προγραφές

Εξώφυλλο: Βάλτερ Μπένγιαμιν, Νο 13: Εξήντα Πέντε Θέσεις για τα Βιβλία, τις Πόρνες, το Γράψιμο, την Κριτική, τους Σνομπ και την Επιτυχία

Βιβλία καὶ πόρνες τὰ παίρνει κανεὶς στὸ κρεβάτι.

*

Βιβλία καί πόρνες, ὅταν σοῦ δίνονται, ἀρέσκονται νὰ σοῦ στρέφουν τὰ νῶτα.

*

Ξιφούλκησε μὲ τὰ μολύβια σου κατὰ τῆς ἔμπνευσης καὶ θὰ σὲ τραβήκει καταπάνω της μὲ τὴ δύναμη τοῦ μαγνήτη. Ὅσο πιὸ νηφάλια καταγράφεις μιὰ ἰδέα, τόσο μεστότερη θὰ σοῦ παραδοθεῖ. Τὴ σκέψη τὴν ἐκπορθεῖ ἡ ὁμιλία, ὅμως τὴν κυβερνᾶ ἡ γραφή.

*

Τὸ ἔργο εἶναι ἡ νεκρικὴ προσωπίδα τῆς σύλληψης.

*

Ὁ ἐνθουσιασμὸς γιὰ τὴν τέχνη εἶναι ξένος στὸν κριτικό. Τὸ ἔργο τέχνης εἶναι στὸ χέρι του γυμνὸ ὅπλο στὴν πάλη τοῦ πνεύματος.

*

Τὰ καλλιτεχνήματα τὰ χωρίζει ἡ τελείωση. Τὰ ντοκουμέντα τὰ ἑνώνει τὸ ὑλικό.

*

Σὲ κάθε νέα ματιὰ τὸ καλλιτέχνημα ἀνυψώνεται. Τὸ ντοκουμέντο συγκινεῖ μόνο διὰ τῆς ἐκπλήξεως.

*

Δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἐπιτυχία ποὺ νὰ μὴν ἀντιστοιχεῖ σὲ πραγματικὰ ἐπιτεύγματα. Τὸ νὰ συμπεράνουμε ὅμως ὅτι θεμελιώθηκε πάνω τους θά ’ταν σφάλμα. Τὰ ἐπιτεύγματα εἶναι τὰ ἐπακόλουθά της. Τὰ ἐπακόλουθα άπὸ τὴν τόνωση τοῦ ἐγὼ κι ἀπὸ τὴ συνεγερτικὴ χαρὰ ποὺ ἡ ἐργασία προσφέρει σ’ ὅσους χαίρουν ἀναγνώρισης. Μιὰ μεγάλη πρόκληση, μιὰ ἐπιδέξια ἀπόκριση, μιὰ εὐτυχὴς ἀνταλλαγή, αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ θεμέλια τῶν μεγάλων ἐπιτυχιῶν.

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Νο 13: Εξήντα Πέντε Θέσεις για τα Βιβλία, τις Πόρνες, το Γράψιμο, την Κριτική, τους Σνομπ και την Επιτυχία, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, εκδ. Κίχλη

* * *

'«Μέγα βιβλίον μέγα κακόν», ἀποφάνθηκε κάποτε ὁ Καλλίμαχος ἀνοίγοντας στὶς μέρες του τὸν δρόμο στὶς πιὸ ὀλιγόστιχες, τὶς πιὸ λακωνικὲς ποιητικὲς μορφές. Στοὺς αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν, ὅπως ξέρουμε, κυρίαρχη φόρμα ἔμελλε νὰ ἀναδειχθεῖ τὸ ἐπίγραμμα. Μὲ τὸν τρόπο του καὶ ὁ Μπένγιαμιν ἀνήκει στὸ ρεῦμα ἐκεῖνο τοῦ στοχασμοῦ ποὺ εὐδοκιμεῖ καλύτερα ὅταν λακωνίζει, ὅταν βραχυλογεῖ, ὅταν προσφεύγει στὸν ὑπαινιγμὸ καὶ τὴν ἔλλειψη, ὅταν συμπυκνώνει μιὰ ὁλόκληρη δυνάμει θεωρία στὸ σπέρμα μιᾶς περικοῆς ἤ ἑνὸς θραύσματος. Τὴ συνθετικὴ ἐργασία ἐδῶ, τὴ συστηματικὴ ἀνασυγκρότηση, καλεῖται νὰ τὴν κάνει ὁ ἀναγνωστης. Αὑτὸς θὰ συμπληρώσει τὰ κενὰ καὶ θὰ κάνει τὶς ἀναγωγὲς καὶ τὶς ἐπαληθεύσεις, αὐτὸς θὰ δώσει στὸ ἔργο «τὸ εὖρος καὶ τὸν εἱρμὸ ποὺ λανθάνουν κάτω ἀπὸ τὴν ἀποσπασματική του μορφή» – γιὰ νὰ παραθέσω τὰ λόγια ποὺ σὲ ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετικὴ περίσταση ἔγραψε κάποτε ὁ Παναγιώτης Κονδύλης. Ἐὰν καὶ ἐφόσον τὸ ἔργο σηκώνει κάτι τέτοιο, ἐννοεῖται. Ὅμως τέτοια εἶναι ἐδῶ, δίχως ἄλλο, ἡ περίπτωση. Στὸ ἡμίφως τῆς σπερματικῆς σκέψης τοῦ Μπένγιαμιν κυοφοροῦνται πράγματι καὶ τὸ εὔρος καὶ ὁ εἱρμὸς.'

