'Dr. Les Mosses' [album: El Skid (1977)] - Elton Dean/Alan Skidmore/Chris Laurence/John Marshall

'HEIDEGGER: [...] Ἡ Φιλοσοφία δέν θά μπορέσει νά ἐπιφέρει καμία ἄμεση ἀλλαγή στή σημερινή κατάσταση τοῦ κόσμου. Αὐτό δέν ἰσχύει μόνον γιά τή Φιλοσοφία, ἀλλά γιά κάθε ἀμειγῶς ἀνθρώπινη σκέψη καί έπιδίωξη. Μόνον ἕνας θεός μπορεῖ πιά νά μᾶς σώσει. Σέ μᾶς ἀπομένει ἡ μία καί μοναδική δυνατότητα, μέ τή Σκέψη καί μέ τήν Ποίηση νά προετοιμάσουμε μία ἐτοιμότητα εἴτε γιά τήν ἐμφάνιση τοῦ θεοῦ εἴτε γία τήν άπουσία τοῦ θεοῦ στό χαμό: ὅτι χανόμαστε ἐνώπιον τοῦ ἀπόντος θεοῦ.
SPIEGEL: Ὑπάρχει κάποια συσχέτιση ἀνάμεσα στή Σκέψη σας καί στήν ἔλευση αὐτοῦ τοῦ θεοῦ; Ὑπάρχει γιά σᾶς μιά αἰτιολογική συσχέτιση; Πιστεύετε ὅτι μποροῦμε μέ τή Σκέψη μας νά κάνουμε τόν θεό νά ἔρθει;
HEIDEGGER: Μέ τή Σκέψη μας δέν μποροῦμε νά κάνουμε τόν θεό νά ἔρθει. Μποροῦμε τό πολύ νά άφυπνίσουμε τήν ἐτοιμότητα τῆς προσδοκίας.
SPIEGEL: Ὅμως μποροῦμε νά βοηθήσουμε;
HEIDEGGER: Ἡ προετοιμασία τῆς ἐτοιμότητας θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ πρώτη βοήθεια. Ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά εἶναι ὅ,τι καί ὅπως εἶναι οὔτε μέσω τοῦ ἀνθρώπου οὔτε χωρίς τόν ἄνθρωπο. Αὐτό σχετίζεται, κατά τή γνώμη μου, μέ τό ὅτι αὐτό πού ἐγώ ὀνομάζω μέ μία ἀπό παλιά παραδομένη, πολυσήμαντη καί τώρα φθαρμένη λέξη, τό “εἶναι”, χρειάζεται τόν ἄνθρωπο γιά τήν άποκάλυψη, τή διατήρηση καί τή διαμόρφωσή του. Βλέπω τήν οὐσία τῆς Τεχνικῆς σέ αὐτό πού ὀνομάζω "Σύ-στημα", μία συχνά γελοιοποιημένη καί ἴσως ἄστοχη ἔκφραση. Ἡ κυριαρχία τοῦ Συ-στήματος λέει: Ὁ ἄνθρωπος “στήνεται”, διεκδικεῖται καί προκαλεῖται ἀπό μία δύναμη, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται μέσα στήν οὐσία τῆς Τεχνικῆς καί ἐπί τῆς ὁποίας αὐτός καθ’ ἑαυτόν δέν κυριαρχεῖ. Νά συνδράμει αὐτήν τήν ἐνόραση: περισσότερα δέν ζητάει ἡ Σκέψη. Ἠ Φιλοσοφία ἔχει φτάσει στό τέλος.'
'HEIDEGGER: [...] Στό μυστικό τῆς πλανητικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀγνοημένης οὐσίας τῆς Τεχνικῆς ἀνταποκρίνεται τό πρόδρομο καί τό ἀφανές τῆς Σκέψης, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ να σκεφτεῖ αὐτό τό ἀγνοημένο.'
'HEIDEGGER: Ὅσο βλέπω, ἕνας μόνος του δέν εἶναι σἐ θέση νά διίδει, μέσα ἀπό τή Σκέψη, τόν κόσμο στό σύνολό του μέ τέτοιον τρόπο ὥστε νά μπορέσει νά δώσει πρακτικές ὁδηγίες, καί τοῦτο μάλιστα λαμβάνοντας ὑπόψη τήν ἀποστολή νά ξαναβρεθεῖ καταρχήν μία βάση γιά τή Σκέψη καθ' ἑαυτήν Ἡ Σκέψη, ὅσο παίρνει τόν ἑαυτό της στά σοβαρά ἐνώπιον τῆς μεγάλης Παράδοσης, δέν ἀντέχει νά ἀρχίσει ἐδῶ νά δίνει ὁδηγίες. Βάσει ποιᾶς ἀρμοδιότητας θά μποροῦσε νά γίνει αὐτό; Στήν περιοχή τῆς Σκέψης δέν ὑπάρχουν προτάσεις ἀπό αὐθεντίες. Τό μοναδικό μέτρο γιά τή Σκέψη ἔρχεται ἀπό τό σκεπτέο θέμα καθ’ ἑαυτό. Αὐτό ὅμως εἶναι τό προπάντων άξιό-λογο. Γιά νά καταστεῖ αὐτή ἡ ὑπόθεση κατανοητή θά χρειάζονταν καταρχήν να συζητηθεῖ ἡ σχέση ἀνάμεσα στή Φιλοσοφία καί στίς Ἐπιστῆμες, οἱ τεχνικές-πρακτικές ἐπιτυχίες τῶν ὁποίων κάνουν μία Σκέψη, ἐννοεῖται φιλοσοφική, νά φαίνεται σήμερα ὅλο καί περισσότερο περιττή. Στή δύσκολη κατάσταση, στήν ὁποία βρίσκεται ἡ Σκέψη καθ’ ἑαυτή ὡς πρός τήν ἴδια της τήν ἀποστολή, ἀντιστοιχεῖ ἑπομένως τό γεγονός, θρεμμένο ἀκριβῶς ἀπό τίς Ἐπιστῆμες καί τήν ὑπεροχή τους, ὅτι μᾶς ξενίζει ἡ Σκεψη, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀπαγορεύει στόν ἑαυτό της ἀπαντήσεις πού τῆς ζητοῦνται γιά τρέχοντα πρακτικά-κοσμοθεωρητικά ἐρωτήματα.'
