
'Είναι απολαυστικό να διαπιστώνουμε ότι η τέχνη του λόγου συνδέεται στις απαρχές της με μια διεκδίκηση ιδιοκτησίας, σαν η γλώσσα, ως αντικείμενο ενός μετασχηματισμού, συνθήκη μιας πρακτικής, να μην οριζόταν στη βάση μιας λεπτής ιδεολογικής μεσολάβησης (όπως συνέβη σε τόσες μορφές τέχνης), αλλά στη βάση της πλέον γυμνής κοινωνικότητας, όπως επιβεβαιώνεται στη θεμελιώδη ωμότητά της, αυτή της γαιοκτησίας: αρχίσαμε –στο πλαίσιο του πολιτισμού μας– να στοχαζόμαστε πάνω στη γλώσσα προκειμένου να υπερασπίσουμε τα αγαθά μας. Ακριβώς στο πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης είναι που γεννήθηκε ένα πρώτο θεωρητικό σχεδίασμα του επιτηδευμένου λόγου (διαφορετικού από τον φανταστικό λόγο, τον λόγο των ποιητών: η ποίηση ήταν τότε η μόνη λογοτεχνία, ενώ η πρόζα δεν θα προβιβαζόταν σε αυτή τη θέση παρά αργότερα).'
'Η ρητορική θριαμβεύει: κυριαρχεί στην εκπαίδευση· η ρητορική ψυχορραγεί: αυστηρά περιορισμένη σε αυτό το πεδίο, περιπίπτει προοδευτικά σε βαθιά διανοητική ανυποληψία. Η ανυποληψία αυτή οφείλεται στην προαγωγή μιας νέας αξίας, της ενάργειας (γεγονότων, ιδεών, αισθημάτων), η οποία είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται τη γλώσσα (ή πιστεύει πως δεν τη χρειάζεται) ή τουλάχιστον διατείνεται πως δεν τη χρησιμοποιεί πια παρά μόνο ως ένα εργαλείο, ένα μέσο, μια μεσολάβηση, μια έκφραση. Από τον 16ο αιώνα και μετά, η «ενάργεια» παίρνει τρεις κατευθύνσεις: μια προσωπική ενάργεια (στον προτεσταντισμό), μια ενάργεια του ορθού λόγου (στον καρτεσιανισμό), μια ενάργεια των αισθήσεων (στον εμπειρισμό). Ακόμα κι αν εξακολουθεί να γίνεται δεκτή (στη διδασκαλία των ιησουιτών), η ρητορική δεν είναι πια σε καμία περίπτωση μια λογική, δεν συνιστά παρά ένα χρώμα, ένα στολίδι, που τελεί πάντα υπό καθεστώς στενής επιτήρησης στο όνομα του «φυσικού». Ίσως υπήρχε στον Πασκάλ κάποια αξίωση αυτού του νέου πνεύματος, μιας και σε αυτόν χρωστάμε την Αντι-ρητορική του μοντέρνου ανθρωπισμού· το αίτημα του Πασκάλ είναι μια ρητορική (μια «τέχνη της πειθούς») νοητική, ευαίσθητη, σαν από ένστικτο, στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων (τη «λεπτότητά» τους)· η ευγλωττία δεν συνίσταται στην εφαρμογή στον λόγο ενός εξωτερικού κώδικα, αλλά στη συνειδητοποίηση της σκέψης που γεννιέται μέσα μας, κατά τρόπο ώστε να μπορούμε να αναπαράγουμε αυτή την κίνηση όταν μιλάμε στον άλλο, οδηγώντας τον έτσι στην αλήθεια σαν να την ανακάλυπτε από μόνος του· η τάξη του λόγου δεν έχει εγγενή χαρακτηριστικά (σαφήνεια ή συμμετρία)· εξαρτάται από τη φύση της σκέψης, με την οποία η γλώσσα, αν θέλει να είναι «ορθή», οφείλει να συμμορφώνεται.'
'Το πάθος παραμορφώνει το βλέμμα πάνω στα πράγματα και διαμορφώνει αναγκαστικά ειδικούς και ιδιαίτερους λόγους πάνω σε αυτά: «Αν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν όλα τα πράγματα που παρουσιάζονται στο πνεύμα τους, απλά, τέτοια που είναι καθαυτά, όλοι θα μιλούσαν γι’ αυτά με τον ίδιο τρόπο: όλοι σχεδόν οι γεωμέτρες μιλάνε με τον ίδιο τρόπο» (Λαμύ). Η άποψη αυτή είναι ενδιαφέρουσα, γιατί αν τα σχήματα είναι τα «μορφήματα» του πάθους, μέσω των σχημάτων μπορούμε να γνωρίσουμε την κλασική ταξινόμηση των παθών, και ειδικά αυτή του ερωτικού πάθους, από τον Ρακίνα μέχρι τον Προυστ. Για παράδειγμα: το επιφώνημα αντιστοιχεί στην ξαφνική και βίαιη απάλειψη του λόγου, στη συναισθηματική αφασία· η αμφιβολία και ο ενδοιασμός, η dubitario (σύμφωνα με το όνομα του σχήματος), αντιστοιχούν στο μαρτύριο της αβεβαιότητας όσον αφορά τη συμπεριφορά (Τι να κάνω; Να πράξω έτσι ή αλλιώς;), στη δύσκολη ανάγνωση των «σημείων» που εκπέμπει ο άλλος· η έλλειψη στη λογοκρισία όλων όσοι στέκονται εμπόδια στο πάθος· η παράλειψη (το να ισχυριζόμαστε ότι δεν θα πούμε ό,τι τελικά λέμε) στην αναπαραγωγή της «σκηνής», στο πνεύμα που πληγώνει· η επανάληψη στην εμμονική αναμόχλευση των «δικαιολογιών» ή του «έχω κάθε δίκιο»· η υποτύπωση, στη σκηνή που έχουμε ακόμα εντυπωμένη στο μυαλό μας, στην εσωτερικευμένη φαντασίωση, στο νεαρό σενάριο (επιθυμία, ζήλια) κλπ. Καταλαβαίνουμε έτσι καλύτερα πώς η μεταφορά μπορεί να είναι συνάμα και φυσική και μια δεύτερη γλώσσα: είναι φυσική γιατί τα πάθη βρίσκονται στη φύση· είναι δεύτερη γιατί η ηθική απαιτεί τα ίδια αυτά πάθη, καίτοι «φυσικά», να απομακρυνθούν, να εξοβελιστούν, να τεθούν στην επικράτεια του σφάλματος και του αμαρτήματος· τουτέστιν, ένας κλασικός θεωρεί ότι τα ρητορικά σχήματα είμαι ταυτόχρονα θεμελιωμένα και ύποπτα, επειδή ακριβώς, γι’ αυτόν, η «φύση» είναι κακή.'
Ρολάν Μπαρτ, Η Αρχαία Ρητορική: Μνημονικό Βοήθημα, μτφρ. Πάνος Αγγελόπουλος, εκδ. Petites Maisons