Κώστας Κουτσουρέλης, 'Λιλιπούτεια και Ακαριαία: Με Αφορμή τους Αφορισμούς του Βάλτερ Μπένγιαμιν', από τα 'Επιλογόμενα' της έκδοσης

ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ (1)

Ὅταν σταθεῖς μπρὸς στὸ χαμόγελο
βραστῆς γουρουνοκεφαλῆς
νὰ εἶσαι γενναιόδωρος μὲ κάθε τρόπο.

*

Ο ΑΝΕΜΟΣ

Ποτέ σου μὴν παρακαλᾶς τὸν ἄνεμο γιὰ ἔλεος.
Τόσα ψηλὰ ἀγριόκρινα καὶ τόσα
μυρωδάτα ἄσπρα κρίνα, τόσα καὶ τόσα
κρίνα τῆς μίας μέρας —
ἄπαξ καὶ σπάσουν τὰ φτερά σου, βγάλε βλαστάρια νέα.
Ποτὲ δὲν εἶναι ἀργά.

*

ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Ἡ ἀστραπὴ στὸν λόγο μπρὸς.
Ὁ κεραυνὸς στὸν λόφο πίσω.
Ἀνάμεσα στὰ δυό
βουβὸ ἕνα βότσαλο.

Κο Ουν, Τι; 108 Ζεν Ποιήματα, μτφρ. Αργυρώ Κωστάκη-Γατοπούλου & Χάνα Γιο, εκδ. Περισπωμένη

* * *

'ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΚΟ ΟΥΝ στὴ Σεοὺλ τὸ 1989 σὲ μιὰ βραδιὰ ἀνάγνωσης ποιημάτων. Πρώιμος λόγιος ἀρχικά, μετὰ στρατευμένος ἐργάτης τοῦ Στρατοῦ τοῦ Λαοῦ, ἔπειτα περιπλανώμενος μοναχὸς ἀναζητὼν ἐλεημοσύνη γιὰ δέκα χρόνια, μετὰ ἀρχισυντάκτης βουδιστικῆς ἐφημερίδας, ὕστερα ποιητῆς μὲ ἐκδόσεις, μετὰ ἡγούμενος μοναστηριοῦ, μετὰ ἀρνητὴς τῶν ράσων του ἀπὸ μηδενιστικὴ ἀπόγνωση. Ἔπειτα διευθυντὴς φιλανθρωπικοῦ ἐκᾶιδευτικοῦ ἰδρύματος σὲ ἕνα νοτιοκορεατικὸ νησί, μετὰ παραγωγικὸς συγγραφέας καὶ πότης, ὕστερα ὑποψήφιος αὐτόχειρας, μετὰ στρατευμένος ἐθνικιστὴς ἐπαναστάτης ἐναντίον τοῦ ἀστυνομοκρατούμενου κράτους, μετὰ διευθυντὴς τῆς Ἕνωσης Κορεατῶν Καλλιτεχνῶν γιὰ τὴν Ἐλευθερία στὴν Πράξη, μετέπειτα κρατούμενος καὸ πολιτικὸς κατάδικος, παράλληλα παραγωγικὸς συγγραφέας, μεταφραστὴς καὶ ἀρχειοφύλακας λογοτεχνίας, μετὰ σύζυγος καὶ πατέρας στὰ 50 του, μετὰ μαχητικὰ ἐπικο-ιστορικὸς βάρδος, ἔπειτα φυλακισμένος στὰ 1980, μετὰ ἐπικὸς ποιητὴς τοῦ Paekdu Mountain [Τὸ ὄρο Παεγκτοὺ] καὶ ἀφηγητὴς σὲ βινιέτες ἀνθρώπινων χαρακτήρων στὸ Ten Thousand Lives [Δέκα χιλιάδες ζωές], μνημειακὴ σειρὰ ἀνεκδοτολογικῶν «χαρακτήρων» γραμμένη στὴν ἰδιωματικὴ διάλεκτο τῆς προφορικῆς κορεατικῆς γλώσσας, τελικὰ ἕνας δαιμόνια ὑποκινούμενος μποντισάτβα τῆς κορεατικῆς ποίησης, πληθωρικός, λαϊκός, πολυγραφότατος, παθιασμένος μὲ τὴν ποιητικὴ δημιουργία, «εὐρύτερα γνωστὸς ὡς ὁ μεγαλύτερος σύγχρονος ποιητὴς τῆς Κορέας», σύμφωνα μὲ τοὺς μεταφραστές του.'