Μάρτιν Χάιντεγκερ & Ρούντολφ Αουγκστάιν, Ένας Στοχαστής στον Σύγχρονο Κόσμο: Ο Martin Heidegger για τη Σχέση του με το Ναζισμό: Η Συνέντευξη στον Spiegel, μτφρ. Κώστας Γεμενετζής, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

'ΑΘΗΝΑΙΟΣ. [...] περὶ δικαιοσύνης ὅλως καὶ τῶν δικαίων ἀνθρώπων τε καὶ πραγμάτων καὶ πράξεων πάντες πως συνομολογοῦμεν πάντα εἶναι ταῦτα καλά, ὥστε οὐδ’ εἴ τις διισχυρίζοιτο εἶναι τοὺς δικαίους ἀνθρώπους, ἄν καὶ τυγχάνωσιν ὄντες αἰσχροὶ τὰ σώματα, κατ’ αὐτό γε τὸ δικαιότατον ἦθος ταύτῃ παγκάλους εἶναι, σχεδὸν οὐδεὶς ἄν λέγων οὕτω πλημμελῶς δόξευε λέγειν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ. Οὐκοῦν ὀρθῶς;
ΑΘ. Ἴσως· ἴδωμεν δὲ ὡς, εἰ πάντ’ ἐστῖν καλὰ ὅσα δικαιοσύνης ἔχεται, τῶν πάντων τοι καὶ τὰ παθήματα ἡμῖν ἐστίν, σχεδὸν τοῖς ποιήμασιν ἴσα.
ΚΛ. Τί οὖν δή;
ΑΘ. Ποίημα μέν, ὅπερ ἄν ᾖ δίκαιον, σχεδὸν ὅσονπερ ἄν τοῦ δικαίου κοινωνῇ, κατὰ τοσοῦτον γίγνεσθαι καλὸν ὁμολογούμενον, οὑκ ἂν διαφωνοῦντα παρέχοι τὸν λόγον;
ΚΛ. Ἀληθῆ.
ΑΘ. Ἐὰν δέ γε δίκαιον μὲν ὁμολογῶμεν, αἰσχρὸν δὲ εἶναι πάθος, διαφωνήσει τό τε δίκαιον καὶ τὸ καλόν, λεχθέντων τῶν δικαίων αἰσχίστων εἶναι.
ΚΛ. Πῶς τοῦτο εἴρηκας;
ΑΘ. Οὐδὲν χαλεπὸν ἐννοεῖν· οἱ γὰρ ὁλίγῳ πρόσθεν τεθέντες ἡμῖν νόμοι πάντων ἐναντιώτατα παραγγέλλειν δόξειαν ἄν τρῖς λεγόμενοις.
ΚΛ. Ποίοις;
ΑΘ. Τὸν ἱερόσυλόν που ἐτίθεμεν δικαίως ἄν ἀποθνῄσκειν καὶ τῶν εὖ κειμένων νόμων πολέμιον, καὶ μέλλοντες δὴ νόμιμα τοιαῦτα τιθέναι πάμπολλα ἐπέσχομεν, ἰδόντες ὡς τοιᾶυτα τιθέναι πἀμπολλα ἐπέσχομεν, ἰδόντες ὡς ταῦτα ἐστὶν μὲν ἄπειρα παθήματα πλήθει καὶ μεγέθεσιν, δικαιότατα δὲ πάντων παθημάτων καὶ συμπάντων αἴσχιντα. μῶν οὐχ οὕτως ἡμῖν τά τε δίκαια καὶ τὰ καλὰ τοτὲ μὲν ὡς ταὐτὰ σύμπαντα, τοτὲ δὲ ὡς ἐναντιώτατα φανεῖται;
ΚΛ. Κινδυνεύει.
ΑΘ. Τοῖς μὲν τοίνυν πολλοῖς οὕτω περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσυμφώνως τὰ καλὰ καὶ τὰ δίκαια διερριμμένα προσαγορεύεται.'
