
Οι πάντες υπολογίζουν ―το αισθάνομαι― το βαθμό έντασης ενός πένθους. Όμως αδύνατον (γελοίες, αντιφατικές ενδείξεις) να μετρήσεις πόσο έχει πληγεί κανείς.
*
Στη φράση «Εκείνη δεν υποφέρει πια», σε τι και σε ποιον αναφέρεται το «εκείνη»; Τι θέλει να πει αυτός ο ενεστώτας;
*
Κατάπληκτος από την αφηρημένη φύση της απουσίας· που ωστόσο είναι καυτή, σπαρακτική. Εξ ου και κατανοώ καλύτερα την αφαίρεση: είναι απουσία και οδύνη, οδύνη της απουσίας― ίσως λοιπόν είναι αγάπη;
*
Υπάρχει μια εποχή που ο θάνατος είναι συμβάν, μια ad-venture και υπ’ αυτήν την ιδιότητα κινητοποιεί, ενδιαφέρει, τανύει, δραστηριοποιεί, παραλύει. Και μετά, μια μέρα, δεν είναι πια συμβάν, είναι μια άλλη διάρκεια, συμπαγής, ασήμαντη, μη αφηγήσιμη, μουντή, χωρίς ανάκληση: αληθινό πένθος, μη δεκτικό σε οποιαδήποτε αφηγηματική διαλεκτική.
*
Σε κάθε «στιγμή» της θλίψης, πιστεύω ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή για πρώτη φορά πραγματώνω το πένθος μου.
Που πάει να πει: ολικότητα της έντασης.
*
Όπως ο έρωτας, έτσι κι το πένθος πλήττει τον κόσμο και όσα ανήκουν σ’ αυτόν, με την εξωπραγματικότητα, τη φορτικότητά του. Αντιστέκομαι στον κόσμο, υποφέρω εξαιτίας όσων μου ζητάει, εξαιτίας της απαίτησής του. Ο κόσμος διογκώνει τη θλίψη μου, την ξηρότητά μου, τη σύγχυσή μου, τον εκνευρισμό μου κτλ. Ο κόσμος με καταθλίβει.
*
Να μην καταπιέζω το πένθος (τη θλίψη), (ηλίθια ιδέα του χρόνου που θα το καταργήσει) αλλά να το αλλάξω, να το μεταμορφώσω, να το κάνω να περάσει από μια κατάσταση στατική (στάση, πνιγμός, επαναληπτικές επανεμφανίσεις του ταυτόσημου) σε μια κατάσταση ρευστή.
*
Ολοκληρωτική παρουσία
απόλυτη
κανένα βάρος
η πυκνότητα, όχι το βάρος
Ρολάν Μπαρτ, από το Ημερολόγιο Πένθους, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη
