόσιο γνωρίζουμε τήν ἕλξη ἀνάμεσα στα διστῶτα μέρη. Ὅταν συναντηθοῦν, μέ τό πάθος τους (περιβάλλοντες τὰς χείρας καὶ συμπλεκόμενοι ἀλλήλοις) προδίδουν τόν πόθο τῆς χαμένης ἀρχαίας ἑνότητας. Ἀλλά τό βασικό σ’ αὐτή τή συνάντηση εἶναι ὅτι ἡ κλινοπάλη, γιά τούς ἐραστές, λογαριάζεται ὡς στοιχεῖο τοῦ χαρακτήρα τους, μοναδικό τους γνώρισμα καί προνόμιο, ὄχι ὡς γενική μοίρα. Ἡ ἄπειρη καί πανανρθώπινη παράδοση τῆς ὀχείας καταργεῖται πρός τιμήν τῆς δικῆς τους καί μόνο. Γενικά, στά ἀκραῖα βιώματα ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἄνθρωπος καταργώντας τοὐς ἀνθρώπους.'

Κωστής Παπαγιώργης, Ίμερος και Κλινοπάλη, εκδ. Καστανιώτη

Ἐγκλεισμός σέ αἰθρία

Ὁ ἔλεγχος τοῦ βουνοῦ πάνω στό φῶς
Ἀνακαλεῖ τὰ ἐργώδη ὄνειρά μου
Ἡ πρωινή ἀχλή μέ ἀποκλείει ἀπό τίς αργόσχολες περιπλανήσεις τῶν κορυφογραμμῶν
Στερεῖ τὸν τόπο ἀπό τή μονήρη ἀναδρομή του
Τά ἐργώδη ὄνειρά μου ἐπαναλαμβάνονται ἀκολουθώντας τόν μόχθο τῆς νύχτας

*

Διάθλαση

Τώρα θά φανεῖς σάν διάθλαση τοῦ ἀπροσδόκητου

Τοῦ ἄμοιρου χωρισμός ἀπὸ τὴ μοίρα τῶν εἰσοδίων εὐχών
Τῶν εἰσοδίων παρακλήσεων
Πού ἀναζητοῦν διέξοδο
Μακριά ἀπό τό τώρα καί κάτω ἀπό τό τότε

Ἀνίερη συμμαχία ἱερῶν προκλήσεων
Φωνή ἀναρριχώμενη στόν τρίτο οὐρανό
Ὀλολυγμός πού κατακρημνίζει
Ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό μιά σφριγηλή νύχτα
Μέ τοὐς ἀστέρες ἀνατέλλοντες

Ἀκόλαστη διάρκεια τοῦ ἐφήμερου
Τοῦ κατεστραμμένου προς χάριν τῆς ζωῆς
Λιποταξία τῶν έπιζώντων σέ παραδεισιακά ὄνειρα
Καί ἀντοχή τοῦ σκότους στα ὁλόφωτα φῶτα

Τώρα θά φανεῖς σάν διάθλαση τοῦ ἀπροσδόκητου

Στέφανος Ροζάνης, Κρύπτη, εκδ. Εκκρεμές

Εξώφυλλο: Μορίς Μέτερλινκ, Μαίτερλινκ: Επιλογή από το Έργο του

[...] Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν ξέρει ἀκριβῶς τί εἶναι καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ γιὰ τὸ τί θὰ κάνει σὲ ἀναπάντεχες καὶ λίγο σοβαρότερες περιστάσεις ἀπὸ αὐτὲς ποὺ συνθέτουν τὸν συνηθισμένο καμβὰ τῆς ὕπαρξης. Περνᾶμε τὴ ζωή μας μὲ διερωτήσεις καὶ μὲ ἐξερευνήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Οἱ πράξεις μας μᾶς ἀποκαλύπτουν στὸν ἑαυτό μας ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους. Καὶ ὅσο περισσότερο πλησιάζουμε τὸν σκοπό μας, τόσο περισσότερο διευρύνεται ἡ ἔκσταση αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἀπομένει νὰ ἀνακαλύψουμε. [...]

*

Οἱ παράλογες ἤ βλαβερὲς ἰδέες, ἀκόμη κι ὅταν δὲν ἐκφράζονται, διαδίδονται πολὺ πιὸ εὔκολα ἀπ’ ὅσο οἱ ὑγιεῖς ἰδέες ποὺ διακηρύσσονται ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βήματος ἤ τῆς καθέδρας, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ πιὸ κρυφὴ ἀσθένεια εἶναι ἀσύγκριτα πιὸ μεταδοτικὴ ἀπὸ τὴν πιὸ ἐμφανῆ ὑγεία.

*

Ἔρχεται στὴ ζωή μας μιὰ στιγμή, ὅπου δὲν ἔχουυμε ἄλλο ἄσυλο ἀπὸ τὴ σκέψη. Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου, ὅπως διατείνονται μερικοί, μιὰ δίκαιη τιμωρία τῆς περηφάνειας. Διότι δὲν εἶναι τόσο περηφάνεια ὅσο ταπεινότητα τὸ νὰ ζητᾶς νὰ καταλάβεις. Πρόκειται γιὰ τὴν πικρὴ ἀνταμοιβὴ τῆς ἀλήθειας ποὺ παίρνει τὸν δρόμο τῆς φυγῆς.