'ΑΘ. Μεταβάλλει μὲν τοίνυν πάνθ’ ὅσα μέτοχά ἐστιν ψυχῆς, ἐν ἑαυτοῖς κεκτημένα τὴν τῆς μεταβολῆς αἰτίαν, μεταβάλλοντα δὲ φέρεται κατὰ τὴν τῆς εἱμαρμένης τάξιν καὶ νόμον· σμικρότερα μὲν τῶν ἠθῶν μεταβάλλοντα ἐλάττω κατὰ τὸ τῆς χώρας επίπεδον μεταπορεύεται, πλείω δὲ καὶ ἀδικώτερα μεταπεσόντα, εῖς βάθος τά τε κάτω λεγόμενα τῶν τόπων [...].'
* * *
'ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Όταν μιλάμε για τη δικαιοσύνη γενικά, είτε σε ανθρώπους αφορά είτε σε πράγματα είτε σε πράξεις, συμφωνούμε ότι πρόκειται για κάτι ωραίο. Μπορεί μάλιστα κάποιος να ισχυριστεί, χωρίς να φανεί ότι μιλά παράλογα, πως οι δίκαιοι άνθρωποι είναι εξαιρετικά όμορφοι, έστω κι αν έχουν κακοφτιαγμένο σώμα, χάρη στον εξαιρετικά δίκαιο χαρακτήρα τους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ. Δεν θα ήταν σωστό αυτό;
ΑΘ. Ίσως. Αν όμως όλα όσα έχουν την ιδιότητα της δικαιοσύνης είναι ωραία, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε αν περιλαμβάνονται σ' αυτά όσα παθαίνουμε, τα οποία είναι ανάλογα, γενικά μιλώντας, με όσα κάνουμε στους άλλους.
ΚΛ. Τι θες να πεις;
ΑΘ. Μια δίκαιη ενέργεια που κάνουμε συμμετέχει στη δικαιοσύνη με το ίδιο ποσοστό με το οποίο συμμετέχει και στο καλό;
ΚΛ. Φυσικά.
ΑΘ. Επομένως κι οποιοδήποτε πάθημα μετέχει στη δικαιοσύνη με την ίδια αναλογία γίνεται ωραίο. Δεν συμφωνούμε σ’ αυτό;
Κλ. Βεβαίως.
ΑΘ. Αν παραδεχτούμε ότι ένα πάθημα είναι άσχημο αλλά συγχρόνως και δίκαιο, τότε το δίκαιο και το ωραίο θα βρίσκονται σε ασυμφωνία, αφού υποστηρίζουμε πλέον ότι κάτι δίκαιο είναι πολύ άσχημο.
ΚΛ. Τι εννοείς;
ΑΘ. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις. Οι νόμοι που θεσπίσαμε πριν από λίγο θα φαίνονται να βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι λέμε τώρα.
ΚΛ. Πώς είναι δυνατό;
ΑΘ. Νομίζω ότι προτείναμε με τους νόμους μας να καταδικάζονται σε θάνατο οι ιερόσυλοι κι οι εχθροί του καθεστώτος. Ενώ όμως είμαστε έτοιμοι να φτιάξουμε πολλές τέτοιες διατάξεις, σταματήσαμε γιατί αντιληφθήκαμε ότι θα επέβελαν αμέτρητες δοκιμασίες, που θα ήταν απόλυτα δίκαιες αλλά και πολύ άσχημες. Έτσι, τη μια στιγμή θεωρούμε ότι το δίκαιο και το καλό μοιάζουν, ενώ την άλλη πως είναι τελείως αντίθετα μεταξύ τους.
ΚΛ. Έχεις δίκιο.
ΑΘ. Αυτός είναι ο λόγος της ασυμφωνίας ανάμεσα στον πολύ κόσμο, που καταστρέφει την ενότητα του καλού και του δικαίου.'
'ΑΘ. Όλα λοιπόν τα πράγματα που έχουν ψυχή μεταβάλλονται, γιατί έχουν μέσα τους την αιτία της μεταβολής, και καθώς γίνεται αυτό μετακινούνται σύμφωνα με την τάξη και τον νόμο της μοίρας. Οι μικρές αλλαγές σε ασήμαντες πλευρές του χαρακτήρα είναι μετατοπίσεις στο επίπεδο της περιοχής του, ενώ η μεγάλη μετακίνηση προς την αδικία μεταφέρει την ψυχή στο βάθος του κάτω κόσμου [...].'
Πλάτων, Νόμοι, Τόμος 5, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

ΚΥΡΙΕ, ΚΟΥΑΞ
Κύριε, κουάξ, παρακαλώ, κουάξ κουάξ
50 λεπτά
Άρρωστος κουάξ βολεύομαι
Κουάξ κουάξ και με σαρδέλες
*
ΓΙΑ ΤΑ ΤΣΙΜΠΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ FENISTIL
Για τα τσιμπήματα είναι το fenistil
και γενικώς η αμμωνία. Άμα δεν έχεις
βάλε ξίδι. Ή κάτουρο. Ανακουφίζει.
