
Τρεις συγκρατούμενες
Αυτόφωρο-Τρεις συγκρατούμενες-Χαιρετισμένες στο μοσόφωτο-Η μια με ψιλικά που χρέη στο Δημόσιο-Τον ίσκιο της σιχαίνεται-Παραπονιέται στο φρουρό να καθαρίσουν το κελί-Στενάζοντας θα κοιμηθεί στα σίδερα-Η άλλη-Βδομάδες μέσα ’κει-Κατέχει του μόνου κρεβατιού γωνία-Με μια φωτογραφία-Δυο γέροι αγκαλιασμένοι σε μια αυλή-Διά αιχμηρών οργάνων κλεφτρόνι από παιδί-Περιμένει να δικαστεί-Κλέβει μια πλούσια κυρία-Τη συλλαμβάνουν περαστικοί-Τρώει ένα ξύλο που δεν έφαγε ούτ’ σε ίδρυμα-Η τρίτη πιασμένη στη Μενάνδρου-Για ψίχουλα χασίς σε φακελάκι-Ως οριακή διαταραχή-Χαπακωμένη με δόκτορα χαρτί-Των μπάτσων παίγνιο-Που λέξη δεν βγάζει όλο το βράδυ-Αυτόφωρο-Τρεις συγκρατούμενες-Χαιρετισμένες στο μισόφωτο-
*
Παράξενο κορίτσι
Όταν σχολάει απ’ της βάρδιας τη δουλεία-Αφήνει πίσω της τον κουρνιαχτό του κόσμου-Πηγαίνει πάνω στην ταράτσα με τα αδέρφια-Που χορευτές των τοίχων είναι κι ακροβάτες-Τους λέει μύθους για το φτιάξιμο του θόλου-Κι αυτοί της λέν’: “Είσαι παράξενο κορίτσι”-Κι αυτή μιλάει για τον “Ωρίωνα σε ένα δάσος-Τόσο βαθύσκιωτο απ’ των δέντρων τις συστάδες-Π’ είδε την Πλειόνη με τις Νύμφες τις Πλειάδες-Τις ερωτεύτηκε αλόγιστα-Με πάθος-Και πέντε χρόνια συνεχώς τις κυνηγούσε-Ώσπου γινήκανε από τον Δία περιστέρια-Για να γλιτώσουν μακριά και να χαθούνε-Αλλ’ ο Ωρίωνας ξοπίσω τους βρισκόταν-Κι ο Δίας έκανε αστερισμό τις Νύμφες-Επτά κορίτσια να λαμποκοπούν τις νύχτες-Μα τότε γίνεται κι ο Ωρίωνας αστέρι-Να τις κοιτάζει όπως πέφτουν και χανόνταν”-Ύστερα πάει στο γερόντι του υπογείου-Που ’χασε μόλις την κυρά του κι υποφέρει-Και ταξιδεύει με το νου και γεωγραφίες-Ήθελε ο ναύτης να γινεί αλλ’ δυσκολίες-Φτωχή φαμίλια-Ορφανή-Δυο αδερφάδες-Ένα ταξίδι όλο κι όλο-Ως φαντάρος-Του ’μειναν μόνον οι σχολικές γεωγραφίες-Κι όσα βιβλία άλλοι άνθρωποι πετάνε-Για να γνωρίζει θαλασσόδαρτες πορείες-Που ’πα σε χάρτες τις χαράζει με μολύβια-Λιμάνια άγνωστα που η γλώσσα τ’ ομορφαίνει-Ειρηνικού νησιά-Και ωκεανοί στη δύση-Βάζει κι εκείνη στα ταξίδια ένα χεράκι-Φτάνουνε γρήγορα Σαγκάη και Βομβάη-Κρατούν κινέζικα φανάρια και άγρια φίδια-Σε μια Μητρόπολη που ουρλιάζει και στριγγλίζει-Μετά της δίνει απ’ τα άφιλτρά του να καπνίσει-“Είσαι παράξενο”-Της λέει πάντα-“Κορίτσι”-Και στη σιωπή καπνίζουν και χαμογελάνε-Σ’ έναν ακάλυπτο που η πόλη δεν αγγίζει-Όταν σχολάει απ’ της βάρδιας τη δουλειά-Αφήνει πίσω της τον κουρνιαχτό του κόσμου-Πηγαίνει πάνω στην ταράτσα με τα αδέρφια-Που χορευτές των τοίχων είναι κι ακροβάτες-Τους λέει μύθους για το φτιάξιμο του θόλου-Κι αυτοί της λέν’: “Είσαι παράξενο κορίτσι”-
Αλήτις Τσαλαχούρη, Κάθαρμα, εκδ. Οδός Πανός