 

Άλεν Γκίνσμπεργκ, 'Πρόλογος στην Αγγλική Έκδοση'

Εξώφυλλο: Βασίλης Ζηλάκος, Βυθισμένη

ΙΩΒ

Στό φιλιατρό τοῦ φόβου, τ’ ἄλογο χτυπάει τήν ὁπλή.
Κι ἐνῶ τοῦ θάνατου τ’ ἀβγό δοξάζει
πικρό κι ὁλόφλογο μέσ’ στῆς ζωῆς
ἐκεῖ τό ὕδωρ πού κοχλάζει,

ὁ στίχος γράφει μέ χρυσό στό μίσχο τοῦ σταχυοῦ:

«Χαῖρε σ’ αύτόν πού τά κόκκαλα συθέμελα ὀρθώνει!
Φτάνουμ’ έδῶ σάν τίς πάρωρες τίς νύχτες, μά ὕστερα...

... Κραυγές βαριές πού βγαίνουν πιό σκυφτές στήν προσευχή:

Τὴν χεῖρα ἀπ’ ἐμοῦ ἀπέχου,
καὶ ὁ φόβος σου μη με καταπλησσέτω.
Εἶτα καλέσεις, ἐγὼ δὲ σοι ὑπακούσομαι·
ἤ λαλήσεις, ἐγὼ δε σοι δώσω ἀνταπόκρισιν.

Ἰδού τό στρογγυλό τῆς μαύρης νεφέλης πετράδι
ἐκεῖ ὅπου ἡ ψυχή ν’ ἀνοίξει εἶν’ ἕτοιμη
άργοκυλώντας ἐντός τῆς μήτρας
τοῦ ἀπροσπέλαστου ἀκόμη Χριστοῦ.»

Μόνος Του πάλι στήν πλάση τά σπλάχνα μας λικνίζει.
Κραυγή βαριά πού βγαίνει ἐδῶ μέσ’ ἀπ’ τή γραφή:

Λείπει
σάν δάκρυ πού κοίταξε τή θάλασσα:
Αἰώνια.

*

ΒΥΘΙΣΜΕΝΗ

Τότε συνάντησα τή χλόη
καί τή γλώσσα της δίχως νά γνωρίζω
στάθηκα για ν’ ἀκούσω. Θυμᾶμαι:
δάχτυλα, στόμα, μύτη κι ἀφτιά
ἔνιωσαν κοντά τήν ἀπειρότητά της
π’ ἀκόμη χάμω σωριαζόταν
γιατί κανείς ἀπ’ τούς συντρόφους
δέν καλοῦσε μέ κόκκινη λαλιά
τό χορευτικό τ’ ἀστέρι...

Τό εἴπανε τρελλό, τό εἶπαν μοχθηρό
κι ὁ βασιλιάς ἀγνώριστος πέρασ’ ἀνάμεσά μας.

Συνάντησα ξανά τή χλόη.
Ἦταν οὔτε ἡ ἴδια οὔτε ἄλλη·
αἰωρούμενη κι ἀκίνητη
σάν κάποιο πνεῦμα μᾶλλον νεκρό
σάν ψεύτικο τζοβαΐρι, κάπως θαμπό.