*
ΑΛΛΑΧ ΑΛ ΣΥΚΛΙ
Αλλάχ αλ σύκλι
Ουμνία ουρ ουρ
Αλλάχ ελ ντάλι
Κνουβία νουρ νουρ
*
ΚΑΤΕΡΙΝΑ, ΤΟ ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ
Μέσα στο δωμάτιο κλείστηκε
η Κατερίνα
κι έφτυνε τη χολή της.
Κατερίνα, το κουνούπι μέσα σου βουίζει:
«Ψόφα μωρή σκρόφα! Κανείς εσένα δε σε θέλει!
Βασίλης Νούλας, Οι Διακοπές του Κυρίου Λούνα, εκδ. Γαβριηλίδης

'Ὅλα ἐκεῖνα τά χείλη πού μέ εἶχαν φιλήσει, οἱ καρδιές πού μέ ἀγάπησαν (εἶναι ἤ ὄχι μέ τήν καρδιά πού κάποιος ἀγαπᾶ, ἤ μήπως τά μπερδεύω;), τά χέρια πού ἔπαιξαν μέ τά δικά μου κι ἐκεῖνα τά πνεύματα πού παραλίγο νά μέ κατακτήσουν! Παράξενοι πού εἶναι οἱ ἄνθρωποι.'
'Η Πρώτη Αγάπη'
'Οἱ ἀναμνήσεις σέ σκοτώνουν. Δέν πρέπει λοιπόν νά σκέφτεσαι ὅσα ἀγαπᾶς, ἤ μᾶλλον καλύτερα νά τά σκέφτεσαι, γιατί εἰδάλλως διατρέχεις τόν κίνδυνο νά τά βρεῖς, λίγο λίγο, στό μυαλό σου. Νά τά σκέφτεσαι λοιπόν γιά λίγο, πολλές φορές τήν ἡμέρα, κάθε μέρα, μέχρι νά βουλιάξουν γιά πάντα στόν βοῦρκο. Εἶναι βασικό.'
'Διωγμένος'
'Μιά καί σήμερα τό βράδυ τί ἔχω νά χάσω, τίποτα, τίποτα πού νά διακρίνω. Κι ἄν ἔχω φτάσει ἐδῶ (στήν ἱστορία μου) χωρίς τίποτα νά ἔχει ἀλλάξει, γιατί ἄν κάτι εἴχε ἀλλάξει νομίζω ὅτι θά τό ’ξερα, γεγονός εἶναι ὅτι ἔφτασα, εἶναι κάτι κι αὐτό, καί δίχως τίποτα νά ἔχει ἀλλάξει, κι αὐτό εἶναι ἐπισης κάτι. Καί δέν ἀποτελεῖ δικαιολογία γιά νά βιάζουμε τά πράγματα. Ὄχι, ἁπαλά, πρέπει νά σταματήσει ἁπαλά, ὅπως σβήνουν στή σκάλα τά βήματα ἐκείνου πού ἀγαπήσαμε, ἐκείνουν πού δέν μπόρεσε ν' ἀγαπήσει καί δέν θά ξανάρθει πιά [...]'.
'Το Ηρεμιστικό'
'Κάπου ἀλλοῦ πιθανόν, ὁπωσδήποτε, κάπου ἀλλοῦ, ποιό κάπου ἀλλοῦ νά ὑπάρξει μ’ αὐτό τό ἄπειρο ἐδῶ; Ξέρω, ἄν μποροῦσε τό μυαλό μου νά σκεφτεῖ, θά ἔβρισκα μία δι-έξοδο, στό μυαλό μου, ὅπως τόσοι ἄλλοι, ἔξοδο καί σέ χειρότερα ἀπὸ αὐτά, ὁ κόσμος θά ἦταν πάλι ἐκεῖ, στό μυαλό μου, μ’ ἐμένα ἐν πολλοῖς μαζί ὅπως στήν ἀρχή. Θά ἤξερα πώς τίποτα δέν ἔχει ἀλλάξει, πώς δέν χρειάζεται παρά λίγη ἀποφασιστικότητα γιά νά πηγαίνεις καί νά ἔρχεσαι κάτω ἀπο τόν οὑρανό πού ἀλλάζει, πάνω στή γῆ πού κινεῖται, ὅπως ὅλα ὅσο κρατοῦν οἱ ἀτέλειωτες μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ, κοντές ὡστόσο γιά παιχνίδια, σάν παιχνίδια τά ξέραμε, ἄν τό μυαλό μου μπορεῖ νά σκεφτεῖ.'
'Κείμενα για το Τίποτα 6'
'Δελεαστική ἡ κενή θέση, μήπως νά ἐνθρονίσω ἐκεῖ τίς αναπηρίες μου, νά τούς ξαναδώσω αὐτή τήν εύκαιρία, ἀναπηρίες τοῦ ὀνείρου, ἴσως νά λάβουν σάρκα καί νά κινηθοῦν, ἐκφυλιζόμενες [...]'