*

«Ἡ ἀνάμηση εἶναι τὸ σημεῖο τομῆς μεταξὺ πνεύματος καὶ ὕλης», λέει ὁ Μπεργκσόν. Αὐτὸ εἶναι σωστὸ ἀπὸ ἀνθρώπινη ὀπτική, ἀλλὰ κατὰ βάθος δὲν λέει τίποτε, ἀφοῦ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ὕλη, ὄντας ἕνα πρᾶγμα, δὲν ἔχουν σημεῖο τομῆς. Τὸ πνεῦμα εἶναι ὕλη ποὺ θυμᾶται. Καὶ ἡ ὕλη εἶναι πνεῦμα ποὺ ξεχνάει.

*

Ὅλα πάντοτε τακτοποιοῦνται σὲ βάρος ἐκείνων ποὺ δὲν εἶναι εὑτυχισμένοι.

*

Ζοῦμε ἀληθινά, ἔχουμε ζήσει ἀληθινά, μόνο σὲ ὅ,τι ἀγαπᾶμε, σὲ ὅ,τι ἀγαπἠσαμε. Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα δὲν ἀφήνουν ἴχνη.

*

Ἔνας Θεὸς ποὺ τιμωρεῖ εἶναι ἕνας Θεὸς ποὺ παραιτεῖται ὁμολογώντας πὼς γελάστηκε.

*

Κάθε πίστη εἶναι προσωρινὴ ἀφοῦ, στ’ ἀλἠθεια, δὲν εἶναι παρὰ ὁ καρπὸς μιᾶς ἀναζήτησης ποὺ δὲν θὰ ἔχει τέλος.

Μορίς Μέτερλινκ, Μαίτερλινκ: Επιλογή από το Έργο του, μτφρ. Χαρά Μπακονικόλα, εκδ. Στιγμή

* * *

'Τὰ θέματα ποὺ ἀπασχόλησαν ἀκατάπαυστα τὸν Μαίτερλινκ, ὅπως φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τοὺς προσανατολισμοὺς τῶν δοκιμίων του, εἶναι ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος, ἡ ὕλη καὶ ἡ κίνηση, ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀθανασία, τὰ θεμέλια τῶν μεγάλων ἀρχαίων θρησκειῶν, τὸ θρησκευτικὸ αἴσθημα καὶ ἡ οὐσία τοῦ θείου, ἡ ζωὴ τῶν φυτῶν (καὶ δὲν ἐννοῦμε μόνο τὸ πασίγνωστο, ἔξοχο κείμενό του γιὰ τὴ νοημοσύνη τῶν λουλουδιῶν) καὶ τῶν ζώων (κυρίως κάποιων ἐντόμων), ἡ κοσμολογία καὶ ἡ φυσική, τὸ μυστήριο τῆς ψυχῆς καὶ τὰ παραψυχικὰ φαινόμενα, τὸ θέατρο, οἱ πολιτισμικὲς ἀξίες.
Στὴν πνευματικὴ πορεία τοῦ στοχαστῆ, διακρίνουμε μιὰ γοητευτικὴ ὅσμωση πολλῶν στοιχείων πού, στὴ φιλοσοφικὴ παράδοση τῆς Εὐρώπης, δημιούργησαν ποικίλα δυαρχικὰ συστήματα, ἀλλὰ καὶ μισαλλόδοξους μονισμούς. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, πνεῦμα καὶ ὕλη, ὀργανικὴ καὶ ἀνόργανη ζωή, ζωὴ καὶ θάνατος, ἀνώτερες καὶ κατώτερες μορφὲς ζωῆς, μικρόκοσμος καὶ μακρόσκομος, παρουσία καὶ ἀπουσία, χρόνος καὶ αἰωνιότητα, χῶρος καὶ ἄπειρο, δυνάμεις τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, ἁγιότητα καὶ ἁμαρτία, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, πεπρωμένο καὶ συνείδηση δὲν ἀξιολογοῦνται, ἐδῶ, ὡς δίπολα (λογικά, ἠθικὰ ἤ γνωσιακά), οὔτε κἄν ὡς ἀληθινὲς ἀντιθέσεις. Τὰ πάντα ζοῦν μέσα στὴν αἰωνιότητα καὶ μέσα στὸ ἄναρχο πᾶν, ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἀληθινὴ ἑτερότητα ἤ ἀπόσταση μεταξὺ τῶν «ἀντιθέτων». Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τίποτε δὲν προκύπτει ἀπὸ μηδέν, ὅπως καὶ τίποτε δὲν χάνεται μέσα στὸ μηδέν, ἀφοῦ τὸ μηδὲν εἶναι ἀσύλληπτο, ἄρα καὶ ἀνυπόστατο.'

Χαρά Μπακονικόλα, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