προγραφές

Εξώφυλλο: Σάμουελ Μπέκετ, Πρόζες 1945-1980

'Ὅλα ἐκεῖνα τά χείλη πού μέ εἶχαν φιλήσει, οἱ καρδιές πού μέ ἀγάπησαν (εἶναι ἤ ὄχι μέ τήν καρδιά πού κάποιος ἀγαπᾶ, ἤ μήπως τά μπερδεύω;), τά χέρια πού ἔπαιξαν μέ τά δικά μου κι ἐκεῖνα τά πνεύματα πού παραλίγο νά μέ κατακτήσουν! Παράξενοι πού εἶναι οἱ ἄνθρωποι.'

'Η Πρώτη Αγάπη'

'Οἱ ἀναμνήσεις σέ σκοτώνουν. Δέν πρέπει λοιπόν νά σκέφτεσαι ὅσα ἀγαπᾶς, ἤ μᾶλλον καλύτερα νά τά σκέφτεσαι, γιατί εἰδάλλως διατρέχεις τόν κίνδυνο νά τά βρεῖς, λίγο λίγο, στό μυαλό σου. Νά τά σκέφτεσαι λοιπόν γιά λίγο, πολλές φορές τήν ἡμέρα, κάθε μέρα, μέχρι νά βουλιάξουν γιά πάντα στόν βοῦρκο. Εἶναι βασικό.'

'Διωγμένος'

'Μιά καί σήμερα τό βράδυ τί ἔχω νά χάσω, τίποτα, τίποτα πού νά διακρίνω. Κι ἄν ἔχω φτάσει ἐδῶ (στήν ἱστορία μου) χωρίς τίποτα νά ἔχει ἀλλάξει, γιατί ἄν κάτι εἴχε ἀλλάξει νομίζω ὅτι θά τό ’ξερα, γεγονός εἶναι ὅτι ἔφτασα, εἶναι κάτι κι αὐτό, καί δίχως τίποτα νά ἔχει ἀλλάξει, κι αὐτό εἶναι ἐπισης κάτι. Καί δέν ἀποτελεῖ δικαιολογία γιά νά βιάζουμε τά πράγματα. Ὄχι, ἁπαλά, πρέπει νά σταματήσει ἁπαλά, ὅπως σβήνουν στή σκάλα τά βήματα ἐκείνου πού ἀγαπήσαμε, ἐκείνουν πού δέν μπόρεσε ν' ἀγαπήσει καί δέν θά ξανάρθει πιά [...]'.

'Το Ηρεμιστικό'

'Κάπου ἀλλοῦ πιθανόν, ὁπωσδήποτε, κάπου ἀλλοῦ, ποιό κάπου ἀλλοῦ νά ὑπάρξει μ’ αὐτό τό ἄπειρο ἐδῶ; Ξέρω, ἄν μποροῦσε τό μυαλό μου νά σκεφτεῖ, θά ἔβρισκα μία δι-έξοδο, στό μυαλό μου, ὅπως τόσοι ἄλλοι, ἔξοδο καί σέ χειρότερα ἀπὸ αὐτά, ὁ κόσμος θά ἦταν πάλι ἐκεῖ, στό μυαλό μου, μ’ ἐμένα ἐν πολλοῖς μαζί ὅπως στήν ἀρχή. Θά ἤξερα πώς τίποτα δέν ἔχει ἀλλάξει, πώς δέν χρειάζεται παρά λίγη ἀποφασιστικότητα γιά νά πηγαίνεις καί νά ἔρχεσαι κάτω ἀπο τόν οὑρανό πού ἀλλάζει, πάνω στή γῆ πού κινεῖται, ὅπως ὅλα ὅσο κρατοῦν οἱ ἀτέλειωτες μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ, κοντές ὡστόσο γιά παιχνίδια, σάν παιχνίδια τά ξέραμε, ἄν τό μυαλό μου μπορεῖ νά σκεφτεῖ.'

'Κείμενα για το Τίποτα 6'

'Δελεαστική ἡ κενή θέση, μήπως νά ἐνθρονίσω ἐκεῖ τίς αναπηρίες μου, νά τούς ξαναδώσω αὐτή τήν εύκαιρία, ἀναπηρίες τοῦ ὀνείρου, ἴσως νά λάβουν σάρκα καί νά κινηθοῦν, ἐκφυλιζόμενες [...]'

'Κείμενα για το Τίποτα 8'

'Τί ἀναταραχή καί συγχρόνως τί ἠρεμία, τί σκαμπανεβάσματα μέσα σέ τί ἀμετάβλητο. Στιγμές διασταγμοῦ περισσότερο συχνές ἀπό σπάνιες, ἄν ἔπρεπε κάποιος νά ἐπιλέξει, καί νά βιαστεῖ νά ξεπεράσει γιά χάρη τῆς ἀρχαίας οὐσίας, ἀπό τήν ὁποία καταρχήν ἐξαρτῶνται όλα, ἔπειτα λίγα, ἔπειτα τίποτα. Σωστά, σκατολέξεις, θάψτε με, χιονοστιβάδα, καί τέρμα πιά οἱ κουβέντες γιά ὁποιοδήποτε πλάσμα, ἤ γιά κόσμο πού κανείς ἐγκαταλείπει, ἤ γιά κόσμο πού φτάνει, ὤστε νά τελειώνει μέ κόσμους, μέ πλάσματα, μέ λέξεις, μέ δυστυχία, δυστυχία.'