'Κείμενα για το Τίποτα 8'
'Τί ἀναταραχή καί συγχρόνως τί ἠρεμία, τί σκαμπανεβάσματα μέσα σέ τί ἀμετάβλητο. Στιγμές διασταγμοῦ περισσότερο συχνές ἀπό σπάνιες, ἄν ἔπρεπε κάποιος νά ἐπιλέξει, καί νά βιαστεῖ νά ξεπεράσει γιά χάρη τῆς ἀρχαίας οὐσίας, ἀπό τήν ὁποία καταρχήν ἐξαρτῶνται όλα, ἔπειτα λίγα, ἔπειτα τίποτα. Σωστά, σκατολέξεις, θάψτε με, χιονοστιβάδα, καί τέρμα πιά οἱ κουβέντες γιά ὁποιοδήποτε πλάσμα, ἤ γιά κόσμο πού κανείς ἐγκαταλείπει, ἤ γιά κόσμο πού φτάνει, ὤστε νά τελειώνει μέ κόσμους, μέ πλάσματα, μέ λέξεις, μέ δυστυχία, δυστυχία.'
'Κείμενα για το Τίποτα 9'
'Καί ποιός ντρέπεται, πού κάθε βουβό μικροχιλιοστό τῆς συλλαβῆς, καί ἀκατάγιαστη ἀπεραντοσύνη τύψεων ποὐ ἀναδιφοῦν ἀπό τά βαθιά της δαγκώματα, καθώς ἀναγκάζεται ν’ ἀκούει, ἀναγκάζεται νά λέει, πιό ἀνεπαίσθητα καί ἀπό τό πιό ἀνεπαίσθητο μουρμουρητό, τόσο πολλά ψέματα, τόσες φορές τό ἴδιο ψέμα ψευδόμενο διαψευσμένο, ποιανοῦ ἠ κραυγαλέα σιωπή τῶν μαχαιριῶν τοῦ ὄχι στήν πληγή τῶν ναί, ἀναρωτιέται. Καί ἀναρωτιέται τί νά ἀπέγινε ἡ ἐπιθυμία νά γνωρίζει, πάει ἔφυγε, ἔφυγε ἡ καρδιά, ἔφυγε τό κεφάλι, κανείς δέν λέει τίποτα, δέν ἀκούει τίποτα, δέν ὑπάρχει παρά σιωπή. Δέν εἶναι ἀλήθεια, ναί, εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἀλήθεια καί δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶναι σιωπή καί δεν εἶναι σιωπή, δέν εἶναι κανείς καί κάποιος εἶναι, τίποτα πού κάτι νἀ ἐμποδίζει. Καί ἄν ἦταν ἐπιτέλους νά πάψει ἐντελῶς ἡ φωνή, ἡ παλιά φωνή καθώς παύει, δέν θά ἦταν ἀλήθεια, ὅπως δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι μιλᾶ, δέν μπορεῖ νά μιλήσει, δέν μπορεῖ νά πάψει. Καί ἄν ἦταν μιά μέρα νά εἶναι έδῶ, ὅπου μέρες δέν ὑπάρχουν, πού δέν εἶναι τόπος, τῆς ἀνεφικτης φωνῆς γέννημα ἡ ἀνέφικτη ὕπαρξη, καί μιά λάμψη φωτός, θα ἤταν ἀκόμα ὅλα καί σιωπηλά καί ἄδεια καί σκοτεινά, ὅπως τώρα, ὅπως τώρα σέ λίγο, ὅταν ὄλα θά ἔχουν τελειώσει, ὅλα εἰπωθεῖ, λέει ἐκείνη, μουρμουρίζει.'
'Κείμενα για το Τίποτα 13'
'Καταρχήν μόνο στό πρόσωπο, ἀνείπωτα ὄμορφο, ἀφήστε το ἐκεῖ, ἔπειτα δεξιόστροφα στά στήθη μόνο, ἔπειτα μπούτια καί μουνί μόνο, ἔπειτα μόνο κῶλο καί τρύπα, ἀνείπωτα ὄμορφα ὅλα. Δεῖτε πῶς μαζεύεται χάμω καί κάνει πίσω γιά νά δεῖ, πίσω τό κεφάλι στό πρώσωπο ὅταν μάτια στό μουνί, στά στήθη ὅταν στήν τρύπα, καί vise versa, ξεκάθαρα ὅλα. Σέ τοῦτο λοιπόν μαλακό καί ἁπαλό, πρός τά πίσω μαζεύεται μέ χέρια στά γόνατα γιά νά κρατηθεῖ, πές δεξιόστροφα πηγαίνοντας στήν ἀρχή ἀπό τό πρόσωπο μέχρι τήν τρύπα ἔπειτα πίσω μέχρι τό πρόσωπο, μουρμουρίζοντας. Φανταστεῖτε πῶς φιλᾶ, χαϊδεύει, γλείφει, ρουφᾶ, γαμᾶ καί σοδομεῖ ὅλα αὐτά, δίχως ἦχο. Ἔπειτα στόπ καί ὄρθιος σέ στάση ἀνάπαυσης, πίσω τό κεφάλι νά ἀκουμπᾶ στήν ὁροφή, καρφωμένο τό βλέμμα καταγῆς, μιά ζωή ἀγόγγυστου σκυψίματος, τυφλό στή λάμψη.'
