προγραφές

Εξώφυλλο: Penelope Deutscher, Ντερριντά

'[...] ο Ντερριντά ισχυρίζεται ότι η συγνώμη ή η συγχώρηση είναι αδύνατη. Αληθινή συγχώρηση θα ήταν να συγχωρήσει κανείς το ασυγχώρητο. Ο Ντερριντά εντείνει την αίσθησή μας ότι κάτι δεν πάει καλά αν η συγχώρηση έρχεται τόσο εύκολα. Για να μετράει στ’ αλήθεια η συγνώμη, δεν πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θας μας συγχωρήσουν· θα πρέπει να την κερδίσουμε με σκληρό αγώνα. Αν η συγχώρηση δίνεται τόσο εύκολα, δεν είναι πραγματική συγχώρηση. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι όσο πιο εύκολο είναι να συγχωρήσουμε κάποιον, τόσο λιγότερη αξία έχει η συγχώρησή μας. Σε τελική ανάλυση, συγχώρηση που δεν κοστίζει και δε σημαίνει τίποτα, δε μετράει. Όσο πιο δύσκολη, τόσο πιο σημαντική. Ως εκ τούτου, αληθινή συγχώρηση θα ήταν ίσως μόνο μια αδύνατη συχγώρηση - η συχγώρηση αυτού που δε συγχωρείται. Ίσως μάλιστα, στο βαθμό που κάτι είναι ούτως ή άλλως συγχωρητέο, η πράξη της καθαρής συγχώρησης δε συντελείται καν. Εφόσον λοιπόν η αληθινή συγχώρηση δεν μπορεί παρά να συγχωρεί το ασυγχώρητο, ο Ντερριντά κάνει το άλμα να ισχυριστεί ότι η αληθινή συγχώρηση είναι αδύνατη [...].

Κατά την πραγμάτευση της «συγγνώμης», νομικής, πολιτικής ή προσωπικής, ο Ντερριντά επεκτείνει τον ορισμό της αδυνατότητάς της. Υπάρχουν άραγε κάποιοι ολότελα αθώοι που να μπορούν να συγχωρήσουν εγκλήματα από και κατά της ανθρωπότητας; Υπάρχει κάποιος που να ελέγχεται και να εξαιρείται, ώστε να κρίνει και να συγχωρεί; Κι ακόμη, αν κανείς συγχωρούσε κάπιοιον υπό τον όρο αυτός να έχει μετανοήσει και να έχει αλλάξει, εν προκειμένω δε θα συγχωρούσε τελικά ένα «άλλο» υποκείμενο; Η αληθινή συγχώρηση του «υπό εξέταση ατόμου» θα έφτανε στην ύψιστη έκφρασή της, κατά τα φαινόμενα, μόνο εάν ήμασταν πρόθυμοι να συγχωρήσουμε ένα εντελώς αμετανόητο υποκείμενο, που θα επαναλάμβανε το έγκλημά του χωρίς ενδοιασμό και θα συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά. Μια παρόμοια, αδύνατη, ριζική, συγχώρηση θα ήταν και η μόνη «αληθινή». Επιπλέον, στην αληθινή, ριζική ή «καθαρή» συγχώρηση αυτός που συγχωρεί και αυτός που συγχωρείται θα πρέπει να μοιράζονται μια κοινή αντίληψη σχετικά με τη ζημία, το έγκλημα ή τη φρικαλεότητα που έχει συντελεστεί. Εντούτοις, στην πράξη είναι αδύνατον να επιτευχθεί απόλυτη εναρμόνιση της κατανόησης και της εμπειρίας, όπως εξίσου αδύνατον είναι για ένα υποκείμενο να ανακτήσει μια οριστική, ταυτόσημη με τον εαυτό της και συνάμα βαθιά επεξεργασμένη εμπειρία, αντίληψη ή ανάμνηση του εν λόγω συμβάντος (είτε κανείς το υπέστη είτε το προκάλεσε). Ο Ντερριντά δεν κρύβει επίσης τη δυσφορία του απέναντι στη στάση ανωτερότητας, την οποία θεωρεί κανείς δεδομένη τη στιγμή που προβαίνει σε μια πράξη συγχώρησης. Τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας όταν θεωρούμε ότι μπορούμε να συγχωρήσουμε; Κανένας συγγενής, απόγονος, πολιτεία ή συλλογικότητα δεν μπορεί στ’ αλήθεια να συγχωρήσει εκ μέρους κάποιου άλλου. Μήπως, άλλωστε, μπορεί να συγχωρήσει κανείς εκ μέρους του «εαυτού» του; Εν πρώτοις, το συγχωρούν υποκείμενο δεν ταυτίζεται με εκείνο που υπέφερε. Ένα θύμα δεν είναι πάντα σε θέση να συγχωρήσει. Μπορεί να έχει στερηθεί το λόγο, τη συγκρότηση, την ίδια του τη ζωή. Το να συγχωρεί κανείς σημαίνει, κατά μία έννοια, να ασκεί μια εξουσία που υψώνεται πάνω από την αδυναμία του να συγχωρήσει. Όμως, καθώς ισχυρίζεται ο Ντερριντά, «καθαρή συγχώρηση» θα ήταν η συγχώρηση που δε θα προέβαινε σ’ αυτή την αυτόκλητη άσκηση εξουσίας. Η καθαρή συγχώρηση θα αφορούσε τη συγχώρηση αυτού που δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε. Για όλους αυτούς τους λόγους, η καθαρή συγχώρηση είναι αδύνατη.'

Penelope Deutscher, Ντερριντά, μτφρ. Ιωάννα Ναούμ, εκδ. Πατάκη

·

↑