προγραφές

Εξώφυλλο: Βασίλης Ζηλάκος, Βυθισμένη

ΙΩΒ

Στό φιλιατρό τοῦ φόβου, τ’ ἄλογο χτυπάει τήν ὁπλή.
Κι ἐνῶ τοῦ θάνατου τ’ ἀβγό δοξάζει
πικρό κι ὁλόφλογο μέσ’ στῆς ζωῆς
ἐκεῖ τό ὕδωρ πού κοχλάζει,

ὁ στίχος γράφει μέ χρυσό στό μίσχο τοῦ σταχυοῦ:

«Χαῖρε σ’ αύτόν πού τά κόκκαλα συθέμελα ὀρθώνει!
Φτάνουμ’ έδῶ σάν τίς πάρωρες τίς νύχτες, μά ὕστερα...

... Κραυγές βαριές πού βγαίνουν πιό σκυφτές στήν προσευχή:

Τὴν χεῖρα ἀπ’ ἐμοῦ ἀπέχου,
καὶ ὁ φόβος σου μη με καταπλησσέτω.
Εἶτα καλέσεις, ἐγὼ δὲ σοι ὑπακούσομαι·
ἤ λαλήσεις, ἐγὼ δε σοι δώσω ἀνταπόκρισιν.

Ἰδού τό στρογγυλό τῆς μαύρης νεφέλης πετράδι
ἐκεῖ ὅπου ἡ ψυχή ν’ ἀνοίξει εἶν’ ἕτοιμη
άργοκυλώντας ἐντός τῆς μήτρας
τοῦ ἀπροσπέλαστου ἀκόμη Χριστοῦ.»

Μόνος Του πάλι στήν πλάση τά σπλάχνα μας λικνίζει.
Κραυγή βαριά πού βγαίνει ἐδῶ μέσ’ ἀπ’ τή γραφή:

Λείπει
σάν δάκρυ πού κοίταξε τή θάλασσα:
Αἰώνια.

*

ΒΥΘΙΣΜΕΝΗ

Τότε συνάντησα τή χλόη
καί τή γλώσσα της δίχως νά γνωρίζω
στάθηκα για ν’ ἀκούσω. Θυμᾶμαι:
δάχτυλα, στόμα, μύτη κι ἀφτιά
ἔνιωσαν κοντά τήν ἀπειρότητά της
π’ ἀκόμη χάμω σωριαζόταν
γιατί κανείς ἀπ’ τούς συντρόφους
δέν καλοῦσε μέ κόκκινη λαλιά
τό χορευτικό τ’ ἀστέρι...

Τό εἴπανε τρελλό, τό εἶπαν μοχθηρό
κι ὁ βασιλιάς ἀγνώριστος πέρασ’ ἀνάμεσά μας.

Συνάντησα ξανά τή χλόη.
Ἦταν οὔτε ἡ ἴδια οὔτε ἄλλη·
αἰωρούμενη κι ἀκίνητη
σάν κάποιο πνεῦμα μᾶλλον νεκρό
σάν ψεύτικο τζοβαΐρι, κάπως θαμπό.

Ἴδιο μέ τή σελήνη πού τήν αὐγή ἀσπρίζει
ὅταν ἀπό τίς μυστικές τίς σπουδές χωρίζει.

Βασίλης Ζηλάκος, Βυθισμένη, εκδ. Οδός Πανός

·

↑