'Θύμησες περασμένης εὐδαιμονίας ὄχι ἐκτός ἀπό μία ξεθωριασμένη μέ ἀνεπαίσθητο ρυτίδωμα θλίψης γιά ἕνα πλάγιασμα πλάι πλάι [...]'
'Παράξενα Όλα Μακριά'
'Σβηστό πεσμένο ἀνοιχτό ἀληθινό καταφύγιο ἀδιέξοδο πρός τό ὁποῖο μέ τόσα λάθη χρόνος λησμονημένος. Κεφάλι μέσα στό ἤρεμο μάτι φῶς παντοῦ λευκό ἤρεμο ὅλα λησμονημένα. Ἀγάπες παλιές ἀγάπες καινούργιες ὅπως στίς εὐλογημένες μέρες δυστυχία θά βασιλέψει καί πάλι. Σταχτί γκρίζο ὁλόγυρα γῆ οὐρανός ἕνα ὁλόγυρα ἄπειρο. Σκορπισμένα ἐρείπια σταχτί γκρίζο ὁλόγυρα ἀληθινό καταφύγιο ἐπιτέλους ἀδιέξοδο. Οὐδέποτε παρά σέ ὄνειρο τό καλό το ὄνειρο μιά φορά μόνο θά ταιριάξει. Μικρό κορμί γκρίζο πρόσωπο χαρακτηριστικά ρωγμή καί μικρές τρύπες δυό ξεπλυμένα γαλανά.'
'Δίχως'
Σάμουελ Μπέκετ, Πρόζες 1945-1980, μτφρ. Εριφύλη Μαρωνίτη, εκδ. Πατάκη

'A review of the Nazi treatment of sexuality reveals a number of ironies.
First, what was striking about their stress on natural sex roles was that it represented in its most chilling form a general movement of ideas. The Nazis invented very little. They appropriated and pushed to their logical conclusions the commonplace ant-libertarian views of the early twentieth century. Nor were the Nazis alone in harbouring fears of a mixing of the races. One might recall that in the United States the spectre of black men raping white women led to waves of lynchings which resulted in over 3,8000 victims between 1889 and 1940. In fact, only about one-quarter of the vigilante episodes were actually connected to sexual activities and no white male was so punished for raping a black woman. As late as 1939, 64 per cent of whites surveyed agreed that lynching was necessary to protect white women. Because of their tolerance of lynching - described as "folk pornography" - progressive Europeans long regarded Americans as uncivilized. Yet fears of race-mixing were pervasive. In England the eminent biologist Reginald Ruggles-Gates in Heredity in Man (1929) attacked miscegenation which he likened to "making up a machine with spare parts". Antony Ludovici defended the notion that the beautiful were the healthy and lamented the current "uglification of humanity". In Vichy France, the Nazis' collaborations prided themselves on the defence of the family and the race. In every Western state there were politicians so preoccupied by threats to the race that they felt radical measures of repression were required. The Nazis went furthest in their remedies.
The second irony was that, by a process of social amnesia, the fact that the Nazi programme was motivated by such generalized fears was quickly forgotten. Indeed, a range of sex issues that the Nazis had exploited became implicated in the Cold War struggle. Abortion and homosexuality remained criminalized after 1945. Since homosexuality was a crime in Anglo-Saxon countries, the history of Nazi persecution of sexual minority groups was ignored. In Germany itself, article 175 criminalizing homosexuality was kept on the books until the 1960s. The term "homosexual" in the hysterical Cold War climate came to mean the potential communist pawn. Abortion also continued to be treated as a crime. The term "abortion" was employed as a code word for a changing social reality; it meant the new, emancipated, frivolous woman. Eugenic sterilization, which was carried out in Canada and the United States until the 1970s, was not considered too serious problem though commentators chided the Nazis for being "excessive". But the child allowance programme - a rare progressive form of family legislation which Germans had employed in the 1930s - was ended by the allies since the Americans regarded it as socialistic in nature.
The third irony was the hostility encountered in the West by the most resolute opponents of the Nazis. European sexology was destroyed by the war and would re-emerge in the 1950s as an American discipline. To the German sex reformers in exile, many of whom were Jews and communists, America seemed conservative and philistine. If they were to move into respectable organizations like Planned Parenthood they had to drop their radicalism; the Rockefeller Foundation would not support purported subversives. But a German birth controller like Hans Marmsen, who worked night through the Nazi period, opposed abortion and was involved in the sterilization programme, though he avoided joining the party, was the sort of respectable professional the Americans turned to in re-establishing birth control services in post-war West Germany.