Ἴδιο μέ τή σελήνη πού τήν αὐγή ἀσπρίζει
ὅταν ἀπό τίς μυστικές τίς σπουδές χωρίζει.

Βασίλης Ζηλάκος, Βυθισμένη, εκδ. Οδός Πανός

Εξώφυλλο: Η Σαγήνη του Πιάνου

ΤΟ ΠΙΑΝΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ ΦΙΛΙΑ ΣΤΟ ΝΤΕΛΙΚΑΤΟ ΧΕΡΙ - Πολ Βερλέν

Τὸ πιάνο ποὺ ἔδινε φιλιὰ στὸ ντελικάτο χέρι
Φεγγίζει μὲς στὸ σούρουπο τὸ ρόδινο καὶ γκρίζο,
Καθὼς ἕνα ἁπαλὸ φτερούγισμα
Κάποιο παλιὸ τραγούδι, χλομὸ καὶ γοητευτικό,
Περνάει ἀφηρημένο, σχεδὸν δειλὸ
Ἀπὸ Ἐκείνης τὸ μπουντουάρ τὸ ἀρωματισμενο.
Τί νά ᾽ναι αὐτὸ τὸ ἀπρόσμενο χάδι
Ποὺ τόσο τρυφερὰ τὴ δόλια τὴν ψυχή μου άγγίζει ;
Πές μου, ἀπὸ μένα, τί ζητᾶς, γλυκὸ τραγούδι ;
Τί θέλει τὸ ἀβέβαιο καὶ ὄμορφο ρεφραίν σου
Ποὺ ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο σὲ λίγο πάει νὰ σβήσει
Ἐκεῖνο τὸ παράθυρο, μισάνοιχτο στὸν κῆπο. . .

*

ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ - Ζορζ Ρόντενμπαχ

Στὸ μυαλό μου ἦρθε χθὲς μιὰ εἰκόνα
Καθὼς – τὰ καστανὰ μαλλιά της καὶ τὰ κόκκινα μάγουλα
Ἔλαμπαν ὑπὸ τὸ φῶς τῶν κεριῶν – στὸ πιάνο ἔπαιζε
Ἕνα λὴντ μετὰ ἀπὸ ἕνα μενουέτο.

Αὐτὸ τὸ πιάνο, σκέφτηκα, εἶναι ἀκίνητο, βουβό,
Ὅμως οἱ ἀργὲς ἐλεγεῖες, τὰ εὔθυμα ἀκόρντα
Ἠχοῦν στὸ ἄγγιγμα τῶν μεγαλωμένων της χεριῶν,
Σὰν νὰ ξυπνᾶ μιὰ χορωδία πουλιῶν.

Αὐτὸ τὸ πιάνο μὲ τὴ δυνατὴ φωνὴ μοιάζει μὲ τὴν ψυχή μας :
Ἄσπρο καὶ μαῦρο, σὰν κι αὐτὴ, ἔχει ὅλο τὸ φάσμα
Ἀπὸ ἀρετὲς τραγουδιστὲς καὶ ὑπόκωφα ἐλαττώματα.

Ἄν θέλουμε νᾶ δονηθεῖ καὶ νὰ στενάξει,
Νὰ δώσει ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ κρύβει μέσα του,
Ἀρκεῖ τὸ ἁπαλὸ ἄγγιγμα μιᾶς γυναίκας !

από το Η Σαγήνη του Πιάνου, επμλ. Σεσίλ Μπαλαβουάν, μτφρ. Γιάννης Σιδέρης, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Βικτόρ Σεγκαλέν, Στήλες

Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ
ΕΧΕΙ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Ἡ ἐρωμένη μου ἔχει τὶς ἀρετὲς τοῦ νεροῦ: φωτεινὸ χα-
μόγελο, ἁπαλὲς χειρονομίες, φωνὴ ἁγνή, τραγουδι-
στὴ σταγόνα με σταγόνα.

Κι ὅταν καμιὰ φορά –δίχως νὰ θέλω– ἡ φωτιὰ περνάει
στὸ βλέμμα μου, ξέρει πῶς τὴν ὑποδαυλίζεις μὲ τὴν
ἔξαψη: ρίχνεις νερὸ στὰ φλογισμένα κάρβουνα

◯

Τὸ ζωντανὸ νερό μου, νἀ τη, χυμένη ὅλη στὸ χῶμα!
Γλυστράει, μοῦ φεύγει· – διψάω έγὼ καὶ τρέχω πίσω της.