'Κείμενα για το Τίποτα 9'

'Καί ποιός ντρέπεται, πού κάθε βουβό μικροχιλιοστό τῆς συλλαβῆς, καί ἀκατάγιαστη ἀπεραντοσύνη τύψεων ποὐ ἀναδιφοῦν ἀπό τά βαθιά της δαγκώματα, καθώς ἀναγκάζεται ν’ ἀκούει, ἀναγκάζεται νά λέει, πιό ἀνεπαίσθητα καί ἀπό τό πιό ἀνεπαίσθητο μουρμουρητό, τόσο πολλά ψέματα, τόσες φορές τό ἴδιο ψέμα ψευδόμενο διαψευσμένο, ποιανοῦ ἠ κραυγαλέα σιωπή τῶν μαχαιριῶν τοῦ ὄχι στήν πληγή τῶν ναί, ἀναρωτιέται. Καί ἀναρωτιέται τί νά ἀπέγινε ἡ ἐπιθυμία νά γνωρίζει, πάει ἔφυγε, ἔφυγε ἡ καρδιά, ἔφυγε τό κεφάλι, κανείς δέν λέει τίποτα, δέν ἀκούει τίποτα, δέν ὑπάρχει παρά σιωπή. Δέν εἶναι ἀλήθεια, ναί, εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἀλήθεια καί δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶναι σιωπή καί δεν εἶναι σιωπή, δέν εἶναι κανείς καί κάποιος εἶναι, τίποτα πού κάτι νἀ ἐμποδίζει. Καί ἄν ἦταν ἐπιτέλους νά πάψει ἐντελῶς ἡ φωνή, ἡ παλιά φωνή καθώς παύει, δέν θά ἦταν ἀλήθεια, ὅπως δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι μιλᾶ, δέν μπορεῖ νά μιλήσει, δέν μπορεῖ νά πάψει. Καί ἄν ἦταν μιά μέρα νά εἶναι έδῶ, ὅπου μέρες δέν ὑπάρχουν, πού δέν εἶναι τόπος, τῆς ἀνεφικτης φωνῆς γέννημα ἡ ἀνέφικτη ὕπαρξη, καί μιά λάμψη φωτός, θα ἤταν ἀκόμα ὅλα καί σιωπηλά καί ἄδεια καί σκοτεινά, ὅπως τώρα, ὅπως τώρα σέ λίγο, ὅταν ὄλα θά ἔχουν τελειώσει, ὅλα εἰπωθεῖ, λέει ἐκείνη, μουρμουρίζει.'

'Κείμενα για το Τίποτα 13'

'Καταρχήν μόνο στό πρόσωπο, ἀνείπωτα ὄμορφο, ἀφήστε το ἐκεῖ, ἔπειτα δεξιόστροφα στά στήθη μόνο, ἔπειτα μπούτια καί μουνί μόνο, ἔπειτα μόνο κῶλο καί τρύπα, ἀνείπωτα ὄμορφα ὅλα. Δεῖτε πῶς μαζεύεται χάμω καί κάνει πίσω γιά νά δεῖ, πίσω τό κεφάλι στό πρώσωπο ὅταν μάτια στό μουνί, στά στήθη ὅταν στήν τρύπα, καί vise versa, ξεκάθαρα ὅλα. Σέ τοῦτο λοιπόν μαλακό καί ἁπαλό, πρός τά πίσω μαζεύεται μέ χέρια στά γόνατα γιά νά κρατηθεῖ, πές δεξιόστροφα πηγαίνοντας στήν ἀρχή ἀπό τό πρόσωπο μέχρι τήν τρύπα ἔπειτα πίσω μέχρι τό πρόσωπο, μουρμουρίζοντας. Φανταστεῖτε πῶς φιλᾶ, χαϊδεύει, γλείφει, ρουφᾶ, γαμᾶ καί σοδομεῖ ὅλα αὐτά, δίχως ἦχο. Ἔπειτα στόπ καί ὄρθιος σέ στάση ἀνάπαυσης, πίσω τό κεφάλι νά ἀκουμπᾶ στήν ὁροφή, καρφωμένο τό βλέμμα καταγῆς, μιά ζωή ἀγόγγυστου σκυψίματος, τυφλό στή λάμψη.'
'Θύμησες περασμένης εὐδαιμονίας ὄχι ἐκτός ἀπό μία ξεθωριασμένη μέ ἀνεπαίσθητο ρυτίδωμα θλίψης γιά ἕνα πλάγιασμα πλάι πλάι [...]'

'Παράξενα Όλα Μακριά'

'Σβηστό πεσμένο ἀνοιχτό ἀληθινό καταφύγιο ἀδιέξοδο πρός τό ὁποῖο μέ τόσα λάθη χρόνος λησμονημένος. Κεφάλι μέσα στό ἤρεμο μάτι φῶς παντοῦ λευκό ἤρεμο ὅλα λησμονημένα. Ἀγάπες παλιές ἀγάπες καινούργιες ὅπως στίς εὐλογημένες μέρες δυστυχία θά βασιλέψει καί πάλι. Σταχτί γκρίζο ὁλόγυρα γῆ οὐρανός ἕνα ὁλόγυρα ἄπειρο. Σκορπισμένα ἐρείπια σταχτί γκρίζο ὁλόγυρα ἀληθινό καταφύγιο ἐπιτέλους ἀδιέξοδο. Οὐδέποτε παρά σέ ὄνειρο τό καλό το ὄνειρο μιά φορά μόνο θά ταιριάξει. Μικρό κορμί γκρίζο πρόσωπο χαρακτηριστικά ρωγμή καί μικρές τρύπες δυό ξεπλυμένα γαλανά.'

'Δίχως'

Σάμουελ Μπέκετ, Πρόζες 1945-1980, μτφρ. Εριφύλη Μαρωνίτη, εκδ. Πατάκη

·

↑