The final irony was the way in which sexual stories continued to be employed by those who sought to smear their opponents. The Nazis had used charges of sexual deviancy as a brush with which to tar their victims. Following the war, sex continued to be used as a dirty word wielded by the victors to tarnish the reputations of the defeated. The Nazis had attacked their opponents as degenerates; the allies in turn castigated Hitler and his followers as sexual deviants. Did Hilter have father illegitimate? These were the sort of inconsequential questions that scholars seriously pondered in their search for an explanation of the Nazi horrors. Critical theorists such as Wilhelm Reich and Walter Adorno spoke more generally of the success of fascism being due to the effeminate or emasculated "authoritarian personality" seeking order and discipline. Arthur Schlesinger Jr claimed in 1949 that all totalitarian stated had a tendency to "pervert politics" into "something secret and furtive like homosexuality in a boys' school". By such reasonings, commentators consciously sought to shore up the normalizing of sexual behaviour. These writers in maintaining that those who did not have "normal" sex lives posed a possible danger to society, chose to forget that this was the same message Adolf Hilter had propounded.'
Angus McLaren, Twentieth-Century Sexuality: A History, publisher: Wiley-Blackwell

'Ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἄμβωνα ὑπῆρχαν ἴχνη ἀπὸ τὸ ἴδιο θαλασσινὸ γοῦστο ποὺ εἶχε φτιάξει τὴν ἀνεμόσκαλα καὶ τὴν εἰκόνα. Τὸ μπροστινό του μέρος, ντυμένο μὲ ξύλο, ἧταν ὁλόιδιο μὲ πρώρα πλοίου μασκάδου καὶ ἡ Ἃγία Γραφὴ ἀκουμποῦσε σὲ ἕναν σκαλιστὸ ἕλικα ποῦ προεξεῖχε σὰν ἀκρόπρωρο ὅμοιο μὲ τὸν ἕλικα τοῦ βιολιοῦ στὴν ἄκρη τοῦ μπράτσου.
Τί μποροῦσε νὰ εἶναι πιὸ μεστὸ ἀπὸ σημασία; - γιατὶ ὁ ἄμβωνας εἶναι πάντα ἐπικεφαλῆς αὐτῆς τῆς γῆς· ὅλα τὰ ἄλλα ἀκολουθοῦν ἀπὸ πίσω· ὁ ἄμβωνας ὁδηγεῖ τὸν κόσμο. Ἀπὸ κεῖ εἶναι ποὺ βλέπουμε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ μπουρίνι τῆς ξαφνικὴς ὁργῆς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ πρώρα πρέπει νὰ σηκώσει τὸ πρώτο ξέσπασμα. Ἀπὸ κεῖ εἶναι ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἐπικαλούμαστε τὸ Θεὸ τῶν μελτεμιῶν -οὔριων ἤ όχι- γιὰ πρίμους ἀνέμους. Ναί, ὁ κόσμος εἶναι καράβι ποὺ κάνει τὸ ταξίδι μόνο τοῦ πηγαιμοῦ, ὄχι ἕνα ταξίδι ὁλόκληρο· κι ὁ ἄμβωνας εἶναι ἡ πρώρα του.'
'«Πές μου λοιπὸν τότε· δὲν εἶσαι ἕνας ἀχρεῖος, ἀχόρταγος, ἄξεστος γερο-μασκαράς, ποὺ ἀνακατεύεται σὲ ὅλα καὶ ὅλα τὰ μονοπωλεῖ, ποὺ τὴ μιὰ μέρα φτιάχνει ποδάρια καὶ τὴν ἄλλη φέρετρα γιὰ νὰ τὰ κλείσει μέσα, καὶ ξανὰ πάλι σωσίβια ἀπὸ κεῖνα τὰ ἴδια τὰ φέρετρα; Εἶσαι δίχως ἀρχὲς ὅπως οἱ θεοί· εἶσαι ἕνας παρόμοιος πολυτεχνίτης».
«Μὰ δὲν ἔχω καμιὰ πρόθεση, καπετάνιο. Κάνω ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ κάνω».
«Ὅπως οἱ θεοὶ καὶ πάλι. Πρόσεξέ με· δὲν τραγουδᾶς ποτὲ ὅταν φτιάχνεις μιὰ κάσα; Οἱ Τιτάνες, λένε, μουρμούριζαν διάφορα κομμάτια, ὅταν πελεκοῦσαν τοὺς κρατῆρες γιὰ νὰ φτιάξουν ἡφαίστεια· κι ὁ νεκροθάφτης σὲ κεῖνο τὸ δράμα τραγουδάει, μὲ τὸ φτυάρι στὸ χέρι. Ἐσὺ δὲν τραγουδὰς ποτέ;»
«Ρωτᾶς ἄν τραγουδάω, καπετάνιο; Ἄν τραγουδάω; Ὤ, δὲ μὲ συγκινεῖ σχεδὸν καθόλου, καπετάνιο, τὸ τραγούδι· ἡ αἰτία ὡστόσο ποὺ ἐκεῖνος ὁ νεκροθάφτης τραγουδοῦσε, πρέπει νὰ ἦταν γιατὶ δὲν ἀντηχοῦσε καθόλου ὡραῖα τὸ φτυάρι του, καπετάνιο. Ὥστόσο ἐτούτη ἡ ματσόλα, ποὺ μ' αὐτὴν καλαφατίζω τώρα, εἶναι γεμάτη μουσική. Ἄκου τη.»