Μὲ τὰ χέρια φκιάχνω μιὰ κούπα. Μὲ τὰ δυὸ τὰ χέρια,
στὴ ζάλη μου, τὴν συγκρατῶ, τὴν σφίγγω, τὴν φέρνω

στὰ χείλη μου:

Καὶ καταπίνω μιὰ χούφτα λάσπη.

*

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΣΤΗΛΗ

Διόλου στὸ πέτρινο, τὸ νεκρωμένο, δέρμα σου δὲν θά ᾽θελε
ἐτοῦτο νὰ εἰσχωρήσει· διόλου στὴν ἄνοστη, τὴν ἄμορφη
καὶ θνήσκουσα, αὐγὴ δὲν θά ᾽θελε ἐτοῦτο, ἄν ἀφεθεῖ
ἐλεύθερο, νὰ προσανατολιστεῖ·

Δὲν εἶναι γιὰ τὸν διαβασμένο ἀναγνώστη, μὰ οὔτε καὶ
γιὰ κάποιον καλλίγραφο, ποὺ ἐτοῦτο ἀφήνεται τόσο
χαρούμενα νὰ εἰπωθεῖ:

Ἀλλὰ γι’ Αὐτήν.

◯

Φτάνει μιὰ μέρα. Αὐτὴ περνάει ἀπὸ δῶ. Εὐθυτενής, ψηλή
κι ἀπέναντί σου, ἄς τὸ διαβάσει μὲ τὰ εὐκίνητα καὶ
λαμπερά της μάτια, προφυλαγμένα ἀπὸ βλεφαρίδες
ποὺ γνωρίζω τὴ σκιά τους·

Ἄς μετρήσει αὐτὲς τὶς λέξεις μὲ χείλη ποὺ τὰ ὕφανε ἡ
σάρκα (ποτὲ δὲν ξέχασα τὴ γεύση τους), με γλώσσα
ποὺ τὴν ἔθρεψαν φιλιά, μὲ δόντια ποὺ νά, ἀκόμη ἐδῶ
τὰ ἔχω τὰ σημάδια τους.

Ἄς τρέμη μὲ κοφτή ἀνάσα –εὐκαμπτη σοδειὰ στὸ χλιαρὸ
ἀεράκι– μεταδίδοντας ἀπὸ τὰ γόνατα
τὸν ξεχωριστὸ ρυθμὸ τῶν πλευρῶν της – ποὺ τὸν
ξέρω.

◯

Τότε, ἐτοῦτο τὸ παιχνίδισμα, δρασκελίζοντας τὸ χῶρο καὶ
χορεύοντας στὸ τέμπο της, αὐτὸ τὸ ποίημα, αὐτὸ τὸ
χάρισμα κι αὐτὸς ὁ πόθος, –

Μεμιᾶς θὰ ξεφλουδίσει ἀπ’ τὴ νεκρὴ σου πέτρα –ὤ! τόσο
ἐπισφαλῆ, προσωρινή– γιὰ ν’ ἀφεθεῖ στὴν ἴδια τὴ
ζωή της.

Θὰ πάει νὰ ζήσει δίπλα Της.

*

ΣΤΙΓΜΗ

Αὐτὸ ποὺ ξέρω γιὰ τὸ σήμερα, τὸ ἐπιβάλλω βιαστικὰ
στὴν ἐπιφάνειά σου, πέτρα ἐπίπεδη· ὁρατὴ καὶ πα-
ροῦσα ἔκταση.

Αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι –ὅπως στὰ σωθικά μου τὴν περί-
πτυξη τῆς πτώσης– τὸ ἀπλώνω στὸ πετσί σου, δρο-
σερὲ καὶ νοτισμένε μεταξωτὲ χιτώνα·

Δίχως ζαρωματιά, ἄλλη ἀπ’ τοὺς κυματισμοὺς στὶς φλέ-
βες σου· δίχως ὀπισθοχώρηση, ἄλλη ἀπ’ τὴν ἀπο-
κλιση στὰ μάτια μου, γιὰ νὰ σὲ διαβάσουν καλά·
δίχως βάθος, ἐξὸν ἀπὸ τὸ ἐγχχάραγμα ποὺ ἀπαιτοῦν
τὰ κοῖλα σου.