«Ναί· κι αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἐτοῦτο-'δῶ τὸ καπάκι δὲν εἶναι παρὰ ἠχεῖο· κι αὐτὸ ποὺ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις κάνει κάτι νὰ γίνεται ἠχεῖο εἶναι τὸ ἑξὴς - πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα ἀπὸ κάτω. Κι ὅμως, ἕνα φέρετρο, μὲ ἕνα λείψανο μέσα, ἀντηχεῖ ὅμοια σχεδόν, ξυλουργέ. Βοήθησες ποτὲ νὰ κουβαλήσουν μιὰ κάσα· ἄκουσες τὸ φέρετρο νὰ χτυπάει πάνω στὴν πύλη τοῦ νεκροταφείου τῆς ἐκκλησίας, μπαίνοντας μέσα;»
«Μά τὴν πίστη μου, καπετάνιε, ἔχω...»
«Πίστη; Τί εἶναι αὐτό;»
«Ἔ νά, πίστη, καπετάνιο, δὲν εἶναι παρὰ κάτι σὰν ἀναφώνηση... αὺτὸ εἶναι ὅλο, καπετάνιο».'
'Ὡστόσο, αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ τρομερὴ ἐξουθένωση ἧταν ποὺ συντόμεψε ἀλήθεια πάρα πολὺ ἐκείνη τὴ σωματικὴ του παράλυση. Μέσα σὲ μιὰ μονάχα στιγμή, οἱ μεγάλες καρδιὲς συνοψίζουν κάποιες φορές, μὲ ἕναν καί μόνο σπασμὸ βαθιᾶς ἀγωνίας, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀνάβαθα βάσανα καὶ τὰ πάθη ποὺ εἶναι διάχυτα μὲ ἕναν τρόπο γλυκὸ σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τῶν πιὸ ἀδύναμων ἀνθρώπων. Ἔτσι λοιπὸν αὐτὲς οἱ καρδιές, ἄν καὶ ἡ λύπη ποὺ δοκιμάζουν δὲν κρατάει πολύ, παρόλα αὐτά, ἄν οἱ θεοὶ τὸ ἀποφασίσουν, ὅσο διαρκεῖ ἡ ζωή τους ἀποτελοῦν συνεχῶς μιὰν ὁλόκληρη περίοδο ὁδύνης, ποὺ ἀπαρτίζεται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ στιγμιαῖα ἀλλὰ ἔντονα ἄλγη· γιατῖ ἐκεῖνες οἱ ἀνώτερες καρδιές, ἀκόμα κι ὅταν βρίσκονται στὸ κέντρο τῶν πιὸ ἀσήμαντων παθῶν τους, περιέχουν ὅλη τὴν ἀκτίνα τῶν παθῶν τῶν κατώτερων ψυχῶν.'
'Ὦ μοναχικὲ θάνατε, ἐπισφράγισμα μιᾶς μοναχικῆς ζωῆς! Ὦ νιώθω τώρα πὼς τὸ ὑπέρτατο μεγαλεῖο μου εἶναι ὁ ὑπέρτατος πόνος μου.'
Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα, μτφρ. Α. Κ. Χριστοδούλου, εκδ. Gutenberg

'Taken aslant by language, the world is written through and through; signs, endlessly deferring their foundations, transforming their signifiers into new signifiers, infinetely citing one another, nowhere come to a halt: writing is generalized. If the alienation of society still demands the demystification of languages (and notably the language of myths), the direction this combat must take is not, is no longer, that of critical decipherment but that of evaluation. Faced with all the writings of the world, with the skein of different forms of discourse (didactic, aesthetic, informative, political, etc.), it is a question of estimating levels of reification, degrees of phraseological density. Will we be able to render precise a notion which seems to me essential, that of the compactness of a language? Languages are more or less thick; certain amongst them, the most social, the most mythical, present an unshakeable homogeneity (there is a real force of meaning, a war of meanings): woven with habits and repetitions, with stereotypes, obligatory final clauses and key-words, each constitutes an idiolect, or more exactly a sociolect (a notion to which twenty years ago I gave the name of writing). Thus, rather than myths, it is sociolects which must today be distinguished and described; which means that mythologies would be succeeded by an idiolectory - more formal and thereby, I believe, more penetrating - hose operational cocncepts would no longer be sign, signifier, signified and connotation but citation, reference, stereotype. In this way, thick languages (such as the discourse of myth) could be taken up in the line of a trans-writing of which the text (that we still refer to as "literary"), the antidote of myth, would be the extreme pole or rather the region - airy, light, spaced, open, uncertened, noble and free - where writing spreads itself against the idiolect, at its limit and fighting it. Myth, indeed, must be included in a general theory of language, of writing, of the signifier, and this theory, resting on the formulations of ethnology, psychoanalysis, semiology and ideological analysis must widen its object so as to taken in the sentence or, better, to take in sentences (the plural of the sentence). What I mean by this is that the mythical is present everywhere setenced are turned, stories told (in all the senses of the two expressions): from inner speech to conversation, from newspaper article to political sermon, from novel (if there still are any) to advertising image - all utterances which could be brought together under the Lacanian concept of the imaginary.'
Roland Barthes, Image Music Text, translator: Stephen Heath, publisher: Fontana Press