Ὥστε ἔχοντας ἀπὸ ἐμὲ ριφθεῖ ἐτοῦτο, ποὺ ξέρω γιὰ τὸ
σήμερα –τόσο εἰλικρινές, γόνιμο καὶ σαφές– μὲ ὀργυι-
ομετρᾶ καὶ μὲ στηρίζει δίχως ἐξασθένιση.

Θὰ χάσω ἐγὼ τὴν καταχωνιασμένη ἀξία καὶ τὸ μυ-
στικό του, ἀλλά, ὦ ἐσύ, θὰ ἀκτινοβολήσεις, στέ-
ρεα μνήμη, σκληρὴ καὶ πετρωμένη στιγμή, ὑψηλὴ
προστάτισσα.

Αὐτοῦ ἐδῶ... Τί ἤταν ἄραγε αὐτό... Σχίστηκε κιόλας, σά-
πισε, τὸ ἔχουν ἤδη καταπιεῖ, ζυμῶνεται ἀθορύβως,
πλέον, στοὺς πιὸ ἀνεξερεύνητούς μου βούρκους.

Βικτόρ Σεγκαλέν, Στήλες, μτφρ. Σωτήρης Χαλικιάς, εκδ. Ίνδικτος

* * *

'«Στην Κίνα δεν αναζητώ ιδέες ή θέματα, αναζητώ μορφές – μορφές ασυνήθιστες, ποικίλες, αγέρωχες», έγραφε το 1913 ο Βίκτωρ Σεγκαλέν στον φίλο του Ζυλ ντε Γκωλτιέ παρουσιάζοντας τὶς Στῆλες, τὰ μικρὰ ποιητικὰ κείμενα ποὺ δημοσίευσε στὸ Πεκίνο, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1912, σὲ 81 ἀντίτυπα. Κείμενα, εἶναι ἀλήθεια, ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο του γραφτὸ γι’ αὐτὴ τὴ χώρα, ἀποκαλύπτουν τὴν ἰδιόμορφη ἀλλὰ βαθειά του σχέση μὲ τὸν ξεχωριστὸ πνευματικό της κόσμο, λίγο πρὶν τὴν κατάρρευση τῆς Αὐτοκρατορίας. Κι ἂν ὁρισμένα κείμενα τοῦ Κλωντὲλ μοιάζουν νὰ διακατέχονται ἀπὸ σινικὴ εὐαισθησία, ἂν ὁ Πάουντ ἀνέλυσε σὲ βάθος τὸ ποιητικὸ ἐκφραστικὸ δυναμικὸ ποὺ διαθέτει ἡ ἰδεογραμματικὴ γραφή, ὁ Σεγκαλὲν ἐπιχείρησε κάτι πολὺ πρωτότυπο: Ἀντλώντας τὸ ὑλικό του ἀπὸ τὴ σινικὴ πνευματικότητα καὶ χρησιμοποιώντας κάθε ἐπιμέρους στοιχεῖο τῆς κλασικῆς γλώσσας ἐπιχείρησε νὰ συνθέσει νέο ποιητικὸ εἶδος. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος εἶναι ἀκριβῶς οἱ Στῆλες, ὅπου ἡ σινικὴ συμβολὴ δὲν περιορίζεται στὴ θεματολογία ἀλλὰ εἶναι ἐμφανὴς στὴν παραμικρὴ πτυχὴ τῆς εἰδικῆς μορφολογίας τους, ἕως ἀκόμη καὶ τὴν ὑλική τους παρουσίαση. Καὶ ὅλα ἐτοῦτα τελικῶς ὡς ἡ ἀπολύτως ἀναγκαία συνθήκη γιὰ νὰ ξεδιπλωθεῖ ἡ δική του κοπιαστικὴ ἐσωτερικὴ διαδρομὴ καθώς, ὅπως θὰ γράψει σὲ κατοπινό του κείμενο, τὸ πιὸ μακρὺ ταξίδι ποὺ μπορεῖς ποτὲ νὰ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἡ κατάβαση στὰ ἔγκατα τοῦ ἑαυτοῦ σου (κι ὅπου ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ διαπιστώσεις πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐκεῖ κάτω).'

Σωτήρης Χαλικιάς, από την 'Εισαγωγή' της έκδοσης

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